Η ταινία «Της Κακομοίρας» είναι για πολλούς η καλύτερη κωμωδία του ελληνικού κινηματογράφου. Οι ατάκες της κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα και προσφάτως από blog σε blog. Ο ρόλος έχει ταυτιστεί στο ελληνικό συλλογικό ασυνείδητο με τον Κώστα Χατζηχρήστο. Όμως ο Πέτρος Φιλιππίδης μεταφέρει τώρα στο θέατρο το θρυλικό «Μπακαλόγατο», χωρίς να φοβάται τη σύγκριση, και ετοιμάζεται «να τα δώσει όλα» στο ρόλο του μπερμπάντη, θρασύ και παμπόνηρου Ζήκου.

"Kατάστημα τροφίμων, εδώ υποδιευθυντής": Όταν ο Ντίνος Κατσουρίδης κινηματογραφούσε το 1963 το «Της Κακομοίρας», βασισμένος στο θεατρικό έργο των αδελφών Γιαννακόπουλου, με πρωταγωνιστές τον Κώστα Χατζηχρήστο, τον Νίκο Ρίζο, τη Μαρίκα Νέζερ και τον Κώστα Δούκα, δεν φανταζόταν ότι 44 χρόνια μετά οι ατάκες της ταινίας του θα κυκλοφορούσαν στα blogs του Διαδικτύου αποτελώντας –ακόμη– σημείο αναφοράς.
Νοσταλγία; Κόλλημα; Εμμονή; Αυθεντικότητα ύφους; Ανθεκτικότητα στη φθορά του χρόνου; Διαχρονικότητα; Ή μήπως ανεπάρκεια κωμικού γκελ στα σύγχρονα έργα; Για ποιο λόγο, τέλος πάντων, βλέπουμε ξανά και ξανά αυτά τα έργα; Και πώς εξηγείται το φαινόμενο της μεταφοράς τους εν έτει 2007 στις θεατρικές σκηνές της πόλης; Η αλήθεια πρέπει να βρίσκεται μάλλον στη «σύνθεση» των προαναφερθέντων υποθέσεων και, κακά τα ψέματα, στην ακαταμάχητη γοητεία που επιμένουν να ασκούν τα γενναιόδωρα, «καλοσυνάτα» και «αθώα» '60s στο σύγχρονο κοινό. Εκτός, λοιπόν, από τη θεατρική εκδοχή της «Θείας από το Σικάγο» με την Άννα Παναγιωτοπούλου, που συνεχίζει ακάθεκτη από την προηγούμενη σεζόν, φέτος κάνει θριαμβευτική έφοδο στο θεατρικό σανίδι και ο «Μπακαλόγατος», ακόμη μία ταινία-θρύλος του all-time-classic ελληνικού κινηματογράφου. Ο Πέτρος Φιλιππίδης, ο οποίος σκηνοθετεί την παράσταση και ερμηνεύει τον Ζήκο, μας μιλάει για το όλο εγχείρημα.
Για την ανθεκτικότητα του Μπακαλόγατου «Υπάρχει μια διαχρονικότητα σ' αυτές τις ταινίες. Δεν αρέσουν μόνο επειδή μας κάνουν να γελάμε, αλλά επειδή είναι απλές και ειλικρινείς. Έπειτα, είναι και οι ηθοποιοί που έκαναν γκελ στον κόσμο. O ''Μπακαλόγατος'' στην πρώτη του μορφή παίχτηκε από τον Χατζηχρήστο, τον Αυλωνίτη και τη Βασιλειάδου. Στο έργο δεν υπάρχουν χοντρά αστεία, πρόκειται για μια ηθογραφία. Άλλωστε, συγγραφείς όπως ο Σακελλάριος, ο Γιαννακόπουλος, ο Ψαθάς και άλλοι νεότεροι ήταν μάστορες στο να περιγράφουν με απλό τρόπο καθημερινές καταστάσεις, περνώντας μηνύματα με αιχμή του δόρατος το χιούμορ». Για τα μηνύματα του έργου «Το έργο μιλάει με έμμεσο τρόπο για την αστυφιλία, για την αδυναμία να κοιτάξουμε τον εαυτό μας παρότι ασχολούμαστε συνεχώς με το τι συμβαίνει στους άλλους, για την ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία, για αξίες και συναισθήματα σπάνια στην εποχή μας. Ο Ζήκος λέει την αλήθεια με το δικό του τρόπο, που θα μπορούσε σε άλλη περίπτωση να ενοχλήσει. Είναι σαν τον τρελό του χωριού, αλλά ένα βήμα πριν. Εκφράζει αλήθειες που κανείς άλλος δεν τολμά να θίξει και προσβάλλει συνεχώς τους γύρω του, χωρίς να τον παρεξηγεί κανείς. Από την άλλη όμως, δεν βλέπει κατάματα τα δικά του ελαττώματα και τις μεμπτές πράξεις του. Είναι ένας περίεργος χαρακτήρας· μοιάζει μ' εκείνους του βωβού κινηματογράφου».
Για την ερμηνεία του Κ. Χατζηχρήστου «Η ταινία μπορεί να μην είχε την ίδια αξία χωρίς την ερμηνεία του Χατζηχρήστου. Μπήκε μέσα και τα διέλυσε όλα! Καπέλωσε το σενάριο, τους ηθοποιούς, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, αφού επηρεάστηκε από τον Ζήκο σε όλους τους μετέπειτα ρόλους του. Ο ρόλος δεν είναι μόνο μια πρόκληση, είναι και κίνδυνος. Επειδή ο κόσμος αγαπά το έργο και το θέατρο, αλλά και μένα, πιστεύω ότι δεν θα μου χαριστεί μεν, θα αναγνωρίσει όμως τη δουλειά που έχω κάνει και θα απενοχοποιηθεί, όπως απενοχοποιώ κι εγώ το έργο». Για την πρόκληση να ερμηνεύσει τον Ζήκο «Τραβάω μια κλωστή από τον Χατζηχρήστο. Υπάρχουν στοιχεία που θα τον θυμίσουν, δεν γυρίζω την πλάτη στην παράδοση, αλλά χρησιμοποιώ τα δικά μου εκφραστικά μέσα. Το αλώνισμα πάνω στη σκηνή είναι, άλλωστε, το φόρτε μου! Και ναι μεν ερμηνεύω αυτόν το ρόλο που είναι καταλύτης μέσα στο έργο, αλλά υπάρχει και το αντίπαλον δέος, ο μπακάλης, που τον προβάλλω πολύ περισσότερο απ' ό,τι στην ταινία. Και ως σκηνοθέτης, με ενδιαφέρει το σύνολο της παράστασης, ώστε αυτή να περιβάλλει τον Ζήκο, αλλά κι εκείνος να την υπηρετεί». Για τη δική του θεατρική προσαρμογή «Υπάρχει ο κίνδυνος ένας τόσο αγαπημένος χαρακτήρας να ξενίσει αν ακουστεί διαφορετικά. Μην ξεχνάμε ότι το κοινό ξέρει το έργο σχεδόν απέξω! Στη διασκευή έχουν αλλάξει κάποιοι χώροι καθώς και η συγκρότηση των σκηνών, ενώ έχουν προστεθεί μερικές ατάκες, οι οποίες ωστόσο δεν ‘‘προδίδουν’’ το έργο. Η εποχή έχει διατηρηθεί, απλώς το έργο προσαρμόστηκε για τη θεατρική σκηνή. Στην έναρξη, υπάρχει μια προβολή που ξεκινά από το σήμερα και γυρνάει στο 1963, με ευρήματα που δένονται με την επί σκηνής δράση. Παρακολουθώντας τον Ζήκο σήμερα στο σούπερ μάρκετ, γυρνάμε πίσω στο χρόνο και συνδέουμε τις εποχές αναζητώντας τι έφταιξε και τι όχι στην εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν θέλω να ξεχάσει το κοινό την ταινία, αλλά στη σκηνή, αντί για τον Ζήκο, θα δει… τον εγγονό του». Για την ανταπόκριση της νέας γενιάς «Οι παλιότεροι σίγουρα θα ταυτιστούν, αλλά και οι νέοι την περιμένουν πώς και πώς την παράσταση. Οι νέοι, άλλωστε, έχουν ένα χαρακτηριστικό που είχαν οι παλιοί ηθοποιοί και θεωρώ ότι έχω και εγώ: δεν αισθάνονται ενοχές. Δεν περιμένουν να δουν την παράσταση για να τη συγκρίνουν με την ταινία, αλλά έρχονται στο θέατρο για να γελάσουν, να έρθουν σε επαφή και να επικοινωνήσουν. Δεν έχει βρεθεί ούτε ένας άνθρωπος να μου πει: ''Γιατί το κάνεις αυτό;''. Αυτά τα έργα είναι δυνατά και δεν υπάρχει λόγος να χαθούν, αφού υπάρχουν ηθοποιοί με το δικό τους στίγμα που μπορούν να τα επαναλαμβάνουν ακόμα και σε ρεπερτόριο».
Ατάκες-φετίχ

Ζήκος: Εσύ όχι παλαμάκια! Να παλαμοκροτάν αυτοί που πληρώνουν! Όχι εσύ που θέλουμε τρεις κιμωλίες στο γράψε-σβήσε τη βδομάδα για σένα, έτσι; Ζήκος: …και με κρατάς και τον Ίκα! Ποιος
είν' αυτός ο Ίκας;
Μπακάλης: Τι γίνανε οι φακές; Τις πούλησες; Ζήκος: Δεν τις πούλησα, φύγανε μοναχές τους! Διότι σκάσανε οι φακές, βγήκαν τα μαμούνια, πήρε κάθε μαμούνι στην πλάτη από μια φακή και δρόμο τον ανήφορο! Ζήκος: Τι 'ν' αυτό; Μπακάλης: Το γαμπριάτικο υποκάμισο. Ζήκος: Και γιατί το λες υποκάμισο, τι είναι, υπολοχαγός; Μπακάλης: Τον βλέπεις τελευταία που έχει αδυνατίσει; Κάθε βράδυ στο φαΐ του του βάζω από λίγο παραθείο! Ζήκος: Να μου κάνεις τη χάρη! Τ' άκουσα τι είπες, μου έβρισες το θείο! Ζήκος (στον Κιτσάρα): Άλλαξες μάρκα πάλι. Ε, δεν πας στο διάολο, αλλάζεις όλο μάρκες, θα μου κάνεις το λαιμό μου χάλια, δεν μπορώ να μιλήσω… Μια μάρκα θα φουμάρεις!Συντελεστές
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς. Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ. Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ. Μουσική επιμέλεια: Ιάκωβος Δρόσος. Παίζουν επίσης: Τάσος Κωστής, Θάλεια Ματίκα, Γιάννης Δεγαΐτης, Γιώργος Λέφας, Χριστίνα Τσάφου, Σπύρος Πούλης, Αλίνα Κοτσοβούλου, Μάνος Παπαγιάννης, Θανάσης Τσαλταμπάσης, Ειρήνη Τσιάρη. INFO
Θέατρο Μουσούρη, πλ. Καρύτση 7, 2103310936. Avant premiere: 10/11.