Πριν λίγο καιρό έκανε την εμφάνισή του στα ράφια των βιβλιοπωλείων ένα βιβλίο, που – αν μη τι άλλο- τραβά τη προσοχή ήδη με τον τίτλο του: Μπράβο Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες.
Το βιβλίο υπογράφουν οι Μαντώ Παπαρρηγοπούλου και η Μαρία Θάνου, κόρη και μητέρα. Η Μαντώ βρίσκει το 2018 στο σπίτι στο Νέο Βουτζά αλληλογραφία της μητέρας της, Μαρίας, προς τον σύντροφό της (και μετέπειτα σύζυγό της). Αν και πρόκειται για ερωτική αλληλογραφία του 1983, μέσα από τα 22 γράμματα προς τον έρωτά της, που εκείνη την περίοδο βρίσκεται στις ΗΠΑ για σπουδές, ξεδιπλώνεται κάτι παραπάνω από στιγμές αγάπης και σκέψεις γύρω από το μέλλον της σχέσης τους. Αποτυπώνονται στιγμές από την ίδια τη ζωή της Μαρίας, που δίνει εκείνη την περίοδο τη μάχη της νευρικής ανορεξίας νοσηλευόμενη στο Αιγινήτειο νοσοκομείο. Η νεαρή Μαρία, μέσω της αλληλογραφίας, παρουσιάζει στον αγαπημένο της τις εμπειρίες της από τη νοσηλεία, αλλά και σκέψεις γύρω από τη σχέση με το ίδιο της το σώμα, τις αιτίες που έχουν πυροδοτήσει την ασθένεια, ενώ περιγράφει και τις στιγμές νίκης (που πολλές φορές μετρούνται με κουταλιές Hemo) στο μακρύ δρόμο της ανάρρωσής της.
Καθώς διαβάζουμε τις σελίδες του βιβλίου μαθαίνουμε για νευρολόγους, αστρολόγους παπάδες και ψυχιάτρους, ειδικούς και "ειδικούς", που συμβουλεύουν τη νεαρή Μαρία στο μονοπάτι της ανάρρωσης. Οι επιστολές λειτουργούν τόσο ως αρχειακό υλικό, όσο και ως μια κοινωνιολογικού ύφους μελέτη γύρω από την αντιμετώπιση της νευρικής ανορεξίας, τότε και σήμερα. Την ίδια στιγμή, περιπλέκονται προσωπικές στιγμές, που η Μαρία θεωρεί καθοριστικές για το πώς έχει δρομολογηθεί η ζωή της. Μαθαίνουμε, για παράδειγμα, για την περίπλοκη σχέση της Μαρίας με τον πατέρα της. Το "Μπράβο Μαρία, φτιάχνεις ωραίες σαλάτες" είναι μια φράση του πατέρα της προς την ίδια, που πίσω του καθρεφτίζει την αδιαφορία του, όπως εκείνη τη βιώνει.
Η Μαντώ Παπαρρηγοπούλου υπογράφει το -απαραίτητο- εισαγωγικό σημείωμα, που εξηγεί τη συνθήκη γύρω από την οποία βρέθηκε αυτή η αλληλογραφία, η οποία μετά από 40+ χρόνια λειτουργεί ως αρχείο της μάχης μιας γυναίκας με το σώμα της (και όχι μόνο). Περαιτέρω περιγράφει την έρευνα που έκανε η ίδια γύρω από τη νευρική ανορεξία, αλλά και τους λόγους που δεν διαβάζουμε τις απαντητικές επιστολές του μετέπειτα συζύγου της Μαρίας, αφήνοντας τον προβολέα να παραμένει στραμμένος επάνω της.
Στις 22 επιστολές, λοιπόν, δεν παρεμβάλλεται κάποιο άλλο κείμενο. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται επί της ουσίας για μια αλληλογραφία που δεν προοριζόταν για να δημοσιευτεί υπό τη μορφή ενός βιβλίου, διαβάζεται με ενδιαφέρον λόγω της αβίαστης εικόνας και της οπτικής που προσφέρουν τα γράμματα γύρω από την καθημερινή μάχη στη ζωή μιας γυναίκας. Αλλού η νεαρή ηρωίδα αγωνιά, αλλού εκνευρίζεται, αλλού παραμένει εύθραυστη, γράφοντας για στιγμές γύρω από την προσπάθειά της να ζήσει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η άτυπη συνομιλία που δημιουργείται ανάμεσα σε μητέρα και κόρη μέσα από την ανακάλυψη αυτών των επιστολών — σαν ένας διάλογος που δεν έγινε ποτέ όταν έπρεπε, αλλά βρήκε τελικά τον χώρο να υπάρξει μέσα από αυτά τα προσωπικά αρχεία. Η Μαντώ γνωρίζει μέσα από τις επιστολές άγνωστες λεπτομέρειες της ζωής της μητέρας της και ολοκληρώνει μια κουβέντα που -όπως γράφει- "όλο λέγαμε ότι θα κάνουμε και όλο αναβαλλόταν".
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Yusra, οι οποίες αποτελούν συνέχεια του τριμηνιαίου ομώνυμου περιοδικού, και μετρούν ακόμη ένα βιβλίο (Κακιά της Myriam Gurba).


