Αλέξανδρος Χριστοδούλου©
Νέα παράταση πήρε η 'Άννα Κοκκίνου με το "Συμπόσιο" του Πλάτωνα με τελευταίες παραστάσεις έως και την 1η Μαρτίου, για την παράσταση που παίζεται για δεύτερη σεζόν στο θέατρο Σφενδόνη, αποδεικνύοντας ότι το κλασικό κείμενο μπορεί να παραμένει εκρηκτικά ζωντανό. Μια σκηνική αναμέτρηση με το αριστούργημα του Πλάτωνα που αντιλαμβάνεται το φιλοσοφικό έργο ως ζωντανό στοχασμό για τον έρωτα, τη γνώση και την ανθρώπινη φύση, σε μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου.
Η προσέγγισή της είναι πράξη διανοητικής και σκηνικής τόλμης. Σε μια εποχή όπου η φιλοσοφία συχνά απομονώνεται από το συναίσθημα, η Κοκκίνου τολμά να ενώσει το λόγο του Σωκράτη με τη σωματικότητα της σκηνής, να μετατρέψει τον φιλοσοφικό διάλογο σε θεατρικό συμβάν. Η σκηνική της ματιά δημιουργεί έναν αισθητικό χώρο όπου ο θεατής συμμετέχει σε ένα πραγματικό συμπόσιο ιδεών, ήχων και σωμάτων. Το αριστουργηματικό φιλοσοφικό κείμενο του Πλάτωνα (427 π.Χ. – 347 π.Χ.), εξετάζει τις πολλαπλές όψεις του 'Έρωτα σ' ένα εορταστικό συμπόσιο. Οκτώ πρόσωπα εγκωμιάζουν τον 'Έρωτα, φανερώνοντας τις τάσεις της κοινωνίας για το θέμα αυτό στην Αθήνα της εποχής.

Με πρωταγωνιστές τους Ρίτα Λυτού, Μυρτώ Πεδιωτίδη-Μανιάτη, Γιώργο Μπουφίδη, Τάσο Πετρίτση, Γιάννη Σέπε, Μιχάλη Ψαλίδα, 'Άννα Κοκκίνου στη σκηνή του Σφενδόνη, οι οκτώ λόγοι για τον 'Έρωτα μεταμορφώνονται σε ζωντανές μορφές που συνομιλούν, συγκρούονται, παρασύρονται από το πάθος και το πνεύμα. Μέσα από το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, τα κοστούμια του Παύλου Θανόπουλου, τη μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή και τις μάσκες της Μάρθας Φωκά, η Κοκκίνου δημιουργεί έναν χώρο τελετουργικό, ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο. Την χορογραφία υπογράφει ο Ερμής Μαλκότσης και τους φωτισμούς ο Τάσος Παλαιορούτας.
Το Συμπόσιο προς τιμήν του ποιητή Αγάθωνα για την πρώτη νίκη του στους δραματικούς αγώνες, έγινε το 416 π.Χ. λίγους μόνο μήνες πριν από τον απόπλου του περίφημου στόλου για τη κατάκτηση της Σικελίας. Η Αθήνα στο υψηλότερο σημείο της δύναμής της. Ο Αλκιβιάδης έχει ήδη ονομαστεί αρχηγός της εκστρατείας, μεθυσμένος όχι μόνο με κρασί αλλά και με τις φιλοδοξίες που του αποδίδει ο Θουκυδίδης. Ο Αριστοφάνης παρουσιάζεται όπως θα ήταν την εποχή που οι ‘Όρνιθες’ και η ‘Λυσιστράτη’ έμελλαν να γραφτούν, γεμάτος πνεύμα και ευθυμία και δροσιά, κι όχι ο τσακισμένος άνθρωπος που γνώρισε ο Πλάτων.
"‘Οταν γράφτηκε το Συμπόσιο, το 386 π.Χ. περίπου, κανένα από τα πρόσωπα δεν ήταν πια στη ζωή. Ο διάλογος έχει τη μορφή δράματος εξιστορημένου σε πλάγιο λόγο. Ο πραγματικός αφηγητής, ο Απολλόδωρος ο Φαληρέας (αναφέρεται γι' αυτόν ότι ξέσπασε σε υστερικά κλάματα όταν ο Σωκράτης άδειασε το ποτήρι με το κώνειο) εξιστορεί όσα του έχει αφηγηθεί ο Αριστόδημος που ήταν παρών σε αυτό το επινίκιο Συμπόσιο προς τιμήν του ποιητή Αγάθωνα. Διηγείται, λοιπόν, πώς αποφασίζει η συντροφιά να περάσουν τη βραδιά εκφωνώντας ο καθένας ένα εγκώμιο για τον 'Έρωτα. Ο Σωκράτης συμφώνησε αμέσως με την ιδέα, αφού η "τέχνη του έρωτα" ήταν η μόνη που κατείχε" , διαβάζουμε στο σημείωμα για την παράσταση.

Η 'Άννα Κοκκίνου επιμένει να διαβάζει το θέατρο ως πράξη σκέψης, ως τόπο όπου η φιλοσοφία ξαναβρίσκει τη θεατρική της ρίζα. Με αφοσίωση, βάθος και σπάνιο καλλιτεχνικό θάρρος, προσεγγίζει το "Συμπόσιο" όχι ως ακαδημαϊκό κείμενο, αλλά ως ωδή στην ίδια την αναζήτηση του 'Έρωτα ....για τη γνώση, την ομορφιά και τη ζωή.
Περισσότερες πληροφορίες
Συμπόσιο
Το διαλογικό φιλοσοφικό κείμενο του Πλάτωνα (427 π.Χ. – 347 π.Χ.) για τις πολλαπλές όψεις του έρωτα παίρνει τη μορφή δράματος εξιστορημένου σε πλάγιο λόγο. Οκτώ πρόσωπα εγκωμιάζουν τον έρωτα σ' ένα εορταστικό συμπόσιο. Ο διάλογος έχει τη μορφή δράματος εξιστορημένου σε πλάγιο λόγο. Ο πραγματικός αφηγητής, ο Απολλόδωρος ο Φαληρέας (αναφέρεται γι' αυτόν ότι ξέσπασε σε υστερικά κλάματα όταν ο Σωκράτης άδειασε το ποτήρι με το κώνειο) εξιστορεί όσα του έχει αφηγηθεί ο Αριστόδημος που ήταν παρών σε αυτό το επινίκιο Συμπόσιο προς τιμήν του ποιητή Αγάθωνα. Διηγείται, λοιπόν, πώς αποφασίζει η συντροφιά να περάσουν τη βραδιά εκφωνώντας ο καθένας ένα εγκώμιο για τον έρωτα. Ο Σωκράτης συμφώνησε αμέσως με την ιδέα, αφού η «τέχνη του έρωτα» ήταν η μόνη που κατείχε.
