Carsten Klein©
Μετά το Πάσχα, η θεατρική Αθήνα μπαίνει δυναμικά σε τροχιά νέων πρεμιερών, με δημιουργίες που φιλοδοξούν να ανοίξουν διάλογο με το σήμερα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει "Το μεγάλο φαγοπότι", σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνος Βασιλακόπουλος, μια παράσταση που μεταφέρει στη σκηνή το προκλητικό σύμπαν της εμβληματικής ταινίας "La Grande Bouffe" του Marco Ferreri. Το θεατρικό κείμενο του Tom Blokdijk, βασισμένο στην ταινία, λειτουργεί ως ελεύθερη, σύγχρονη διασκευή που επανατοποθετεί τα ερωτήματα του έργου στο σημερινό κοινωνικό πλαίσιο και στην ελληνική εκδοχή θα κάνει πρεμιέρα 15 Απριλίου στο Θέατρο Συγγρού 33.

Η ιστορία είναι απλή και ταυτόχρονα ακραία: τέσσερις άντρες και μία γυναίκα αποσύρονται σε μια βίλα με έναν και μόνο σκοπό — να φάνε μέχρι τελικής πτώσεως. Το γλέντι που στήνεται δοκιμάζει τα όρια του σώματος, της επιθυμίας και της ηθικής, μετατρέποντας την απόλαυση σε πεδίο υπαρξιακής αναμέτρησης. Η λαιμαργία, η υπερκατανάλωση και ο μηδενισμός δεν παρουσιάζονται ως απλές προκλήσεις, αλλά ως συμπτώματα μιας βαθύτερης κόπωσης του δυτικού πολιτισμού.

Στο σκηνοθετικό του σημείωμα, ο Βασιλακόπουλος αντιμετωπίζει το έργο ως έναν τελετουργικό μηχανισμό: μια γιορτή–θυσία, όπου οι ήρωες από θηρευτές γίνονται σταδιακά θηράματα των ίδιων τους των επιθυμιών. Σε μια εποχή υπερπροσφοράς και διαρκούς κατανάλωσης εικόνων και εμπειριών, η παράσταση λειτουργεί σαν καθρέφτης. Ρωτά τι καταναλώνουμε — και τι μας καταναλώνει. Η υπερβολή και το κωμικό στοιχείο συνυπάρχουν με μια διάχυτη μελαγχολία, φωτίζοντας την ανάγκη για νόημα και επαφή σε έναν κόσμο που τα θέλει όλα "εύπεπτα".
Οι ηθοποιοί Εύη Σαουλίδου, Ιφιγένεια Βαρελά, Θανάσης Δήμου, Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης, Δημοσθένης Παπαδόπουλος και Γκαλ Ρομπίσα ζωντανεύουν τους χαρακτήρες που καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στο γκροτέσκο και το ανθρώπινο.
Η παράσταση περιλαμβάνει σκληρή γλώσσα και σκηνές γυμνού. Συνιστάται διακριτικότητα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο θεσμός των προ-παραστασιακών συζητήσεων, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, μισή ώρα πριν την έναρξη. Με συντονισμό της δραματουργού Νεφέλης Παπαναστασοπούλου, το κοινό καλείται να προσεγγίσει το έργο όχι μόνο ως θεατής, αλλά ως ενεργός συνομιλητής σε μια εμπειρία που ξεπερνά τα όρια της σκηνής.

Σκηνοθετικό Σημείωμα
Σε μια εποχή όπου η υπερπροσφορά μάς αφήνει πιο άδειους από ποτέ, "Το μεγάλο φαγοπότι" λειτουργεί σαν καθρέφτης. Μας ρωτά τι καταναλώνουμε — και τι μας καταναλώνει. Εξετάζει την κοινωνία της εικόνας, την κόπωση από την αφθονία, την ευχαρίστηση που μετατρέπεται σε εξάρτηση, αλλά και την ανάγκη για προσωπική ελευθερία μέσα σε έναν κόσμο που τα θέλει όλα "εύπεπτα". Η παράσταση προσεγγίζει το έργο όχι ως ωμό σκανδαλισμό, αλλά ως μια βαθιά μελαγχολική και ταυτόχρονα κωμική αλληγορία της σύγχρονης ζωής.

Η σκηνοθεσία αντιμετωπίζει την ιστορία ως έναν ζωντανό, τελετουργικό μηχανισμό: μια γιορτή–θυσία, όπου οι ήρωες μετατρέπονται σταδιακά από θηρευτές σε θηράματα.
Η ανθρώπινη ροπή προς το ανικανοποίητο προσεγγίζεται ως παράδοξο "καύσιμο" — κινητήρια δύναμη προόδου, αλλά και άβυσσος εσωτερικής ανησυχίας. Η αυτοκαταστροφή τους διαβάζεται ως μια τελευταία πράξη ελευθερίας σε έναν κόσμο που έχει εξαντλήσει τα νοήματά του. Στοιχεία κωμικού, υπερβολής και μελαγχολίας συνυπάρχουν, ενώ το σκηνικό λειτουργεί ως μια μηχανή που τρέφεται από τις ίδιες τις επιθυμίες των χαρακτήρων.
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Το μεγάλο φαγοπότι
Μία από τις πιο τολμηρές και αμφιλεγόμενες ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, το «La Grande Bouffe» του Μάρκο Φερέρι, μεταφέρεται στη σκηνή μέσα από μια ελεύθερη, σύγχρονη θεατρική διασκευή. Μια κοινωνική σάτιρα που επιχειρεί να ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από τη λαιμαργία, την υπερκατανάλωση, τον μηδενισμό και τη βουβή κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού· ζητήματα που σήμερα επιστρέφουν με νέα, επιτακτική ένταση. Τέσσερις άντρες και μία γυναίκα αποσύρονται σε μια βίλα με έναν και μόνο σκοπό:να φάνε μέχρι τελικής πτώσεως. Μέσα από ένα ξέφρενο γλέντι που δοκιμάζει τα όρια του σώματος, της ηθικής και της επιθυμίας, οι ήρωες οδηγούνται ολοένα πιο κοντά στην αυτοκαταστροφή — ή στη λύτρωση. Ένα συμπόσιο που ξεκινά ως παιχνίδι, αλλά αποκαλύπτει μια βαθύτερη, σκοτεινή πείνα: για νόημα, για επαφή, για υπέρβαση.

