Ανάμεσα στο γέλιο και την άβυσσο, ο Βασίλης Κατσικονούρης-μια φωνή που εδώ και χρόνια σκαλίζει τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας-στήνει κόσμους που καθρεφτίζουν τις πιο σκοτεινές και τις πιο τρυφερές εκδοχές του ανθρώπου. Από τη "Ζωή στα χέρια της" στο Bios έως τον "Φονιά, έγκλημα και αθώωση" στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, η γραφή του επιστρέφει επίμονα στο ίδιο ερώτημα: τι σημαίνει να βλέπεις τον άλλον ως πρόσωπο- και όχι ως αντικείμενο; Ένα ερώτημα που διατρέχει ακόμη και το χιούμορ του, το οποίο στρέφεται με την ίδια οξύτητα απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας- από τις πιο καθημερινές έως τις πιο κραυγαλέες, όπως εκείνες που εκπροσωπεί ο Ντόναλντ Τραμπ. Διαβάστε όσα μας είπε.

Κύριε Κατσικονούρη, από τη "Ζωή στα χέρια της" στο Bios μέχρι το "Φονιάς, έγκλημα και αθώωση" στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, η απόσταση μοιάζει χαοτική. Τι είναι αυτό που ενώνει την καυστική κωμωδία με τη σκοτεινή γυναικοκτονία;
Μπορεί να μοιάζει μεγάλη ή ακόμα και χαώδης η απόσταση όσον αφορά τη γραφή και την εποχή, αλλά συναντώνται στην ουσία και στο θέμα τους, που είναι ένα: η αντικειμενοποίηση του άλλου ανθρώπου. Και στα δύο έργα αυτό συμβαίνει σε γυναίκες. Και δυστυχώς έξω και από αυτά. Μακρά θητεία έχουν σε αυτού του είδους την αντιμετώπιση οι γυναίκες, έτσι που να αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα αντικειμενοποίησης.
Στον "Φονιά", φέρνετε στο φως μια αληθινή αθώωση εγκλήματος τιμής από το 1960. Πιστεύετε ότι οι μηχανισμοί της ελληνικής πατριαρχίας έχουν αλλάξει ή απλώς έχουν εκσυγχρονιστεί;
Υπάρχει ένα σκοτεινό, μαύρο κύτταρο που εξακολουθεί να παράγει σκοτάδι. Σε αυτό προσπάθησα να καταδυθώ μέσα από τον Φονιά. Κι έχω να πω πως το σκοτάδι, η άβυσσος, ασκεί μία στρεβλή γοητεία στους άνδρες, που συνδέεται με μαγκιά, πάθος και τιμή. Αλλά η αληθινή "μαγκιά" είναι να αρνηθείς όλη αυτή τη λεβεντομαλακία και να δεχθείς ότι είσαι ένα γυμνό, απροστάτευτο πλάσμα, που η μόνη του ανάγκη είναι να αγαπηθεί. Όχι για να επιβεβαιώσεις κάτι. Αλλά απλώς να αγαπηθείς. Και τότε μπορεί και να αγαπήσεις. Τον άλλον άνθρωπο, ως πρόσωπο, όχι ως αντι-κείμενο.

Πώς νιώθει ένας συγγραφέας όταν επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του (την Ηλεία) για να ξεθάψει μια ιστορία που τότε γιορτάστηκε ως "αποκατάσταση τιμής", ενώ σήμερα μας προκαλεί αποτροπιασμό;
Γεννήθηκα και πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στη Μακεδονία, στο Κιλκίς. Έχω καταγωγή από τη μεριά του πατέρα μου από την Ηλεία. Ένας συγγραφέας όμως, πρέπει πάντα να σκαλίζει "μέσα του". Ακόμα και τα γονίδιά του. Μου βγήκε αυτόματα η ντοπιολαλιά και οι συμπεριφορές των ανθρώπων στο χωριό του πατέρα μου. Κατά έναν περίεργο τρόπο "εξοικειώθηκα" μετά από τόσα χρόνια, αναγνωρίζω κάτι δικό μου, το οποίο μπορώ πλέον να διαχειριστώ.
Στο έργο σας "Η ζωή στα χέρια της", χρησιμοποιείτε το χιούμορ ως όπλο. Είναι το γέλιο ο μόνος τρόπος για να αντέξουμε τα υπαρξιακά μας αδιέξοδα στην Ελλάδα του 2026;
Το χιούμορ θα είναι πάντα το όπλο των αδύναμων. Μία πολύτιμη δυνατότητα για μία άλλη ματιά, λοξή έως και ζεν, πάνω στα πράγματα και στη ζωή. Από την άλλη μεριά, οι διάφοροι παντοδύναμοι (θεοί, δικτάτορες, πλανητάρχες κ.λπ.), ενώ, θεωρητικά, έχουν τη δύναμη να κάνουν τα πάντα, το χιούμορ είναι το μόνο που δεν μπορούν να κάνουν. Κάτι προσπαθεί να κάνει ο Τραμπ, και το αποτέλεσμα -πιο αξιοθρήνητο και από το μαλλί του- επιβεβαιώνει αυτόν τον κανόνα. Γι` αυτό και τους τσαντίζει, έως και φοβίζει, όπως ένα ποντίκι τον τεράστιο ελέφαντα. Βαθιά μέσα τους ίσως να ξέρουν πως μια μέρα ένα γέλιο θα τους θάψει.

Το νεοελληνικό έργο δείχνει να ανθίζει ξανά. Θεωρείτε ότι η εγχώρια δραματουργία έχει καταφέρει τελικά να ξεπεράσει το σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στα ξένα κλασικά κείμενα;
Τα μεγάλα, κλασικά κείμενα -ξένα και ελληνικά- είναι πηγές από όπου μπορούμε να αρδευόμαστε και να πηγαίνουμε παρακάτω, να παράγουμε κι εμείς τα δικά μας επόμενα κλασικά. Όσο το καταλαβαίνουμε αυτό, τόσο ανθίζουμε. Ανθίζουν τα δέντρα, αλλά από κάτω έχουν ρίζες.
Πιστεύετε ότι το θέατρο οφείλει να ασκεί άμεση κριτική στην επικαιρότητα ή να λειτουργεί πιο υπόγεια;
Το θέατρο είναι μία κατασκευή για να μπορεί να λέγεται η αλήθεια υπό τον μανδύα και τις συνθήκες του ψευδούς. Υπάρχουν ένα σωρό άλλες ανθρώπινες κατασκευές (βήμα, άμβωνες, εξέδρες, έδρανα κοινοβουλευτικά, δημοσιογραφικά, δικαστικά κ.λπ.) για να ειπωθεί η αλήθεια άμεσα. Μόνο που εκεί, πολλές φορές συμβαίνει το παράδοξο να λέγεται το ψέμα υπό τον μανδύα του αληθούς. Αλλά ακόμα και όταν και όπου λέγεται η αλήθεια στα ίσα, χάνονται κάποιες από τις αποχρώσεις και το βάθος της. Γι` αυτό ακριβώς θα προτιμώ πάντα το θέατρο. Γιατί είναι ένας μηχανισμός της υποδήλωσης και όχι της υποδούλωσης. Κι άμα η παράσταση είναι καλή, μπορεί και να μην έχεις μάθει κάποια μεγάλη αλήθεια, αλλά να έχεις β ι ώ σ ε ι κάτι στ` αλήθεια. Πιο πέρα και από τη γνώση, υπάρχει η επίγνωση. Και αυτή δεν λέγεται…

Κατσικονούρης
Μετά από τόσες επιτυχίες, τι είναι αυτό που σας τρομάζει περισσότερο όταν ξεκινάτε να γράφετε;
Έχω τον τρόμο του κολυμβητή μπροστά στον απέραντο ωκεανό. Έχω βέβαια πάντα κάποιο σχέδιο, αλλά γρήγορα προτιμώ τη σχεδία. Και αυτή είναι το έργο όπως αρχίζει να φτιάχνεται. Να με πάει όπως θέλει αυτό, τα πρόσωπά του, ο λόγος τους, οι σχέσεις τους και οι καταστάσεις, "πνεύμα εστί και όπου θέλει πνει". Για μένα είναι μία άσκηση ελευθερίας η συγγραφή. Κι όσο για το σχέδιο… εντάξει, αυτό ήταν ένα ψυχολογικό τρικ για να βουτήξω.
Ως άνθρωπος που υπηρετεί την παιδεία επί χρόνια, πώς βλέπετε τα σημερινά παιδιά; Είναι πιο θωρακισμένα απέναντι στα στερεότυπα της πατριαρχίας ή το "τέρας" παραμονεύει πλέον ψηφιακά;
Το πατριαρχικό μοντέλο μπορείς να το αμφισβητήσεις και να το αποδομήσεις όταν το βλέπεις από μέσα και ζεις στο ίδιο σπίτι την ανεπάρκεια και την α-νοησία του. Στον ψηφιακό κόσμο όμως, υπάρχει και διακινείται η ιδεολογικοποίηση της πατριαρχίας. Ευκολάκι και έτοιμη ταυτότητα για "πληγωμένους" αρσενικούς εφήβους, ακριβώς δηλαδή στην ηλικία της εύρεσης ή της εφεύρεσης μίας ταυτότητας-προσωπικότητας. Μας το έδειξε ανάγλυφα το Adolescence. Επικροτώ απόλυτα την απόφαση της Σουηδικής κυβέρνησης, και θα επαύξανα για απαγόρευση και μέχρι την ηλικία των 18. Όσο για εμάς εδώ, που συζητείται η απαγόρευση των social media για παιδιά μέχρι 14 ετών, πρέπει να ανεβεί το όριο οπωσδήποτε. Ένας 14άρης που έρχεται με κατακρατημένη φόρα μετά την απαγόρευση, είναι πολύ πιο ευεπίφορος και ανερμάτιστος από όσο ένας 16άρης ή 18άρης, μπροστά στην ψηφιακή λαίλαπα.

Συχνά λέμε ότι "η παιδεία είναι η λύση". Όμως, στον "Φονιά" βλέπουμε μια κοινωνία που διδάσκει το μίσος ως ηθική. Μπορεί τελικά το σχολείο να νικήσει αυτό που το παιδί μαθαίνει στο τραπέζι του σπιτιού του;
Όταν ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή, λένε. Ναι, γιατί τη δουλειά της την κάνει το σχολείο. Δεν το πιστεύω εγώ αυτό βέβαια, αλλά δυστυχώς πολλά παιδιά βλέπουν το σχολείο ως έναν τόπο αναγκαστικής συνύπαρξη και εγκλεισμού, τους δε καθηγητές ως "δεσμοφύλακες". Γι` αυτό και η γενικευμένη καφρίλα και τα καθημερινά περιστατικά εκπαιδευτικών που κρασάρουν. Για άλλη δουλειά έχουν βρεθεί αυτοί οι άνθρωποι εκεί, και χωρίς ένα στοιχειωδώς υποστηρικτικό πλαίσιο για να μπορούν να την κάνουν. Επίσης, το ελληνικό σχολείο έχει αποψιλωθεί από οτιδήποτε θα μπορούσε να εξευγενίζει και να διεγείρει δημιουργικά την ψυχή και τη φαντασία (μουσική, θέατρο, λογοτεχνία, αφήγηση)… Κάποιες ομιλίες μόνο και power-point για το πόσο κακό είναι το bullying κι ύστερα τα παιδιά συνεχίζουν "μεροκάματο τον σκοτωμό" και "…κανείς δεν κάνει λάθος", που λέει και ο Σεφέρης. Απεναντίας, το τραπέζι του σπιτιού θα μπορούσε να είναι μία απάντηση. Αρκεί να μαζεύονται οι άνθρωποι γύρω του. Και με κλειστές τις οθόνες.
Τι θα λέγατε σε έναν έφηβο σήμερα που νιώθει ότι η ζωή του δεν είναι "στα χέρια του", αλλά ελέγχεται από αλγόριθμους και κοινωνικές προσδοκίες; Υπάρχει χώρος για προσωπική επανάσταση;
…Και μια που έπιασα τον Σεφέρη, ας απαντήσω με τα λόγια άλλου αγαπημένου ποιητή: "Τι άλλο μπορώ να πω; Νομίζω πως τόνισα ό,τι έπρεπε. Κι ακόμα μια φορά, ένα θέλω να σας συμβουλέψω: ν` αναπτυχθείτε γαλήνια και σοβαρά, σύμφωνα με τον δικό σας νόμο. Θα συνταράζατε, όσο γίνεται πιο βίαια κι ολέθρια, την εξέλιξή σας, αν στρέφατε τη ματιά σας προς τα έξω κι αν προσμένατε απ` έξω απόκριση σε ρωτήματα, όπου μόνο το πιο βαθύ αίσθημά σας, στην πιο χαμηλόφωνη ώρα σας, μπορεί ίσως να αποκριθεί". Από τα Γράμματα σε έναν νέο ποιητή του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Για όλα εκείνα τα μοναχικά παιδιά. Υπήρξα κάποτε ανάμεσά τους…
Περισσότερες πληροφορίες
Ο φονιάς, έγκλημα και αθώωση
Μια συγκλονιστική ιστορία γυναικοκτονίας που συνέβη τον Αύγουστο του 1960 σε ένα χωριό της Ηλείας και σημάδεψε τη μεταπολεμική Ελλάδα, ζωντανεύει μέσα από το νέο έργο του Βασίλη Κατσικονούρη, μέσα από το οποίο ο συγγραφέας ανιχνεύει και αναδεικνύει τους σκοτεινούς και τρομακτικούς μηχανισμούς της ελληνικής πατριαρχίας, όπως φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, με ακόμα πιο τρομακτικά αποτελέσματα. Ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος, αφού σκότωσε τη γυναίκα του επειδή είχε εξωσυζυγική σχέση, αθωώθηκε ομόφωνα από το Μικτό Κακουργιοδικείο Πατρών αφού κρίθηκε ότι «ενήργησε εν βρασμώ ψυχικής ορμής, εν συγχύσει». Στη δίκη κατέθεσε υπέρ του σχεδόν όλο το χωριό. Η τοπική κοινωνία, όχι μόνο δεν τον αποδοκίμασε, αλλά τον υποδέχθηκε ως ήρωα που «αποκατέστησε την τιμή του».
Η ζωή στα χέρια της
Ένας ψυχοθεραπευτής, ένας θεατρικός συγγραφέας, μια διαφημίστρια κι ένας μοναχικός τύπος έρχονται αντιμέτωποι με κωμικοτραγικά γεγονότα. Με ρυθμό, χιούμορ και αιχμηρή ειρωνεία, το ολιγοπαιγμένο έργο που γράφτηκε το 2007, μοιάζει με κωμωδία χαρακτήρων και καταστάσεων, ενώ ταυτόχρονα φέρνει επί σκηνής, με υπόγειο και παιγνιώδη τρόπο, βαθιά υπαρξιακά ζητήματα. Το δραματικό και το κωμικό στοιχείο διαπλέκονται διαρκώς και αλληλο-υπονομεύονται, ακόμα και μέσα στην ίδια σκηνή. Ο συγγραφέας επιλέγει το σχήμα της κωμωδίας για να μιλήσει για την εκμετάλλευση, τον καταναλωτισμό, τη δύναμη της εικόνας, το κυνήγι της φήμης και της επιτυχίας με κάθε κόστος. Η Φωτεινή καλείται να πάρει τη ζωή στα χέρια της, ισορροπώντας ανάμεσα στην ευθραυστότητα και στην εσωτερική δύναμη. Δίπλα της, οι υπόλοιποι τρεις ρόλοι, ο Κάρολος, η Βέρα και ο Ανδρέας, συγκροτούν έναν κόσμο λογικής, όπου ο καθένας από την πλευρά του και από τον ρόλο του δε διστάζει να ασκήσει εξουσία πάνω της. Το θέμα του έργου είναι ουσιαστικά το παιχνίδι μεταξύ του φαίνεσθαι και του είναι. Το κρυφτό που παίζουν οι ήρωες με τον εαυτό τους και τους άλλους.

