Ελίνα Γιουνανλή©
Ο Θοδωρής Οικονόμου (μουσική, ενορχήστρωση) και ο Γιάννης Καλαβριανός (κείμενο, στίχοι) επιστρέφουν στο δραματικό ειδύλλιο του Δημήτριου Κορομηλά (1891), που υπήρξε κάποτε εξαιρετικά δημοφιλές, επιχειρώντας μια τολμηρή επανεγγραφή του σε μορφή μιούζικαλ. Η επιλογή ενός έργου που έχει ξεθωριάσει από τη συλλογική μνήμη γεννά εύλογα το ερώτημα: μπορεί μια τόσο παραδοσιακή, βουκολική ιστορία να συγκινήσει το σύγχρονο κοινό;
Στον πυρήνα της αφήγησης βρίσκεται μια γνώριμη, και αρκούντως μελοδραματική, ερωτική ιστορία με εμπόδια: ένα ερωτευμένο ζευγάρι, ο Λιάκος και η Κρουστάλλω, αντιμετωπίζουν την άρνηση της μητέρας της Κρουστάλλως, Στάθαινας, να δεχτεί τον φτωχό Λιάκο για γαμπρό. Επιπροσθέτως, η εμφάνιση του Μήτρου, ενός εύπορου τσέλιγκα, που αναζητάει την παιδική του αγάπη, απειλεί να ανατρέψει τις ισορροπίες. Το έργο κινείται σε γνώριμα μονοπάτια, αξιοποιώντας τα στερεότυπα του δραματικού ειδυλλίου, έως ότου καταλήξει στο αναμενόμενο happy end.

Αυτά τα στερεότυπα επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν οι δύο συνδημιουργοί, καταλήγοντας σε ένα θέαμα που εκμεταλλεύεται όλα τα στοιχεία της συγκινησιακής φόρτισης, της συναισθηματικής έντασης και της νοσταλγίας που πυροδοτεί το πρωτότυπο έργο. Πρόθεσή τους δεν είναι τόσο να εκσυγχρονίσουν την ιστορία -οι αναφορές σε σύγχρονα ζητήματα, όπως η ερωτική αυτοδιάθεση, παραμένουν διακριτικές στο νέο κείμενο- αλλά κυρίως να αγγίξουν το σύγχρονο θεατή ενδυναμώνοντας τα χαρακτηριστικά και τις θεματικές του έργου (τη δύναμη της αγάπης, το λυρισμό, την όποια ποιητική διάσταση), έστω κι αν σε σημεία υποκύπτουν στον υπερβολικό μελοδραματισμό του.
Επίσης, ο Καλαβριανός εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη δυναμική και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, καταθέτοντας τελικά ένα άκρως γλαφυρό κείμενο (συμπεριλαμβάνονται οι στίχοι των υπέροχων τραγουδιών), γεμάτο ολοζώντανες περιγραφές, ενώ ο Οικονόμου από την πλευρά του συνθέτει μια μουσική υψηλής εκφραστικής και συναισθηματικής έντασης, επαναπροσεγγίζοντας δημιουργικά τη δημοτική μουσική παράδοση και το δημοτικό τραγούδι και χαρίζοντας στο κοινό μερικά αξιομνημόνευτα κομμάτια.

Επίσης, το χιούμορ δεν απουσιάζει από την παράσταση. εμφανίζεται τόσο μέσα από μια ελαφρά αυτοειρωνική διάθεση απέναντι στα στερεότυπα του είδους, όσο και μέσα από την ερμηνευτική προσέγγιση συγκεκριμένων ρόλων, όπως του Χρόνη, που λειτουργεί και ως ενδιάμεσος σκηνής και πλατείας (με τον Γιώργο Γλάστρα να καταθέτει μία εξαιρετική ερμηνεία) και της μητέρας του Λιάκου, που ερμηνεύεται απολαυστικά από την Τάνια Τσανακλίδου.
Συνολικά, οι ερμηνείες είναι δυναμικές και κρατούν την ενέργεια της παράστασης ψηλά (όπως και οι χορογραφίες του Αλέξανδρου Κυριαζή), ενώ οι περισσότεροι ηθοποιοί ανταποκρίνονται επάξια και στις φωνητικές απαιτήσεις της παράστασης: Ελένη Ουζουνίδου (Στάθαινα), Ασημένια Βουλιώτη (Κρουστάλλω), Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Μήτρος), ακόμη και αυτοί των μικρότερων ρόλων, όπως η εξαιρετική Μαριάμ Ρουχάτζε. από την άλλη, αχρείαστα έντονος είναι ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης (Λιάκος) και κάπως άτονος ο Γιάννης Αναστασάκης (Γκέρλας). Λειτουργικοί οι δύο ορεινοί όγκοι του σκηνικού της Εύας Μανιδάκη, αν και κάπως άχαροι, πολύ ωραία τα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα, καθώς παντρεύουν όμορφα το τότε και το τώρα.
Περισσότερες πληροφορίες
Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας
Ο Καλαβριανός, με το χαρακτηριστικό του βλέμμα πάνω στην ελληνική δραματουργία και τον δεκαπεντασύλλαβο που ξέρει να χειρίζεται σαν ζωντανή γλώσσα, ξαναγράφει τον "Αγαπητικό της βοσκοπούλας" του Δημήτριου Κορομηλά από την αρχή, με φρεσκάδα και χιούμορ. Ο Οικονόμου, από την άλλη, συνθέτει μια πρωτότυπη μουσική που γεφυρώνει το παραδοσιακό με το σύγχρονο, το ρομαντικό με το τραχύ. Συγκρούσεις, παρεξηγήσεις και μυστικά οδηγούν σε αδιέξοδα μέχρι να εμφανιστεί ο παντοδύναμος έρωτας σε μια από τις πιο όμορφες ιστορίες αγάπης, που αποτελεί εμβληματικό κομμάτι της ελληνικής μυθοπλασίας από το 1891 που πρωτογράφτηκε, έως σήμερα.