Γιάννης Κουσκούτης©
Μια σπουδαία πρωτοβουλία που εκμηδενίζει τις αποστάσεις και φέρνει τη μαγεία της σκηνής στην άκρη του Αιγαίου: το Εθνικό Θέατρο γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου με μια συμβολική και ουσιαστική δράση. Την Παρασκευή 27 Μαρτίου, οι κάτοικοι της ακριτικής Καρπάθου θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν σε απευθείας ζωντανή σύνδεση από την Κεντρική Σκηνή του Κτηρίου Τσίλλερ τον εμβληματικό "Βυσσινόκηπο" του Αντόν Τσέχοφ.

Με την υποστήριξη της ΔΕΗ, η εθνική μας σκηνή ολοκληρώνει τον φετινό κύκλο των ζωντανών μεταδόσεων σε απομακρυσμένες περιοχές, αποδεικνύοντας πως η τέχνη δεν γνωρίζει σύνορα. Ο Έκτορας Λυγίζος, υπογράφοντας τη διασκευή και τη σκηνοθεσία, προσεγγίζει το τσεχοφικό κύκνειο άσμα με όρους "μουσικού ρεαλισμού". Οι ανθρώπινες φωνές γίνονται μουσικά όργανα σε μια σπαρακτική τραγικωμωδία για τον χρόνο που κυλά και τις οικειότητες που χάνονται.
Ο εξαιρετικός 11μελής θίασος που απαρτίζεται από τους Γιώργο Ζιάκα, Γιάννη Κλίνη, Σοφία Κόκκαλη, Έκτορα Λυγίζο, Υβόννη Μαλτέζου*, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Μουτούση, Ράνια Οικονομίδου*, Γιάννη Παπαδόπουλο, Κατερίνα Πατσιάνη, Φοίβο Συμεωνίδη (*Σε διπλή διανομή) ζωντανεύει την ιστορία μιας οικογένειας που επιστρέφει στο υποθηκευμένο παρελθόν της για έναν τελευταίο, λυτρωτικό αποχαιρετισμό. Μια παράσταση συνόλου που αξίζει να αγκαλιαστεί, καθώς υπενθυμίζει πως το θέατρο είναι, πάνω από όλα, ένας κοινός τόπος συνάντησης – ακόμα και από χιλιόμετρα μακριά.

Περισσότερες πληροφορίες
Ο βυσσινόκηπος
Μετά από 41 χρόνια παρουσιάζεται στο Εθνικό Θέατρο το τσεχοφικό κύκνειο άσμα – η σπαρακτική αυτή τραγικωμωδία που μιλά για την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να εξορκίσει τον τρόμο της Αβύσσου και του Άπειρου, τη σιωπή και το κενό, που ανά πάσα στιγμή απειλούν να τον αφανίσουν. Το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας αναφέρεται με οδυνηρή ελαφρότητα σ’ ένα ανέμελο παρόν, που συμπιέζεται ασφυκτικά ανάμεσα σε ένα νοσταλγικά εξωραϊσμένο παρελθόν και σε ένα τραγικά αβέβαιο μέλλον. Τα μέλη μιας «ευρύτερης οικογένειας» ξαναβρίσκονται μετά από χρόνια στο γερασμένο πια – και υποθηκευμένο – σπίτι τους. Όλες και όλοι γνωρίζουν μέσα τους πως είναι η τελευταία ευκαιρία να ξαναζήσουν παρέα την ανακούφιση της οικειότητας που τους ενώνει, αλλά και να αποχαιρετίσουν όλα αυτά που, ακόμα και την ώρα που τα βιώνουν, αισθάνονται πως είναι ήδη παρελθόν. Οι ιδιοκτήτες του βυσσινόκηπου, πνιγμένοι στα χρέη και στις αυταπάτες τους, αρνούνται να δεχτούν πως το κτήμα χάνεται και πως ο κόσμος γύρω, αλλάζοντας δραματικά, τους ξεπερνά. Όπως, λίγο πολύ, και όλα τα πρόσωπα του έργου, επιλέγουν να γαντζωθούν από την ξεγνοιασιά μιας αιώνιας παιδικότητας, αναβάλλοντας πεισματικά την ενηλικίωσή τους.

