©Youtube
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος επέστρεψε στο προσκήνιο μέσα από τις Πανελλήνιες 2026, καθώς απόσπασμα από το ποίημά του "Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει" επιλέχθηκε για το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Και κάπως έτσι, ένας από τους πιο εμβληματικούς εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού συστήθηκε ξανά σε χιλιάδες μαθητές.
Ο Εμπειρίκος ήταν μια μορφή που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε και αντιλαμβανόμαστε την ποίηση στην Ελλάδα. Με επιρροές από το Παρίσι του μεσοπολέμου, την ψυχανάλυση και το ευρωπαϊκό avant-garde κίνημα, έφερε στην ελληνική λογοτεχνία μια γραφή τολμηρή, ελεύθερη και βαθιά αισθησιακή.
Το ποίημα που επιλέχθηκε στις εξετάσεις λειτουργεί σαν μια ωδή στη ζωή: μια παρότρυνση να αποτινάξει κανείς τη μελαγχολία, να κινηθεί με θάρρος, να διεκδικήσει χαρά, φως και επιθυμία. Οι στίχοι του, γεμάτοι ένταση και παλμό, παραμένουν αναπάντεχα σύγχρονοι σχεδόν έναν αιώνα μετά τη συγγραφή τους.
Γεννημένος το 1901, ο Ανδρέας Εμπειρίκος συνδέθηκε όσο λίγοι με τον ελληνικό υπερρεαλισμό. Η "Υψικάμινος", που κυκλοφόρησε το 1935, θεωρείται μέχρι σήμερα έργο-σταθμός, ενώ η "Οκτάνα" και ο "Μέγας Ανατολικός" αποκάλυψαν μια λογοτεχνική φωνή χωρίς όρια και συμβάσεις.
Παράλληλα με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με την ψυχανάλυση, αντιμετωπίζοντας την τέχνη ως χώρο ελευθερίας και εσωτερικής απελευθέρωσης. Ίσως γι’ αυτό το έργο του εξακολουθεί να διαβάζεται όχι σαν κάτι "σχολικό", αλλά σαν μια ζωντανή υπενθύμιση ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να είναι ανατρεπτική, φωτεινή και βαθιά ανθρώπινη.
Το ποιήμα του Ανδρέα Εμπειρίκου που έπεσε στις Πανελλήνιες Εξετάσεις
"Αρκεί. Χτύπα τη θλίψη καταγής
Και πέταξε το μαράζι στα σκουπίδια.
Πρέπει να πολεμήσης να χαρής
Κι ακόμα να χαρής
Κι όχι να πίνης ξύδι -όποιος κι αν στο δίνει
Τώρα σου πρέπει μέλι κι ένα ποτήρι γιομάτο "δε με μέλλει"
Ορθό-κοφτό σαν βλύσμα κραυγής γλάρου
Πρέπει να γυμνωθής Κι αν στολιστής να στολιστής με αχάτη.
Πρέπει να νιώσης όλες τις ηδονές που σε τραβάνε
Μα πρώτα πρέπει να ανασάνης μπροστά στον ήλιο
Κι αφού λυτρώσεις στην ψυχή σου τον οίστρο του βαρβάρου
Έβγα στο δρόμο.
Κ’ εκεί,
Προ πάντων,
Μην φοβηθείς το πάτημά σου".


