Γεμάτες τροφή για σκέψη, ελπίδα, ανάταση από αυτήν που σου προκαλεί η επαφή με ευαίσθητα, δημιουργικά, σκεπτόμενα άτομα, φύγαμε από τις γεμάτες αίθουσες αλλά και… αυλές της Τεχνόπολης, που το σαββατοκύριακο που μας πέρασε διοργάνωσε το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας. Πολλοί ήταν, άλλωστε, εκείνοι που παρακολουθούσαν τις συζητήσεις σε απευθείας μετάδοση, έξω από τις αίθουσες, σε μεγάλες οθόνες, χρησιμοποιώντας και το εύχρηστο σύστημα διερμηνείας στο κινητό τους όταν χρειαζόταν). Η διοργάνωση πέρασε με επιτυχία τις δυσκολίες της πρώτης φοράς και παρά τις παιδικές ασθένειες και τις ενστάσεις του συναφιού για επιμέρους συμμετοχές ή μη, θεσμικές ή άλλες εκπροσωπήσεις κλπ., ως θεάτρια η εμπειρία ήταν πολύ αναζωογονητική και η παρακολούθηση και πλοήγηση απρόσκοπτη.
Το αδιαμφισβήτητο know-how χρόνων της ομάδας Τεχνόπολης στην διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων ήταν εμφανές στο όλο στήσιμο (διόλου δεδομένου για δημόσιο θεσμό) ενός σύγχρονου, καλαίσθητου, λειτουργικού φεστιβάλ για το ευρύ κοινό που πήγαινε από εκδήλωση σε εκδήλωση, έμοιαζε να μη θέλει να φύγει, έκανε ουρές για του υπογράψουν τα βιβλία οι αγαπημένοι τους συγγραφείς αλλά και για να τα αγοράσει επί τόπου στο πωλητήριο και το book café.

Η προτροπή του βραβευμένου με Booker Ιρλανδού συγγραφέα Πολ Λιντς στο ελληνικό κράτος να δώσει λεφτα και φοροαπαλλαγές στους συγγραφείς για να πετύχουμε κι εμείς ένα λογοτεχνικό boom ανάλογο με της Ιρλανδίας, μοιάζει, βέβαια, επιστημονική φαντασία, όπως είπε και ο συνομιλητής του Νίκος Α. Μάντης. Παρόλα αυτά, αν μη τι άλλο η ιδέα, η εμπειρία και το όραμα των καλλιτεχνικών διευθυντών Χρήστου Αστερίου, Λευτέρη Καλοσπύρου και Μικέλας Χαρτουλάρη και το αγκάλιασμα της ιδέας από τον πρόεδρο της Τεχνόπολης Κωστή Παπαϊωάννου που από την αρχή της θητείας του είχε εκφράσει την επιθυμία να ενταχθεί πιο δυναμικά και το βιβλίο στο πρόγραμμα έθεσε τις προϋποθέσεις για τη γέννηση ενός νέου θεσμού και ελπίζουμε να (έχει) εξασφαλιστεί η βιώσιμότητά του, όπως και η στήριξη και εύρυθμη λειτουργία της Τεχνόπολης και των πολιτιστικών του Δήμου εν γένει, γιατί έχουμε δει πολλά.

Πλουραλισμός μεν αλλά

Ένας Δήμος με τόσους χώρους εκθέσεων στην ευθύνη του χρειάζεται σίγουρα στις μέρες μας έναν κεντρικό σχεδιασμό από ειδικούς του πεδίου, το οποίο ως γνωστόν βρίθει από επιμελητές με προσόντα και χωρίς μόνιμη εργασία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και αφού υπάρχουν επιτυχημένες ομάδες και πρόσωπα (και το προηγούμενο μιας επιτυχημένης σειράς μουσικών φεστιβάλ και μεγάλων δημόσιων εκδηλώσεων αλλά και του Μουσείου Μαρίας Κάλλας), παραμένει το ερώτημα γιατί τα εικαστικά του Δήμου Αθηναίων μοιάζουν να έχουν μείνει ακέφαλα με αποτέλεσμα το πρόγραμμα των λιγότερο ή περισσότερο αξιόλογων εκθέσεων που φιλοξενούνται στα Κέντρα πολιτισμού και τις Πινακοθήκες να έχει χάσει την ταυτότητά του ως σύνολο και να μην παίζει τον ρόλο που θα μπορούσε στο τοπικό πεδίο. Γιατί ανεξαρτήτως επιμέρους αποτίμησης, αν μη τι άλλο σε επίπεδο ταυτότητας και συνέπειας, η ανάθεση παλιότερα της καλλιτεχνικής διεύθυνσης της Πινακοθήκης, Μουσείων και Συλλογών του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ) στον Ντένη Ζαχαρόπουλο επί δημαρχίας Γιώργου Καμίνη και μέχρι πρότινος στον Χριστόφορο Μαρίνο επί δημαρχίας Κώστα Μπακογιάννη ήταν μια κίνηση στη σωστή κατεύθυνση.
Ένας Δήμος με τόσους χώρους εκθέσεων στην ευθύνη του χρειάζεται σίγουρα στις μέρες μας έναν κεντρικό σχεδιασμό από ειδικούς του πεδίου, το οποίο ως γνωστόν βρίθει από επιμελητές με προσόντα και χωρίς μόνιμη εργασία. Φυσικά, η εύρεση Ευρωπαϊκών προγραμμάτων για την επαγγελματική διασφάλιση της διεξαγωγής των εκθέσεων, με αμοιβές για τους εικαστικούς κλπ., θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη για όσους γνωρίζουν το πεδίο και τις καλές και δίκαιες πρακτικές και επιδεικνύουν την ελάχιστη ευαισθησία για τη στήριξη του πολιτισμού και των δημιουργών του.

Τα παραδείγματα άλλων χωρών, δυτικών αλλά και Βαλκανικών/ Ανατολικής Ευρώπης, όπου τα δημοτικά κέντρα τέχνης έχουν άποψη, ταυτότητα, σημαντικό έργο αλλά και εμπλοκή με την κοινότητα (τους δημότες, τους πρόσφυγες, τις ακτιβιστικές ομάδες, τους αποφοίτους των Σχολών Καλών Τεχνών, τους καλλιτέχνες κλπ.) είναι πολλά. Το ίδιο και οι νέες επιμελήτριες με τεχνογνωσία και όραμα που θα μπορούσαν να δώσουν νέα πνοή στους χώρους του Δήμου και να αφήσουν το στίγμα τους αν κάποιος τους εμπιστευόταν. Και παράλληλα να αποκτήσουν μετρήσιμη εργασιακή εμπειρία για να μπορούν να διεκδικούν μελλοντικές θέσεις σε δημόσιους θεσμούς βάζοντας τις βάσεις για την επαγγελματικοποίηση του πεδίου που παραμένει σε εκκρεμότητα με αποτέλεσμα να βγαίνουν άγονοι οι διαγωνισμοί για διευθυντές μουσείων και να πρέπει αναγκαστικά να πας στο εξωτερικό για να χτίσεις βιογραφικό.
Διαφορετικά ούτε το πεδίο στηρίζεται και, επιπλέον, μένουμε με μια επίφαση πολυφωνίας ως προς το πρόγραμμα και κατά τόπους μεμονωμένες ενδιαφέρουσες εκθέσεις που ακόμα και το εξειδικευμένο κοινό συχνά ξεχνάει να εντοπίσει μες στην υπερπληροφορία των ημερών, δεν εκπαιδεύονται ούτε δημιουργούνται νέοι θεατές και χάνεται μια ευκαιρία να παίξει η τέχνη τον τόσο επείγοντα ρόλο που όλες συμφωνούμε ότι έχει να παίξει σήμερα στην ευαισθητοποίηση, καλλιέργεια, ενδυνάμωση και ψυχική υγεία του δήμου και της κοινότητας.

