Γιάννης Κουσκούτης©
Αν και ο "Βυσσινόκηπος" είναι το τελευταίο –και γι’ αυτό το πιο ώριμο– από τα μεγάλα δράματα του Τσέχοφ, δεν παύει να προκαλεί έκπληξη το πώς ένας συγγραφέας μόλις στα σαράντα τρία του κατάφερε να αποτυπώσει με τόση διορατικότητα, τρυφερότητα και ευαισθησία το τέλος μιας εποχής και την αυγή μιας νέας.
Το έργο γράφτηκε το 1903 και, μέσα από την ιστορία της ξεπεσμένης οικογένειας γαιοκτημόνων, αιχμαλωτίζει έναν κόσμο σε μετάβαση, κατά την οποία η αριστοκρατία φθίνει και μια νέα τάξη –η αστική– αναδύεται, ενώ στο βάθος διαφαίνεται και η επερχόμενη Οκτωβριανή Επανάσταση. Στο σπίτι του κτήματος συγκεντρώνονται οικογένεια και φίλοι, παλιοί και νέοι ιδιοκτήτες, ενώ δίπλα τους πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο βυσσινόκηπος, λίγο πριν πουληθεί λόγω χρεών και χωριστεί σε οικόπεδα για εξοχικές κατοικίες: ένα σιωπηλό αλλά εύγλωττο σημάδι της νέας πραγματικότητας.

Για όλους ο βυσσινόκηπος αποτελεί σημείο αναφοράς: για την οικογένεια και τους οικείους –που εμφανίζονται απρόθυμοι απέναντι στις αλλαγές–, μνημείο ενός εξωραϊσμένου παρελθόντος· για τον Λοπάχιν, από την άλλη, τον γιο του δουλοπάροικου που επιστρέφει ως νέος ιδιοκτήτης, είναι η ενσάρκωση μιας ριζοσπαστικής αλλαγής.
Πόση ευφυΐα κρύβει αυτός ο ρόλος, αλήθεια, καθώς στο πρόσωπό του συμπυκνώνεται όχι μόνο η μεταβατική ταυτότητα του έργου αλλά και η ανθρωποκεντρική ματιά όλου του τσεχοφικού θεάτρου. Γιατί ο Τσέχοφ δεν στέκεται απέναντι στους ήρωες για να τους κρίνει, ούτε δημιουργεί "καλούς" και "κακούς", μόνο ανθρώπους ατελείς, αμήχανους μπροστά στην αλλαγή, και γι’ αυτό συγκινητικά αληθινούς.

Αυτή την αμηχανία και τη συγκινητική "μικρότητα" συνέλαβε ο ΄Eκτορας Λυγίζος με μια παράσταση που ισορρόπησε στην κόψη του ξυραφιού, μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας. Με έντονες επιρροές από το βωβό κινηματογράφο και τη σλάπστικ κωμωδία, έστησε επί σκηνής έναν κόσμο σε διαρκή κίνηση και πολυλογία, που έμοιαζε να μην αντέχει τη σιωπή, επειδή μέσα της καραδοκεί η πραγματικότητα.
Η επιλογή του ίσως ξενίζει, όμως επί σκηνής το αισθητικό ύφος κρατήθηκε σε αξιοσημείωτη ισορροπία, χωρίς να εκτραπεί σε παρωδία. Η καθοδήγηση –και αντιστοίχως οι περισσότερες ερμηνείες (με κορυφαίες, θεωρώ, της Σοφίας Κόκκαλη, του Γιάννη Κλίνη και του ίδιου του Λυγίζου)– δεν αποτύπωσαν μια στείρα κωμικότητα, αλλά ανέδειξαν το κωμικό ως λεπτό πέπλο προστασίας, που καλύπτει κάτι δραματικό, σχεδόν τραγικό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο –όπου ορισμένες σκηνές αποδόθηκαν ακόμη και με όρους τυπικής φάρσας–, δόθηκε, παρ’ όλ’ αυτά, χώρος στον συναισθηματισμό: τόσο στη συγκινησιακά φορτισμένη ερμηνεία της Αμαλίας Μουτούση στον κεντρικό ρόλο, όσο και στη βαθιά ευαισθησία της Υβόννης Μαλτέζου στο ρόλο της κυρίας Φιρς (στην κατά Λυγίζο εκδοχή, ο ρόλος του Φιρς έγινε γυναικείος, κι ερμηνεύτηκε σε διπλή διανομή με τη Ράνια Οικονομίδου), ενώ στη συναισθηματική θερμοκρασία της παράστασης συνέβαλε η αποτύπωση του ίδιου του βυσσινόκηπου (σκηνικά: Μυρτώ Λάμπρου, φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης), η οποία ακόμη κι αν άγγιζε τα όρια μιας ελαφρώς εκβιασμένης συγκίνησης, δεν έπαψε να αποτελεί εικόνα μεγάλης ομορφιάς.
Περισσότερες πληροφορίες
Ο βυσσινόκηπος
Μετά από 41 χρόνια παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο το τσεχοφικό κύκνειο άσμα – η σπαρακτική αυτή τραγικωμωδία που μιλά για την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να εξορκίσει τον τρόμο της Αβύσσου και του Άπειρου, τη σιωπή και το κενό, που ανά πάσα στιγμή απειλούν να τον αφανίσουν. Το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας αναφέρεται με οδυνηρή ελαφρότητα σ’ ένα ανέμελο παρόν, που συμπιέζεται ασφυκτικά ανάμεσα σε ένα νοσταλγικά εξωραϊσμένο παρελθόν και σε ένα τραγικά αβέβαιο μέλλον. Τα μέλη μιας «ευρύτερης οικογένειας» ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια στο γερασμένο πια – και υποθηκευμένο – σπίτι τους. Όλες και όλοι γνωρίζουν μέσα τους πως είναι η τελευταία ευκαιρία να ξαναζήσουν παρέα την ανακούφιση της οικειότητας που τους ενώνει, αλλά και να αποχαιρετίσουν όλα αυτά που, ακόμα και την ώρα που τα βιώνουν, αισθάνονται πως είναι ήδη παρελθόν. Οι ιδιοκτήτες του βυσσινόκηπου, πνιγμένοι στα χρέη και στις αυταπάτες τους, αρνούνται να δεχτούν πως το κτήμα χάνεται και πως ο κόσμος γύρω, αλλάζοντας δραματικά, τους ξεπερνά. Όπως, λίγο πολύ, και όλα τα πρόσωπα του έργου, επιλέγουν να γαντζωθούν από την ξεγνοιασιά μιας αιώνιας παιδικότητας, αναβάλλοντας πεισματικά την ενηλικίωσή τους.