Τελευταία φορά που ακούσαμε τον Ντένη Ζαχαρόπουλο στο δημόσιο βήμα ήταν στην ημερίδα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης για την αποτίμηση του Ελληνικού Μήνα στο Λονδίνο του 1975, στον οποίο είχε πάρει ενεργά μέρος. Συνεπιμελητής της Documenta IX στο Κάσελ (1992), επίτροπος του Γαλλικού Περιπτέρου στην Μπιενάλε της Βενετίας, Διευθυντής του Κέντρου Τέχνης και Πάρκου Γλυπτικής Domaine de Kerguéhennec και Γενικός Επιθεωρητής Καλών Τεχνών της Γαλλίας, μεταξύ άλλων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ένας από τους ελάχιστους της γενιάς του που θεσμικά είχε αναγνωριστεί περισσότερο εκτός συνόρων απ’ ότι εντός, όπου ανέλαβε θέσεις ευθύνης μετά το 2006 διατελώντας Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (2006-2015) και κατόπιν της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων.

Άνθρωπος πνευματικός και κοσμοπολίτης, συμπορεύτηκε με μερικούς από τους "πρωτοπόρους" Έλληνες καλλιτέχνες της γενιάς του ‘70, εννοιολόγησε όμως ευρύτερα εκείνους τους καλλιτέχνες που μεταπολεμικά με το συνολικό έργο και τη θέση τους "δρούσαν μέσα στην τέχνη, την κοινωνία και την πράξη", όπως έγραφε στο πάνω από 100 σελίδες δοκίμιό του που συνόδευε τον τόμο "Οι Πρωτοπόροι - Μια άποψη της τέχνης στην Ελλάδα στο β΄ μισό του 20ού αιώνα” με αφορμή την ομώνυμη έκθεση που επιμελήθηκε στη Συλλογή Μπέλτσιου στα Τρίκαλα (εκδ. Futura, 2004).
Με τα "ρέστα" της επίσημης ελληνικής τέχνης

Καλλιτέχνες που σε αντιδιαστολή με τον όρο γενιά του '30 και με ό,τι τον χαρακτηρίζει, επεξεργάζονται τις προϋποθέσεις, τη φυσιογνωμία και τις συνθήκες μιας αλλαγής παρά τη βιαστική φιλοδοξία να μονοπωλήσουν με τη σειρά τους την ιστορία, καλλιτέχνες που χαρακτηρίστηκαν γενιά της διασποράς, της εξόδου, της αντίστασης, της διαμαρτυρίας, της αποστασιοποίησης ή της κριτικής απόστασης, που ακόμη και μετά τη Μεταπολίτευση σπάνια αναγνωρίστηκαν από παράγοντες του υπουργείου Πολιτισμού, δεν έγιναν επίσημοι εκφραστές και ιδεολόγοι της εξουσίας γιατί δεν συμβιβάστηκαν με το επίσημο γούστο, τις αθηναϊκές κοσμικότητες, "την αυθαίρετη και ισοπεδωτικής εξουσίας που παίρνει όμηρο κι εγκλωβίζει την κοινωνία, τους πολίτες, τους θεσμούς, την παιδεία, τη γλώσσα, την ιστορία κ.λπ.". Με τα "ρέστα" της επίσημης ελληνικής τέχνης, της ιστορίας της και της ιδεολογικής ηθογραφίας, όπως γράφει χαρακτηριστικά παραπέμποντας στον Κώστα Ταχτσή, και αναφερόμενους σε μερικούς από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της μεταπολεμικής Ελλάδας που συμμετείχαν στην έκθεση: από τον αγαπημένο του Γαϊτη για τον οποίο μας είχε μιλήσει πρόσφατα και στο αθηνόραμα, τον Δανιήλ και τον Βλάση Κανιάρη ως τον Νίκο Κεσσανλή και τη Χρύσα.
"Ό,τι συνηθίζεται δεν είναι αναγκαστικά και ό,τι είναι πραγματικά αναγκαίο. Αλίμονο στην κοινωνία που βασίζεται στις συνήθειές της, αγνοώντας τη νομική, κοινωνική, πολιτική και ιστορική διάσταση των πραγμάτων."
"Εδώ και τριάντα χρόνια, ό,τι δεν συνάδει με τη "συμφωνία των αγγέλων" που νανουρίζει το τηλεοπτικό όνειρο εθνικής ιδιαιτερότητας και δόξας μοιάζει μ’ αυτό που ο Κώστας Ταχτσής ονόμασε κάποτε "ρέστα": ό,τι απομένει ξένο κι ορφανό, ατακτοποίητο, αποσπασματικό και ενοχλητικό, γιατί δεν ξέρουμε τι να το κάνουμε, πώς να το συνδέσουμε ή να το συσχετίσουμε με τη μυθοπλαστική ενότητα της ηθογραφικής αφήγησης που περιγράφει τη συνέχεια της ιστορίας ή ξετυλίγει τον ιστό του μύθου. Με τα "ρέστα" της επίσημης ελληνικής τέχνης, της ιστορίας της και της ιδεολογικής ηθογραφίας που την αφηγείται ασχοληθήκαμε εδώ. Ας μας συγχωρήσουν τα γνωστά πρόσωπα, οι ήρωες και οι επίσημοι του μύθου ή του ιστορήματος, γιατί μπορεί να αμφισβητήθηκε ο πρωταγωνιστικός τους ρόλος ή ακόμη και να αγνοήθηκε η ύπαρξή τους. Ό,τι συνηθίζεται δεν είναι αναγκαστικά και ό,τι είναι πραγματικά αναγκαίο. Αλίμονο στην κοινωνία που βασίζεται στις συνήθειές της, αγνοώντας τη νομική, κοινωνική, πολιτική και ιστορική διάσταση των πραγμάτων. Κάτι τέτοιο χαρακτηρίζει, βέβαια, έντονα τον χώρο της σύγχρονης τέχνης σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο στην Ελλάδα."
Όσα μας έμαθαν οι καλλιτέχνες

Διατρέχοντας ξανά τους Πρωτοπόρους, όπου ο Ζαχαρόπουλος αναλύει, διεξοδικά και φλογερά μαζί, το έργο καλλιτεχνών που αποτέλεσαν για πολλές από μας τον δικό μας κανόνα ξεκινώντας να γνωρίζουμε τη μοντέρνα και σύγχρονη ελληνική τέχνη, αποκαλύπτει ταυτόχρονα τις ρίζες, πολιτικές και κοινωνικές, πολλών από τις παθογένειες του τοπικού πεδίου χωρίς να φοβάται να πει ονόματα και παραδείγματα όσων αποσιώπησαν ή αποσιωπήθηκαν στην ιστορία, την Ακαδημία, την κοινωνία. Μιλώντας ίσως, σε ένα δεύτερο, άρρητο επίπεδο, και για την καταξίωση και επισημοποίηση του δικού του έργου "μέσα στο ιδεολογικό αυτό οικοδόμημα ενός κλειστού και εσωστρεφή, απομονωτικού και μονολιθικού κοινωνικού και πολιτιστικού χώρου" όπως του ελληνικού.
"Οι καλλιτέχνες μας έμαθαν πολλά σε σχέση με το τι και το πώς μπορούμε να το κάνουμε. Ο δρόμος της χειραφέτησης και του εκδημοκρατισμού περνάει πρώτα από εμάς τους ίδιους και ύστερα, πιθανώς, από την πολιτεία στην οποία ζούμε και τη ζωή στην οποία συμμετέχουμε."
"Είναι αδιανόητο αυτό το κενό και αυτή η αποσιώπηση για κάποιον που, από τα σπάργανά του, ακούει τον ψίθυρο και την αντήχησή του σαν καθημερινή ιστορία και πραγματικότητα της κοινωνίας μέσα στην οποία μεγάλωσε, έμαθε και αγάπησε, αλλά και της κοινωνίας που εξακολουθεί να κρύβεται, να ψιθυρίζει και να υποκρίνεται ένοχα — της μόνης κοινωνίας, σε όλο τον κόσμο που γύρισα και γνώρισα, η οποία αδίκησε τον ίδιο της τον εαυτό, αλλά συγχρόνως και της μόνης τόσο πρόθυμης ακόμη να αδικεί και να υποτιμά κάθε μέλος και κάθε παιδί της. "
"Οι καλλιτέχνες μας έμαθαν πολλά σε σχέση με το τι και το πώς μπορούμε να το κάνουμε. Ο δρόμος της χειραφέτησης και του εκδημοκρατισμού περνάει πρώτα από εμάς τους ίδιους και ύστερα, πιθανώς, από την πολιτεία στην οποία ζούμε και τη ζωή στην οποία συμμετέχουμε.”

