Παρότι η Κυριακή των Βαΐων εθιμοτυπικά σημαίνει το κλείσιμο της χειμερινής σεζόν, η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική τα τελευταία χρόνια. ΄Έτσι και φέτος, αρκετές είναι οι παραστάσεις που συνεχίζονται όσο και οι νέες παραγωγές που ξεκινούν μετά το Πάσχα. Μέσα σε αυτή τη ζωντανή όσο και ρευστή συνθήκη, επιχειρούμε έναν απολογισμό της σεζόν που διανύουμε, περισσότερο ως χαρτογράφηση παρά ως τελική ετυμηγορία.
Στόχος είναι να αναδειχθούν οι τάσεις που ξεχώρισαν και να προκύψουν ορισμένα συμπεράσματα για το τοπίο που διαμορφώνεται, λαμβάνοντας πάντα υπόψη πως η εντυπωσιακή πληθώρα των παραστάσεων καθιστά αδύνατη την πλήρη εποπτεία του αθηναϊκού θεατρικού χάρτη ακόμη και για τον πιο ενημερωμένο θεατή.

Κατ’ αρχήν, ήταν μια καλή ή μια κακή χρονιά; Φέτος είναι η πρώτη χρονιά μετά την εκρηκτική επιστροφή του κοινού στα θέατρα μετά την πανδημία, που έγινε λόγος για μια δύσκολη σεζόν, σε ό,τι αφορά την προσέλευση των θεατών και συνεπακόλουθα τη βιωσιμότητα των παραστάσεων. Υπήρξαν, βέβαια, παραστάσεις που επιβεβαίωσαν τις αρχικές, υψηλές προσδοκίες, άλλες όμως δυσκολεύτηκαν αισθητά, έπαιξαν σε μισογεμάτες αίθουσες, ολοκλήρωσαν πρόωρα τον κύκλο τους -με τι κόστος, άραγε, για τους συντελεστές;- ή στράφηκαν σε έκτακτες περιοδείες στην περιφέρεια προς τόνωση του ταμείου.

Μάλιστα, αυτό, ίσως, αποδειχτεί μια νέα κανονικότητα και όχι συγκυριακό φαινόμενο, όσο συνεχίζεται η ανάπτυξη της παραγωγής σε αυτούς τους αριθμούς και με αυτούς τους ρυθμούς. Η συνεχής διόγκωση δημιουργεί μια αγορά όπου, όσο αξιόλογο κι αν είναι το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, οι αριθμοί δύσκολα ισορροπούν. Μπορεί μετά την πανδημία να ήρθε νέο κοινό στο θέατρο, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι επαρκεί για να καλύψει την υπερπροσφορά, ιδίως σε μια περίοδο όπου το αυξανόμενο κόστος ζωής μετατρέπει μια θεατρική έξοδο σε μικρή πολυτέλεια.

Καλλιτεχνικές τάσεις ή συνταγές επιτυχίας;
Μοιραία, λοιπόν, το καλλιτεχνικό προφίλ των παραστάσεων διαμορφώνεται και υπό το πρίσμα της οικονομικής επιβίωσης. ΄Έτσι, οι τάσεις που καταγράφηκαν μοιάζει να έχουν επιλεχτεί -συνειδητά ή όχι- και ως "συνταγές επιτυχίας". Δηλαδή, παραγωγοί και καλλιτέχνες στρέφονται σε είδη και στιλ που έχουν ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία, επιχειρώντας να συλλάβουν εκ νέου το σφυγμό του κοινού - κάτι που, αφενός, εντείνει μια αίσθηση επανάληψης, όπου οι εκπλήξεις γίνονται όλο και πιο σπάνιες, και αφετέρου περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια για πειραματισμό, ερευνητικές προσεγγίσεις ή, απλώς, για παραστάσεις που γεννιούνται χωρίς το άγχος της εμπορικής επιβίωσης.

΄Έτσι και φέτος διατηρήθηκε η στροφή στη νοσταλγία: έργα και θεατρικά είδη του παρελθόντος επανήλθαν, άλλοτε με σύγχρονες αναγνώσεις και άλλοτε με πιο ευθύγραμμες σκηνοθετικές προσεγγίσεις ("Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας" από τους Θοδωρή Οικονόμου-Γιάννη Καλαβριανό, "Το μεγάλο μας τσίρκο" του Καμπανέλλη από τον Πέτρο Ζούλια). στο ίδιο πλαίσιο, ανασυστήθηκαν εποχές και τοπία του ελληνισμού ("Αλεξάνδρεια", σε σκηνοθεσία Φωκά Ευαγγελινού, "Astoria", σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου), όπως και εμβληματικές μορφές του ελληνικού πολιτισμού ("Νίκος Ξυλούρης - Ο Αρχάγγελος της Κρήτης", σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη).

Το ότι όλες οι παραπάνω παραγωγές φέρουν έντονο μουσικό στοιχείο δεν είναι τυχαίο. Η μουσική τάση, που είχε δυναμική παρουσία κατά τις προηγούμενες σεζόν, δείχνει να παγιώνεται. είτε σε μεγάλες μουσικοθεατρικές παραγωγές είτε σε μικρότερες παραστάσεις, η μουσική επί σκηνής δείχνει να λειτουργεί ως εργαλείο διατήρησης της ενέργειας, της συγκίνησης και της επαφής με το κοινό.

Επίσης, ισχυρή ήταν και φέτος η παρουσία παραστάσεων που άντλησαν υλικό από την ελληνική και ξένη λογοτεχνία, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα αναφορών και αισθητικών: από Ταχτσή ("Το τρίτο στεφάνι") και Τσίρκα ("Χαμένη άνοιξη") μέχρι Πούσκιν ("Ντάμα Πίκα"), Ντοστογιέφσκι ("Η ΄Ήμερη"), Κάφκα ("Η δίκη") και ΄Όργουελ ("1984", σε μία αξιοσημείωτη σκηνοθεσία & ερμηνεία του Γιώργου Παπαγεωργίου), με τις σκηνικές προσεγγίσεις να κινούνται από κλασικότροπες μέχρι και πιο τολμηρές.

Ταυτόχρονα, συνεχίστηκε το θεατρικό ρεύμα που αντλεί έμπνευση από τον κινηματογράφο: ενδεικτικά, μεταφέρθηκαν στο σανίδι δύο εμβληματικές ταινίες βασισμένες σε βιβλία του Στίβεν Κινγκ ("Misery", σε σκηνοθεσία ΄Έλενας Καρακούλη & "Τελευταία έξοδος - Ρίτα Χέιγουορθ", σε σκηνοθεσία Δημήτρη & Ορέστη Σταυρόπουλου). Αισθητή παρουσία είχαν επίσης οι παραστάσεις που επιστρέφουν στην "χρυσή εποχή" του ελληνικού σινεμά ("Λόλα" από τον Χρήστο Σουγάρη, "Η κόμισσα της φάμπρικας" από τον Σταμάτη Φασουλή & επίσης "Τζένη Τζένη" από τον Νίκο Καραθάνο & "Ilya darling" από τον Δημήτρη Μαλισσόβα, που αναμένονται), μία τάση που συνενώνει τη στροφή προς το σινεμά με το ευρύτερο ρεύμα της νοσταλγίας.

΄Έργο ή Σκηνοθεσία;
Επίσης, σταθερά αυξανόμενη εμφανίζεται η παραγωγή νέων ελληνικών έργων, η οποία τείνει να αναδειχτεί σε κυρίαρχο χαρακτηριστικό και της φετινής σεζόν. Το ρεαλιστικό ύφος συνεχίζει να διατηρεί τα πρωτεία, ενώ ως προς τις θεματικές συνεχίζει να κυριαρχεί ο κοινωνικοπολιτικός προσανατολισμός, καθιστώντας το ελληνικό θέατρο ως ζωντανό πεδίο ανάδειξης και καταγγελίας (όχι χωρίς έναν εμφανή διδακτισμό σε κάποιες περιπτώσεις) σημαντικών θεμάτων.
Πάντως τα έμφυλα ζητήματα, οι κοινωνικές αδικίες και ευρύτερα πολιτικά ερωτήματα απασχολούν συστηματικά τους Έλληνες συγγραφείς, με δεκάδες νέα έργα να παρουσιάζονται επί σκηνής, είτε ακολουθώντας ρεαλιστικό ύφος είτε δοκιμάζοντας διαφορετικά στιλ ("Τζόνι μπλε" του Γιωργή Τσουρή, "΄Έντα" των Παλούμπη-Τσιοτσιόπουλου, "αθανασία" της Νεφέλης Μαϊστράλη, "Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα" του Βασίλη Μαγουλιώτη, "Απόψε κανείς δεν πεθαίνει" των Κων/νου Μαυρόπουλου-Βίβιαν Στεργίου κ.ά.).

Πρωτίστως, βέβαια, το ελληνικό θέατρο παραμένει θέατρο σκηνοθετών. ΄Έτσι καθεμία από τις παραστάσεις της σεζόν καθορίστηκε και κρίθηκε από τη δραματουργική και σκηνοθετική παρέμβαση των δημιουργών: τη μουσικότητα του ΄Άρη Μπινιάρη ("Η δίκη"), τη φρενήρη ενέργεια του Γιώργου Κουτλή ("Η κουζίνα"), την καθαρότητα του Δημήτρη Καραντζά ("Cleansed"), το φορμαλισμό του Θωμά Μοσχόπουλου (σκηνοθέτης που επιμένει σε άγνωστα -και γι’ αυτό τολμηρά ως επιλογή- έργα, επέλεξε φέτος το εξπρεσιονιστικό δράμα "Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα"), την τραγικωμική προσέγγιση του Γιάννη Χουβαρδά ("Ιβάνοφ!") και του ΄Έκτορα Λυγίζου ("Βυσσινόκηπος").

Επίσης, την πληθωρικότητα του Γιάννη Κακλέα ("Ράφτης κυριών", "Locandiera"), τη θεατρικότητα του Στάθη Λιβαθινού ("Το τρίτο στεφάνι", "Ντάμα Πίκα"), τη διερευνητική απόπειρα του Δημήτρη Τάρλοου ("Ηλέκτρα εντός"), τη σαρωτική όσο και οργισμένη ενέργεια του Χρήστου Θεοδωρίδη ("Ιεροτελεστία"), τον ωμό ρεαλισμό του Βασίλη Μπισμπίκη ("Σωσμένος") κ.ά. - όπως και των ξένων υπογραφών που είχαν ισχυρή παρουσία στη φετινή σεζόν, σε συνεργασία με Έλληνες ηθοποιούς: του Τόμας Οστερμάιερ στη δική του εκδοχή του ιψενικού "Εχθρού του λαού", του Μαριάνο Πενσότι ("Μια αχόρταγη σκιά") και του Ρόμπερτ 'Άϊκ ("Οιδίποδας").


