(c)Vasileios_Zarkadoulas
Η παράσταση του Γιάβορ Γκάρντεφ προϋποθέτει μια διαφορετική οπτική ως προς την αξιολόγησή της, καθώς δεν κρίνεται ως μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας, αλλά κυρίως ως μια μουσική περφόρμανς. Η παρουσία των The Tiger Lillies καθόρισε αποφασιστικά το θέαμα, που αποτέλεσε μια "εκλαϊκευμένη" εκδοχή των "Βακχών" με κυρίαρχο μουσικό χαρακτήρα. Το βρετανικό συγκρότημα, σε ρόλο σύγχρονων ραψωδών, αφηγήθηκε τον μύθο της έλευσης του θεού Διονύσου στη Θήβα και της φριχτής τιμωρίας που επιφυλάσσει στον βασιλιά Πενθέα, επειδή αυτός δεν αναγνωρίζει τη θεϊκή του υπόσταση, μέσα από τους πρωτότυπους στίχους των τραγουδιών του, με μια παρουσία όχι υποστηρικτική αλλά ισότιμη με εκείνη των ηθοποιών· ήταν οι αφηγητές που γνώριζαν την εξέλιξη της ιστορίας, σχολίαζαν τη δράση και φρόντιζαν να παραδοθεί ο μύθος στους θεατές σαν ένα φριχτό όσο και διδακτικό "παραμύθι".

Η αισθητική του συγκροτήματος διαπέρασε και την όψη των ηθοποιών, από τα κοστούμια και το μακιγιάζ έως τα επιμέρους ενδυματολογικά στοιχεία. Έτσι, η ιστορία αποδόθηκε μέσα από μια goth, σκοτεινή αισθητική, η οποία αποδείχθηκε ταιριαστή στο θέμα του διονυσιασμού, της έκστασης και της μεταμόρφωσης. Ωστόσο, οι αντιστοιχίες που δημιουργήθηκαν αφορούσαν κυρίως αυτές τις ποιότητες και λιγότερο την τραγικότητα, το βάρος και το υπαρξιακό βάθος του ευριπίδειου έργου. Συνολικά, η παράσταση, κινούμενη ανάμεσα στο μιούζικαλ, το νούμερο καμπαρέ και τη μουσική περφόρμανς -με τη μουσική άλλοτε να παραπέμπει σε τσίρκο και άλλοτε να χαμηλώνει σε μελαγχολικούς τόνους- έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στο παιχνίδι με τη θεατρικότητα και τη μεταμόρφωση παρά στην ανάδειξη του τραγικού στοιχείου.

Μέσα σε αυτή τη σκηνική ανάγνωση υπήρξε συνέπεια, όχι όμως και ως προς την παρουσία του Χορού (αποτελούμενου από τις Νεφέλη Ανθοπούλου, Aλεξάνδα Γαϊδατζή, Ξένια Γραμματικού, Ευθυμία Δανιηλίδου, Ζωή Ευθυμίου, Ελένη Θυμιοπούλου,
Αγγελική Κιντώνη, Πολυξένη Σπυροπούλου, Δανάη Σταματοπούλου, Nadya
Keranova, Kremena Slavcheva, Alexandra Svilenova). Με δεδομένο τον έντονο μουσικό χαρακτήρα της παράστασης αλλά και τη διονυσιακή μέθη που καταλαμβάνει τις Μαινάδες, τα χορικά αποδείχθηκαν αναπάντεχα στατικά. Στην αδυναμία αυτή συνέβαλε και το σκηνικό, ένας λαβύρινθος από κάγκελα που καταλάμβανε σχεδόν ολόκληρη την ορχήστρα, περισσότερο δυσκολεύοντας την κίνηση των ηθοποιών παρά δικαιολογώντας την παρουσία του.

Η παράσταση σύστησε στο ελληνικό κοινό τον Λεονίντ Γιόβτσεφ, ο οποίος παρέδωσε έναν απολαυστικό Διόνυσο, γεμάτο σαρκασμό, υπόγεια ειρωνεία και φιλάρεσκη αυταρέσκεια. Ο Μιχαήλ Ταμπακάκης, στην καλύτερη στιγμή του, ερμήνευσε τον "αρνητή" του Διονύσου, Πενθέα ανταποκρινόμενος πλήρως στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου ανεβάσματος. Στιβαρός υπήρξε και ο Αλέξανδρος Μυλωνάς ως Κάδμος, ενώ η Λουκία Μιχαλοπούλου, στον ρόλο της Αγαύης, έφερε στη σκηνή ποιότητες κοντά στο τραγικό ύφος, οι οποίες όμως δεν λειτούργησαν μέσα στη συγκεκριμένη αισθητική πρόταση. (Η επιλογή να παρουσιαστεί η παράσταση στην αγγλική γλώσσα αφήνει ερωτήματα ως προς την αποτελεσματικότητά της, καθώς σε αρκετές στιγμές η εκφορά του λόγου και οι λεπτές αποχρώσεις της ερμηνείας έμοιαζαν να ισοπεδώνονται εξαιτίας της ξένης -τόσο για τους ΄Ελληνες όσο και για τους Βούλγαρους ηθοποιούς- γλώσσας).
Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου στις 10-11 Ιουλίου και θα ακολουθήσει περιοδεία στην Αττική: Θέατρο Πέτρας (17/7), Βεάκειο Πειραιά (18/7), Κατράκειο Νίκαιας (24/7), Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού (30/8).
Περισσότερες πληροφορίες
Βάκχες
Μια σκοτεινή σκηνική ανάγνωση της τραγωδίας από τον διακεκριμένο δημιουργό Γιάβορ Γκάρντεφ, στη μεγάλη συμπαραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου με το Εθνικό Θέατρο της Βουλγαρίας και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με έναν εκλεκτό ελληνοβουλγαρικό θίασο σε σύμπραξη με το βρετανικό συγκρότημα The Tiger Lillies. Στις «Βάκχες» του Γκάρντεφ, η αιώνια διαπάλη ανάμεσα στη λαμπερή μορφή του Απόλλωνα και τη χαοτική σαγήνη του Διονύσου καταρρέει και τίθεται ένα καίριο ερώτημα σχετικά με την ανοχή της κοινωνίας στην αποσταθεροποίηση, σε μια παράσταση που κλονίζει τη βεβαιότητα της λογικής. Το έργο λειτουργεί ως αναμέτρηση με τα όρια της ευταξίας, δοκιμάζοντας την αντοχή κανόνων και θεσμών.