Γκέλυ Καλαμπάκα©
Θεωρώ το έργο της Σάρα Κέιν αταξινόμητο –παρότι δικαιολογημένα έχει ενταχθεί στο ρεύμα του in-yer-face theatre–, καθώς πρόκειται για ένα εξαιρετικά προσωπικό δείγμα θεατρικής έκφρασης. Αποκαλύπτει εικόνες της πιο σκοτεινής αβύσσου· είναι βίαιο, αποκρουστικό, "άρρωστο", αλλά ταυτόχρονα ποιητικό, και με έναν τρόπο σχεδόν φωτεινό. Κινείται με ευελιξία ανάμεσα στον ωμό ρεαλισμό και την υπέρβασή του, σε έναν πεδίο που άλλοτε αγγίζει τον εξπρεσιονισμό και άλλοτε τη βαθιά λυρικότητα.
Η συγγραφέας υποστήριζε πως είναι ένα έργο για την αγάπη· μια αγάπη τοποθετημένη σε ένα φρικτό περιβάλλον, διοχετευμένη σε απαγορευμένες μορφές, που όμως αντιπαρατίθεται ως λύτρωση ή σωτηρία απέναντι στη βία και την αυταρχική εξουσία. Χώρος δράσης είναι ένα ίδρυμα για τους απόκληρους του κόσμου (τοξικομανείς, ομοφυλόφιλους), το οποίο διευθύνει ο σαδιστής Τίνκερ. Εκεί καταφτάνει η Γκρέις, αναζητώντας τον αδελφό της, ενώ στο ίδιο ίδρυμα διαμένουν ο Ροντ και ο Καρλ, ένα ζευγάρι που θα έρθει αντιμέτωπο με την απολύτως σαδιστική όψη του Τίνκερ.

΄Ίσως, τελικά, πρόκειται για ένα έργο για την ανθρώπινη φύση, για το σκοτάδι αλλά και το φως της. Για τη ζωή που περιλαμβάνει βούρκους αλλά και ολάνθιστους παραδείσους, κάτι που αποτυπώθηκε τόσο καίρια στο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη. Συνολικά, έχω την αίσθηση ότι η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά εστίασε στο φως, στην αγάπη: μια αγάπη ακρωτηριασμένη, απελπισμένη, κάποιες φορές μιαρή, αλλά πάντως αγάπη. Θεωρώ εύστοχη την επιλογή του σκηνοθέτη να μην επιχειρήσει μια όσο το δυνατόν αληθοφανέστερη αναπαράσταση των βιαιοτήτων του έργου –ιδίως όπως αυτές εκφράζονται στους ακρωτηριασμούς του Καρλ– ούτε να μεταχειριστεί τη βία ως πρόκληση. Με αυτό τον τρόπο άφησε το έργο να αναπνεύσει και φώτισε τις υπόλοιπες διαστάσεις του.
Στην παράσταση, η αγάπη και η οδύνη είναι σφιχτά αγκαλιασμένες: στην αιμομικτική ερωτική σκηνή της Γκρέις (Μαίρη Μηνά) και του Γκράχαμ (Δημήτρης Καπουράνης), όπου θυμίζουν τους πρωτόπλαστους, στην απελπισμένη ένωση του Καρλ (συνταρακτικός ο Νικολάκης Ζεγκίνογλου) και του Ροντ (Γιώργος Ζυγούρης), αλλά και στο φινάλε, όπου η Γκρέις και ο Καρλ μένουν μόνοι, δεμένοι με έναν αλλόκοτο –αλλά και κυριολεκτικό– σωματικό δεσμό.

Ο Καραντζάς φώτισε επίσης το πιο σκοτεινό πρόσωπο του έργου, τον Τίνκερ. Δεν γνωρίζουμε από πού πηγάζει η ηδονή που αντλεί από το να προκαλεί πόνο· βλέπουμε όμως έναν άνθρωπο που στη μία σκηνή βασανίζει και στην επόμενη εκλιπαρεί ο ίδιος για αγάπη – ο Χρήστος Λούλης ανέδειξε με ακρίβεια αυτό το ψυχικό ρήγμα. Εύστοχο και το κοστούμι του (Ιωάννα Τσάμη), στο χρώμα του ξύλινου σκηνικού: τον κάνει να εξαφανίζεται μέσα του και να είναι πανταχού παρών, σχεδόν αόρατος στους άλλους. Η Νατάσα Εξηνταβελώνη (Γυναίκα) και ο Θανάσης Ραφτόπουλος (Ρόμπιν) συμπληρώνουν το εξαιρετικό καστ, ενώ τα φώτα (Ελίζα Αλεξανδροπούλου), η κίνηση (Τάσος Καραχάλιος) και η μουσική (Γιώργος Ραμαντάνης) συντονίζονται στη συνύπαρξη φωτός και σκοταδιού, εφιάλτη και ελπίδας.
Περισσότερες πληροφορίες
Cleansed
Βασική εκπρόσωπος του In-Yer-Face Theatre (δηλαδή "θέατρο που σου έρχεται κατάμουτρα") η αυτόχειρας Βρετανίδα συγγραφέας, στήνει μια σκληρή και συγκινητική ιστορία, που εξερευνά τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, της αγάπης και του πένθους. Σ’ έναν κόσμο όπου η βία και η καταπίεση συνυπάρχουν με τρυφερές σχέσεις, οι χαρακτήρες παλεύουν να βρουν νόημα και σύνδεση, ενώ η απώλεια και ο θάνατος καραδοκούν σε κάθε στιγμή. Το έργο είναι ακραίο αλλά και ποιητικό, αναγκάζοντας τον θεατή να αντικρίσει την ανθρώπινη ψυχή χωρίς φίλτρα. Μιλά για το πένθος, την επιθυμία, την αγάπη και τη λύτρωση με έναν τρόπο που δεν αφήνει κανέναν αδιάφορο.