Βασίλης Μαντάς©
Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντώ τον πάντα φιλικό και ευγενή Μιχάλη Σαράντη. Αυτήν τη φορά για τις ανάγκες της φωτογράφισης δώσαμε ραντεβού αργά το απόγευμα στο "Ex Machina" στο Παγκράτι όπου μας υποδέχθηκε ο chef patron Άνταμ Κοντοβάς, ενώ σύσσωμη η ομάδα του βραβευμένου εστιατορίου ετοιμαζόταν σε φουλ ρυθμούς για το βράδυ. Η κουβέντα μας ξεκίνησε να κυλά ανάμεσα στις κατσαρόλες και στις προετοιμασίες των πιάτων, σαν να βρισκόμασταν στο backstage μιας θεατρικής παράστασης. Σε αντίθεση, όμως, με τον δημιουργικό χαμό που θα επικρατούσε στα παρασκήνια, στην ανοιχτή κουζίνα του παγκρατιώτικου εστιατορίου όλα εξελίσσονται προς το παρόν αθόρυβα και τακτικά, σαν χορογραφία.

Ο Σαράντης είναι άνετος στο περιβάλλον της "Κουζίνας"· το ζει, καθώς εκεί θα βρίσκεται φέτος θεατρικά. Από τα πρώτα του βήματα, ζει κάθε ρόλο με ένταση και αυθεντικότητα. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης "Κάρολος Κουν", κατάφερε γρήγορα να ξεχωρίσει. Το 2015 απέσπασε το βραβείο "Δημήτρης Χορν" για τις ερμηνείες του στη "Φλαντρώ" και τον "Ιππόλυτο", ενώ στα Θεατρικά Βραβεία Κοινού 2024 από το "αθηνόραμα" τιμήθηκε με το 2ο βραβείο ανδρικής ερμηνείας για τη "Συρανό". Τα τελευταία χρόνια, η ζωή του εμπλουτίστηκε με προσωπικές αλλαγές, και η γέννηση της κόρης του έφερε νέα ευαισθησία απέναντι στο χρόνο και στους ανθρώπους.
Στην "Κουζίνα" του Άρνολντ Γουέσκερ, που ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη και τώρα παίζεται στην Αθήνα, στο Κιβωτός, σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή, αλλά και στο "Ο φονιάς, έγκλημα και αθώωση", σε σκηνοθεσία Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, που θα παρουσιαστεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά από τις 8 Δεκεμβρίου, δεν διστάζει να αναμετρηθεί με ρόλους που ίσως δεν θα επέλεγε ποτέ. Μέσα από αυτούς, κοιτάζει την καθημερινότητα κατάματα και αναδεικνύει τα αθέατα της κοινωνίας. Όπως λέει ο ίδιος, το θέατρο είναι για εκείνον ένας τρόπος να κοιτάξει βαθιά, να αμφισβητήσει και να ονειρευτεί.

Η κουβέντα μας γρήγορα μεταφέρεται στη θεατρική "Κουζίνα": "Πριν οχτώ μήνες περίπου, με πήρε τηλέφωνο ο Γιώργος Κουτλής για να συνεργαστούμε. Το έργο ουσιαστικά έχει επαναγραφεί από τον Γιώργο Κουτλή μαζί με τον Πρόδρομο Τσινικόρη και τον Μιχάλη Πιτίδη. Πήραν τον καμβά του έργου και το κέντρο του. Το έργο ήταν πολυπληθές, με περίπου σαράντα χαρακτήρες, ενώ εμείς είμαστε δεκατέσσερις ηθοποιοί, οι Σαμουήλ Ακινόλα, Πολύδωρος Βογιατζής, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Δανάη Καλούτσα, Ιλιάννα Καραπασιά, Γιώργος Κατσής, Ειρήνη Μακρή, Γιώργος Μπουκαούρης, Gary Salomon, Χρήστος Σαπουντζής, Αναστασία Στυλιανίδη, Πίτερ Τζέικς, Γιλμάζ Χουσμέν. Κάποιοι ρόλοι συγχωνεύτηκαν, κάποιοι γράφτηκαν εκ νέου – όπως ο ρόλος της μαγείρισσας που προστέθηκε για την Ειρήνη. Όλοι οι χαρακτήρες είναι πτυχές του εαυτού μας, θεατρικά τραβηγμένες".
Είναι μια παράσταση-ψυχογράφημα;
Ο Γιώργος Κουτλής κάνει ψυχογραφήματα, αν και η λέξη είναι λίγο βαριά. Στην πρόβα αλλάξαν πολλά πράγματα, και το κείμενο μετακινήθηκε αρκετά.
Μπορείς να μας περιγράψεις συνοπτικά την υπόθεση;
Η υπόθεση φαίνεται απλή: σε ένα πολυσύχναστο εστιατόριο με μέτριο φαγητό, μάγειρες, σερβιτόρες και ο σεφ τρέχουν σαν τρελοί. Δουλεύουν σε φρενήρεις ρυθμούς, χωρίς να προλαβαίνουν να ονειρευτούν, να ερωτευτούν ή να ζήσουν πραγματικά. Το έργο είναι πολιτική παραβολή για την εργασία που μας εξουθενώνει αλλά τη χρειαζόμαστε για να επιβιώσουμε.
Μιλά για το πόσο αποδοτικοί πρέπει να είμαστε ώστε να κρίνει το HR, το Human Resources, κάθε εταιρείας αν αξίζει να σε κρατήσει σε μια δουλειά. Ποιοι είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες;
Οι κεντρικοί ρόλοι είναι ο Αντρέι, ο σεφ, και η Μονίκ, μια σερβιτόρα που έχει μείνει έγκυος. Η ιστορία διαδραματίζεται μέσα σε δυο-τρεις ώρες και δείχνει τη διαδρομή του Αντρέι από τα ψηλά στα χαμηλά. Είναι μια παραβολή για το πώς ένας άνθρωπος που τολμάει να ονειρευτεί καταπίνεται από την ίδια τη "μηχανή" – την κοινωνία, την εργασία. Είναι δηλαδή μια μικρογραφία της κοινωνίας. Ο σύγχρονος εργαζόμενος, όπως ο μάγειρας, είναι μέρος μιας μηχανής, του καπιταλιστικού συστήματος, που δεν αφήνει κανέναν όρθιο. Και αυτό αναπαρίσταται με τρόπο διασκεδαστικό, όχι διδακτικό. Υπάρχει χιούμορ, βλέπουμε ανθρώπους να ονειρεύονται, να ζορίζονται, να τσακώνονται, να τραγουδάνε απ’ την πίκρα τους. Χιούμορ και σκοτάδι εναλλάσσονται συνεχώς.

Είναι μια παράσταση που απαιτεί απόλυτη συνεργασία;
Η ομαδικότητα είναι απαραίτητη. Η διαθεσιμότητα και η γενναιοδωρία των ηθοποιών ήταν καθοριστικές από την πρώτη μέρα. Ο Γιώργος έχει το χάρισμα να διευθύνει μεγάλους θιάσους και να διαχειρίζεται ενέργειες με υπέροχο τρόπο.
Η αναπαράσταση της κουζίνας στην παράσταση είναι ρεαλιστική;
Εντελώς ρεαλιστική. Η Ελένη Στρούλια έκανε το σκηνικό και οι θεατές βλέπουν το παρασκήνιο ενός εστιατορίου, τους ανθρώπους που δουλεύουν στη σκιά. Η κουζίνα και τα εργαλεία της αντιμετωπίζονται σαν μουσικά όργανα, και μπροστά στα μάτια των θεατών συντίθεται μια μουσική παρτιτούρα. Η παράσταση δείχνει πώς η εξουθενωτική απαίτηση για παραγωγικότητα μπορεί να νεκρώσει τον άνθρωπο. Χρειάζεται αντίσταση –προσωπική και συλλογική– απέναντι στον κυνισμό της καθημερινότητας, που μπορεί να επιφέρει ολέθρια αποτελέσματα. Πρέπει να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας και τους γύρω μας, αλλιώς γινόμαστε αδιάφοροι απέναντι σε ό,τι συμβαίνει.
Ζούμε σε μια εποχή που μοιάζει να συνωμοτεί για να χάσουμε την ανθρωπιά μας. Πώς αντιστέκεσαι σ’ αυτό;
Είναι πολύ συνειδητή η αντίσταση. Από την κάθε μέρα, από τους φίλους σου, από τη δουλειά σου, από τα παιδιά σου — και κυρίως προς τα παιδιά σου. Κι εγώ, ως φρέσκος μπαμπάς, αυτό το καταλαβαίνω ακόμα πιο έντονα. Θέλει πολλή προσωπική δουλειά. Είναι πολύ δύσκολη η εποχή. Νομίζω ότι ζούμε μία από τις πιο κυνικές περιόδους της ανθρωπότητας.

Και μέσα σε αυτήν τη δυσκολία, πώς βλέπεις το σημερινό θεατρικό τοπίο; Υπάρχουν πάρα πολλές παραγωγές πια, σε προβληματίζει αυτό;
Καθόλου. Δεν με προβλημάτιζε ποτέ το ότι κάποιος θέλει να εκφραστεί. Το ότι έχει κάτι στο μυαλό του και θέλει να το μοιραστεί είναι ευλογία. Ίσα ίσα, το αντίθετο· σημαίνει ότι κάτι τον "τρώει", ότι υπάρχει ανάγκη. Και αυτό εγώ το βλέπω αθώα και τρυφερά. Υπάρχει πολλή ανάγκη, τόσο από τους δημιουργούς όσο και από τους θεατές. Υπάρχουν τόσα θεάματα, γιατί υπάρχουν και άνθρωποι που θέλουν να τα δουν. Εγώ είμαι πάντα υπέρ του πλουραλισμού. Δεν με κουράζει η πολυφωνία, με ενθουσιάζει.
Οπότε αυτό που σε συνεπαίρνει στη σκηνή είναι η αναζήτηση του "παραμυθιού";
Ναι, αλλά όχι με την έννοια του μη πραγματοποιήσιμου ονείρου. Μιλάμε για την κοινή τρυφερότητα που μπορούμε να βρούμε όλοι μαζί. Περιγράφουμε μια μικροκοινωνία που ζορίζεται πολύ, αλλά κι έναν άνθρωπο που ονειρεύεται να αλλάξει τα πράγματα — έστω κι αν τον καταπίνει ο ίδιος ο μηχανισμός. Δεν μπορείς να σταματήσεις να ονειρεύεσαι. Αυτό δεν είναι παραμυθία — είναι στάση ζωής. Είναι δύσκολο, γιατί οι ρυθμοί μπορεί να σε τσακίσουν. Αλλά εμείς μιλάμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους: τους αφανείς, αυτούς που δουλεύουν στη σκιά.
Ο ρόλος που ερμηνεύεις είναι ένας τέτοιος άνθρωπος;
Ναι, είναι ένας άντρας που, μέσα σε όλο αυτό, λέει "πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε". Θέλει να ονειρευτεί, να κάνει παιδί, να φύγει από εκεί, να βρει κάτι άλλο. Ονειρεύεται μια άλλη ζωή. Και ο τρόπος που το ζητάει είναι άγαρμπος, χαβαλεδιάρικος – είναι άτσαλος. Είναι ένας χαρακτήρας που τον αγαπάς και τον μισείς ταυτόχρονα, κι αυτό τον κάνει ενδιαφέροντα. Το σημαντικό όμως είναι ότι ονειρεύεται. Πιστεύει ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, ακόμα κι αν την πατάει, όπως γίνεται συνήθως.

Ο θεατής θα φύγει με μια αίσθηση ελπίδας;
Δεν ξέρω πώς θα φύγει. Η παράσταση είναι πολύ "ντοκιουμενταριστική", έχει μια αίσθηση σαν να κοιτάς από κλειδαρότρυπα: βλέπεις ανθρώπους να δουλεύουν, να τσακώνονται, να συζητούν για πράγματα που φαίνονται ασήμαντα, αλλά είναι σημαντικά. Μπορεί ο καθένας να ταυτιστεί. Αυτό που ξέρω είναι πως θα προβληματιστεί – για τον εαυτό του, για τη συμπεριφορά του απέναντι σε εργαζόμενους, για το πόσο πιέζει ή πιέζεται στη δουλειά. Για το πόσο τον "μετράνε" με βάση την απόδοσή του.
Σε σχέση με το θέατρο πώς είναι τελικά η δουλειά σε μια κουζίνα;
Πολύ δύσκολα τα πράγματα εκεί. Είναι πολύ κακοποιητικοί, πολύ προσβλητικοί μεταξύ τους. Κάνουν χουνέρια. Δεν έχει μπει ακόμα εκεί η εργασιακή ισορροπία. Ακούσαμε πολλές εμπειρίες, όπως της αδερφής μου που είναι σεφ, και άλλων ανθρώπων. Βέβαια, στην κουζίνα της αδερφής μου δεν τα βλέπω αυτά, γιατί είναι όλοι φουλ αγαπημένοι, οργανωμένοι. Είναι μια παρέα, μια μπριγάδα — έτσι λένε τις ομάδες στην κουζίνα. Αλλά ακόμα στο χώρο το μπούλινγκ πάει σύννεφο. Η ιεραρχία επίσης υπάρχει. Είναι δύσκολος χώρος εργασίας, πάρα πολύ δύσκολος.
Έχεις κάποιο αγαπημένο μέρος να τρως;
Απολαμβάνω πολύ το φαγητό και το περιβάλλον του "Ex Μachina" και βέβαια το εστιατόριο της αδερφής μου, το "Osteria Mamma". Είναι ιταλικό, και η αδερφή μου είναι σεφ. Το στήσαμε οικογενειακά, μαζί με τον γαμπρό μου, τον κουμπάρο και άλλα μέλη της οικογένειας. Είμαστε οχτώ συνέταιροι συνολικά. Το κάναμε για να πραγματοποιήσουμε ένα όνειρο που είχε η μαμά μας πριν χρόνια: να κάνουμε κάτι όλοι μαζί.
Σε βοήθησε η αδερφή σου να μπεις στο σύμπαν της κουζίνας;
Ναι, συνέδραμε ουσιαστικά. Έκανε σεμινάρια στην ομάδα για το πώς να κρατάμε τα μαχαίρια, μας έμαθε τη γλώσσα και τους όρους των μαγείρων. Ο ρόλος της Ειρήνης Μακρύ, μάλιστα, είναι σχεδόν εμπνευσμένος από την αδερφή μου. Μας έδωσε και οδηγίες για το πώς να στηθούν οι πάγκοι της κουζίνας στη σκηνή όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται. Επιπλέον, μας βοήθησε με συνεντεύξεις και πρακτικά στοιχεία για τη δουλειά σε κουζίνες.
Παράλληλα ετοιμάζεσαι και για την παράσταση "Ο φονιάς, έγκλημα και αθώωση", στην οποία πρωταγωνιστείς, σε σκηνοθεσία Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη.
Είναι ένα έργο του Βασίλη Κατσικονούρη και είναι εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία γυναικοκτονίας που έγινε στην Ηλεία τη δεκαετία του ’60. Ένας άντρας σκότωσε τη γυναίκα του επειδή ανακάλυψε ότι είχε εραστή τον καλύτερό του φίλο. Το ακόμη πιο λυπηρό είναι ότι ο τύπος αθωώθηκε λόγω μοιχείας και "εμβρασμού ψυχής". Ολόκληρο το χωριό τον υπερασπίστηκε, και λίγα χρόνια μετά η κόρη του αυτοκτόνησε. Είναι μια αληθινή ιστορία.
Με ποιους ηθοποιούς συναντιέστε στην παράσταση και τι σε συγκινεί σε αυτό το έργο;
Παίζουμε με τους Άννα Καλαϊτζίδου, Μάρκο Παπαδοκωνσταντάκη, Φώτη Θωμαΐδη, Φωτεινή Ντεμίρη, Γεωργία Συφιανού, Στέργιο Αντούλα, Γιώργο Παράσχο, Γιώργο Λάμπρη, Γιώργο Ζαφειρόπουλο, Πάνο Βαβάμη, Αναΐς Έλληνα. Είναι φοβερό το πόσο εμποτισμένη είναι στον άντρα η πατριαρχία και πώς συμπεριφέρονται οι άντρες απέναντι στις γυναίκες. Ενώ αφορά μια ιστορία του ’60 είναι τρομερά επίκαιρο, γιατί σχεδόν κάθε εβδομάδα έχουμε γυναικοκτονίες.

Πώς διαχειρίζεσαι το ρόλο ενός φονιά σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο;
Μπαίνω σε παπούτσια που δεν θα φορούσα ποτέ. Εξετάζω πώς η κοινωνία δημιουργεί κτήνη και μετά τα αθωώνει. Βλέπεις το τέρας που η ίδια η κοινωνία δημιούργησε. Ακόμα και τώρα, κάποιοι δικαιολογούν τέτοια εγκλήματα. Είναι αυτό που το κάνει τόσο επίκαιρο και τρομακτικά αληθινό.
Σε συναρπάζουν τα σύγχρονα ελληνικά έργα που πραγματεύονται τη βία, τα έμφυλα ζητήματα και τον τρόπο ζωής;
Ναι, μου αρέσουν πολύ και τα θεωρώ απαραίτητα. Δεν ξέρω αν θα μείνουν για πάντα, αλλά σίγουρα τα χρειαζόμαστε. Τρελάθηκα με την παράσταση "Ανεξάρτητα Κράτη" του Παλούμπη και του Τσιοτσιόπουλου. Βέβαια, ως θεατή με ελκύει ο σκληρός ρεαλισμός, αλλά ως ηθοποιός χρειάζομαι και ποίηση, έναν κόσμο που να με βοηθά να ξεφεύγω από το ζόφο.
Ήταν οι επιλογές σου πάντα μελετημένες ή έτυχαν κάποια πράγματα;
Και τα δύο. Επέλεξα πολλά, αλλά και μου έτυχαν. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με εξαιρετικούς σκηνοθέτες από νωρίς, όπως ο Νίκος Μαστοράκης, ο Νίκος Καραθάνος, ο Δημήτρης Καραντζάς, η Έφη Μπίρμπα και άλλοι. Αυτό είναι τύχη, αλλά και σκληρή δουλειά.
Είσαι άνθρωπος των εντάσεων;
Μεγαλώνοντας ωριμάζεις. Η απώλεια των γονιών μου με βοήθησε να μάθω να αναγνωρίζω τα λάθη μου και να ζητώ συγνώμη. Ε, και η πατρότητα είναι σαν μια τεράστια, κρυφή πλάκα που ξαφνικά εμφανίζεται. Γίνεσαι υπεύθυνος για ένα μικρό πλάσμα και συνειδητοποιείς πόσο πολύ αλλάζουν όλα γύρω σου.
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Η Κουζίνα
Η διασκεδαστικά τρομακτική, πολιτική αλληγορία πραγματεύεται το υπαρξιακό αδιέξοδο των ανθρώπων στην παγκόσμια εργασιακή ζούγκλα σε μια παράσταση βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Άρνολντ Γουέσκερ. Η δράση εκτυλίσσεται στα σπλάχνα ενός πολυσύχναστου εστιατορίου κατά τη διάρκεια μιας ακόμα εξαντλητικής ημέρας, στο ασφυκτικό σύμπαν της σύγχρονης καπιταλιστικής «κουζίνας» - μικρογραφίας της κοινωνίας. Μάγειρες από διαφορετικές χώρες δουλεύουν αδιάκοπα σ’ αυτό το καζάνι που βράζει για να εξυπηρετήσουν έναν ατελείωτο όγκο παραγγελιών. Στη δίνη αυτού του αμείλικτου ρυθμού, προσπαθούν να βρουν μια ρωγμή χρόνου για να ονειρευτούν, να ερωτευτούν, να ζήσουν. Και ίσως – να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο.

