Η 9η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, με τίτλο "όλα πρέπει να αλλάξουν. Ριζοσπαστική Νοημοσύνη. Σαλονίκη 9", είναι η πιο εκτεταμένη αποτύπωση της επιμελητικής ιδιοσυγκρασίας της Νάντιας Αργυροπούλου. Πρόκειται για μια μεγάλη έκθεση που συμπυκνώνει μια ολόκληρη επιμελητική μέθοδο, με βασικά συστατικά τη συσσώρευση, την αιφνίδια συνάντηση, τον αρχειακό πυρετό και την υπερρεαλιστική γειτνίαση.
Η Αργυροπούλου είναι πολλές επιμελήτριες σε μία. Οι εκθέσεις της είναι συχνά πολλές εκθέσεις μαζί. Όλες τους είναι εντέλει μία ή, ακριβέστερα, μοιάζουν με μία έκθεση που συνεχίζεται με επαναληπτικές, κυκλικές κινήσεις: μια έκθεση-ουροβόρος, που επιστρέφει εμμονικά σε πρόσωπα, μοτίβα, σύμβολα, εικόνες, έννοιες, στάσεις και χειρονομίες.

Η μεγαλύτερη σε κλίμακα έκθεση της Αργυροπούλου έχει από μόνη της ειδικό βάρος. Είναι πολύπλευρη, σε σημεία ιδιαίτερα απολαυστική, και συγκεντρώνει με εντυπωσιακή ένταση τις αρετές, τις εμμονές και τις αντιφάσεις της επιμελητικής της πρακτικής. Περιλαμβάνει πολλά ενδιαφέροντα έργα, καθώς και απρόσμενες συμμετοχές, όπως εκείνη του αρχιτέκτονα και μηχανικού Δημήτρη Κορρέ. Φιλοξενεί επίσης πλούσιο και σπάνιο αρχειακό υλικό: εκδόσεις, περιοδικά, φανζίν, αφίσες, φωτογραφίες. Υλικό που σχετίζεται με αγαπημένους συγγραφείς, ποιητές και ζωγράφους, ορισμένοι από τους οποίους συνδυάζουν και τις τρεις αυτές ιδιότητες.
Εκτός από την αγία τριάδα των προπατόρων του ελληνικού άντεργκραουντ, τον Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Πάνο Κουτρουμπούση και τον Μίνω Αργυράκη, στην έκθεση συναντά κανείς και τον Τέο Ρόμβο, καθώς και φωτογραφίες της ποιήτριας Μάτσης Χατζηλαζάρου από τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Η επιμελήτρια έχει φέρει τα Εξάρχεια στη Θεσσαλονίκη, και αυτή η απόπειρα δημιουργεί κάτι εκρηκτικό: μια υπόγεια διάβαση που ενώνει δύο κόσμους. Με τον ίδιο τρόπο, το δυναμικό ντουέτο VASKOS, ο Βασίλης Νούλας και ο Κώστας Τζημούλης, μέσα από την εγκατάστασή τους, επιχειρεί να ενώσει δύο μυθικούς τόπους, την Ομόνοια με το "Βαρδάρι", σε μια queer ανάγνωση του αστικού χώρου, αναζητώντας αποκλίνουσες ευαισθησίες και μυστικές επιθυμίες.


Οι αναφορές είναι πάντα χρήσιμες, γιατί ανοίγουν πόρτες και σε οδηγούν σε απάτητα, "πλανημένα" και "αστέριωτα" μονοπάτια, αρκεί να τις χρησιμοποιείς με μέτρο.
Η έκθεση βρίθει από αναφορές. Οι αναφορές είναι πάντα χρήσιμες, γιατί ανοίγουν πόρτες και σε οδηγούν σε απάτητα, "πλανημένα" και "αστέριωτα" μονοπάτια, αρκεί να τις χρησιμοποιείς με μέτρο. Όσοι, όσες και όσα παρακολουθείτε τις εκθέσεις της Αργυροπούλου και έχετε διαβάσει κείμενά της, θα έχετε ίσως συνειδητοποιήσει ότι επιμελείται όπως γράφει. Αυτό ισχύει, λίγο πολύ, με τους περισσότερους επιμελητές. Στην περίπτωσή της, όμως, είναι κάπως πιο έντονο. Η Αργυροπούλου δουλεύει με μια πληθώρα αναφορών που σε αποσυντονίζουν και, ενίοτε, σε χαώνουν.
Σε αυτό το πλαίσιο, ενδιαφέρον έχουν και τα "Flights", οι επιμελημένοι χώροι ανάγνωσης της έκθεσης, όπου ο επισκέπτης μπορεί να καθίσει σε καθίσματα αεροπλάνου και να διαβάσει ή να ακούσει κείμενα, ποιήματα, βιβλία, αρχεία και στίχους. Ο τίτλος λειτουργεί διπλά: ως πτήση και ως διαφυγή, θυμίζοντας τις "γραμμές διαφυγής" των Ντελέζ και Γκουαταρί. Η ανάγνωση προτείνεται εδώ ως ριζοσπαστική πράξη προσοχής, ως μια προσωρινή έξοδος από τη ροή των εικόνων που σε κατακλύζουν. Το ερώτημα είναι αν μπορεί πράγματι να λειτουργήσει μέσα σε ένα τόσο πυκνό και θεαματικό περιβάλλον ή αν τελικά απορροφάται από την ίδια την υπερπαραγωγή της έκθεσης.

Το έργο της Μαρίας Καραβέλα παρουσιάζεται σε συνεργασία με την Μαίρη Ζυγούρη,
επιμελήτρια και υπεύθυνη του Αρχείου Μαρίας Καραβέλα.
Η επιμελητική προσέγγιση δεν αποφεύγει τους λόξυγγες και τα κολλήματα. Βάζοντας, για παράδειγμα, τα ευρηματικά σχέδια του πολυμήχανου Δημήτρη Κορρέ δίπλα στις αρχειακές αναπαραστάσεις των περφόρμανς της Μαρίας Καραβέλα, δημιουργείται μια απότομη μετάβαση, που σε αποσυντονίζει και σε αφήνει για λίγο μετέωρο μέσα στον εκθεσιακό χώρο. Το ίδιο απότομο είναι το πέρασμα από τα επαναστατικά συνθήματα των Καταστασιακών, που ως αρχειακά τεκμήρια μοιάζουν σήμερα αδρανοποιημένα και ζητούν εκ νέου ενεργοποίηση, στα ιδιοσυγκρασιακά ζωγραφικά έργα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.
Όπως σε ένα κείμενο, έτσι και σε μια έκθεση, η υπερβολική χρήση αναφορών συχνά φανερώνει μια μικρή αγωνία επίδειξης. Δεν έχουμε, βέβαια, την απαίτηση οι Έλληνες επιμελητές και επιμελήτριες να επιμελούνται εκθέσεις όπως γράφουν ο Σεφέρης και η Τζένη Μαστοράκη. Μια κάποια ευαισθησία, ωστόσο, απέναντι στη γλώσσα και στο συντακτικό της επιμέλειας ποτέ δεν έβλαψε καμία και κανέναν. Ειδάλλως, φοβούμαι πως χάνεται το νόημα και, μαζί του, το διακύβευμα ή το επιχείρημα. Για να μη μιλήσουμε για το ύφος, που έχει πάψει να αποτελεί ζητούμενο τόσο στη γραφή όσο και στην επιμέλεια εκθέσεων.


Η 9η Μπιενάλε της Θεσσαλονίκης είναι μια έκθεση που σχολιάζει τους καιρούς μας και καθρεφτίζει την κουλτούρα μας. Τι χαρακτηρίζει, όμως, τη σημερινή κουλτούρα; Μια ακατάσχετη ροή πληροφοριών, μια ασύνδετη αλληλουχία εικόνων, μια παραγωγή νοημάτων και μηνυμάτων που συχνά περνούν ασχολίαστα και καταπίνονται αμάσητα. Έργα, εικόνες, τεκμήρια, χειρονομίες, όλα μαζί, όλα έτοιμα προς κατανάλωση.
Για να σχολιάσεις το σήμερα με όρους αληθινής αντίστασης και υπονόμευσης, με όρους πράγματι επαναστατικούς, χρειάζεται ίσως να το ξεχάσεις.
Το καθρέφτισμα της σημερινής κουλτούρας σε μια έκθεση κρύβει κινδύνους. Για να σχολιάσεις το σήμερα με όρους αληθινής αντίστασης και υπονόμευσης, με όρους πράγματι επαναστατικούς, χρειάζεται ίσως να το ξεχάσεις. Ή να το αναζητήσεις αλλού, και σίγουρα αλλιώς. Με άλλα μέσα και άλλους τρόπους. Κάπου εδώ πέφτει στο τραπέζι η έννοια του πειραματισμού. Τι σημαίνει, άραγε, πειραματίζομαι με τις επιμελητικές φόρμες; Πώς ασκείς κριτική στην Κοινωνία του Θεάματος μέσα από μια θεαματική έκθεση, που υιοθετεί το θέαμα περισσότερο απ’ όσο το υπονομεύει; Πώς θα έμοιαζε, αντίστοιχα, μια έκθεση που θα επέλεγε πιο φτωχά έργα και μέσα, λιγότερο επιβλητικές παραγωγές, λιγότερες δαπανηρές κατασκευές και περισσότερη σιωπή;
Αυτά τα ερωτήματα αξίζουν να τεθούν, ακριβώς επειδή η Μπιενάλε της Αργυροπούλου μόνο αδιάφορη δεν είναι. Κατά στιγμές, η έκθεση έχει μια εκπληκτική ένταση, ενώ άλλες φορές κινδυνεύει από την ίδια της την πληθωρικότητα.


Αξίζει να επισκεφτείτε την Μπιενάλε για να δείτε ένα από τα πιο φιλόδοξα και ολοκληρωμένα έργα που έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Αναφέρομαι στην εγκατάσταση του Διονύση Καβαλλιεράτου, που αποτελείται από σχέδια, γλυπτά και μια ταινία διάρκειας 45 λεπτών με τίτλο "Στη φάρμα του Daan", ακατάλληλη για ανηλίκους και για αρκετούς ενηλίκους. Σε αυτήν, ο καλλιτέχνης παντρεύει με θαυμαστή άνεση τους Monty Python, τον Πίτερ Μπρέγκελ τον Πρεσβύτερο, τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, τον Ζαν Κοκτώ και τον Πάνο Κουτρουμπούση, μεταξύ άλλων.
Εκ πρώτης όψεως, θα έλεγε κανείς ότι ο μαξιμαλισμός του καλλιτέχνη συνάδει με εκείνον της επιμελήτριας. Και πράγματι, υπάρχει κοινός παρονομαστής: η υπερβολή, η πληθώρα, το γκροτέσκο, το χιούμορ, η αγάπη για το αλλόκοτο, η εμπιστοσύνη στην εικόνα όταν αυτή αποφασίζει να χάσει κάθε ίχνος καλής συμπεριφοράς. Ο Καβαλλιεράτος, ωστόσο, μέσα στο μπιεναλικό καρναβαλικό κλίμα, καταφέρνει να χτίσει ένα δικό του, απολύτως αυτόνομο βασίλειο. Παραμερίζει ευγενικά τους συναδέλφους του και έρχεται να καθίσει στον αυτοκρατορικό του θρόνο.
Πρόκειται για μια μεγάλη, πολύ μεγάλη εικαστική χειρονομία, παιδική και σκοτεινή μαζί. Είναι και αστεία, με τον τρόπο που μπορεί να είναι αστεία μια γκροτέσκα υπερβολή και μια βλάσφημη παραβολή. Το έργο του Καβαλλιεράτου είναι ένα από τα μείζονα έργα της ελληνικής τέχνης του 21ου αιώνα, κι ας είναι εμπνευσμένο από τον Μεσαίωνα. Ή μάλλον, ακριβώς γι’ αυτό. Γιατί μας μιλάει για τον Μεσαίωνα του 21ου αιώνα. Για τον Μεσαίωνα που βιώνουμε σήμερα με τη βία, τη βλακεία, τον φανατισμό, την επιθυμία για θέαμα και την αδιάκοπη παραγωγή τεράτων. Ο καλλιτέχνης αντιστρέφει έτσι το μήνυμα της επιγραφής στον "Μισάνθρωπο" (1568) του Μπρέγκελ: "Δεν θα τα βάψω μαύρα επειδή ο κόσμος είναι δόλιος".
Εδώ φαίνονται οι μεγάλες ικανότητες του Διονύση Καβαλλιεράτου: η εργατικότητά του, η αστείρευτη φαντασία του, το σαρδόνιο και κατά βάθος σοβαρό χιούμορ του, η πειθαρχία και η ιπποσύνη που τον χαρακτηρίζουν. Αξίζει να επισκεφτεί κανείς την Μπιενάλε μόνο και μόνο για αυτό το σπουδαίο εικονοκλαστικό έργο· για να το δει και να θυμηθεί πως η τέχνη, όταν πετυχαίνει, μπορεί ακόμη να είναι αγενής, ακατάλληλη, αστεία, τρομακτική και απολύτως αναγκαία.

Στην Μπιενάλε θα ξαναδείτε, επίσης, καλλιτέχνες που έχουν εμφανιστεί στο παρελθόν σε εκθέσεις της Αργυροπούλου: τον Νάνο Βαλαωρίτη, τη Μαρί Γουίλσον, τον Κώστα Σφήκα, τους The Callas, τον πρόωρα χαμένο Στέλιο Φαϊτάκη, ο οποίος παρουσιάζεται με τρία αντιπροσωπευτικά έργα του. Αυτές οι επιστροφές έχουν ενδιαφέρον, γιατί φανερώνουν ένα πλέγμα σταθερών αναφορών και προσώπων που επανέρχονται από έκθεση σε έκθεση. Στην επιμέλεια εκθέσεων, άλλωστε, η επανάληψη δεν είναι απαραίτητα κάτι αρνητικό, δεν σημαίνει αναγκαστικά ανακύκλωση ιδεών, έργων και προσώπων· μπορεί να σημαίνει επανεξέταση, επιστροφή σε ένα άλυτο ερώτημα. Η Αργυροπούλου δοκιμάζει τις εμμονές της σε διαφορετικά συμφραζόμενα, άλλοτε δημιουργώντας την αίσθηση μιας κλειστής επιμελητικής μυθολογίας και άλλοτε αποκαλύπτοντας τη συνέπεια μιας σκέψης που γυρίζει στα ίδια για να τα δει αλλιώς.

Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας.
Στην έκθεση συναντά κανείς και πιο ήσυχα έργα, ή έργα με ερευνητικό χαρακτήρα, όπως εκείνα της Κατερίνας Κομιανού, του Στέφανου Λεβίδη και της Μαρίας Κριαρά, που μέσα σε αυτό το περιβάλλον δείχνουν κάπως αμήχανα, σαν ψάρια έξω από τα "απείθαρχα νερά" της έκθεσης. Όχι επειδή είναι ασθενέστερα, αλλά γιατί η έκθεση, με την ένταση που παράγει, συχνά επιβάλλει τον δικό της ρυθμό, με αποτέλεσμα τα έργα αυτά να δυσκολεύονται να υπάρξουν με τους δικούς τους όρους.
Ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία της Μπιενάλε είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιεί την ανοιχτή, βιομηχανική κλίμακα των Περιπτέρων 2 και 3 της ΔΕΘ-Helexpo, συνδυάζοντάς τη με τον πιο προστατευμένο χώρο του MOMus-Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Η έκθεση περνάει έτσι από τον λευκό κύβο στην αισθητική της αποθήκης και το αντίστροφο, διατηρώντας τον ειρμό της. Στην Ελλάδα, λίγοι επιμελητές μπορούν να χειριστούν με πειστικότητα έναν τόσο ανοιχτό εκθεσιακό χώρο, χωρίς να τον γεμίσουν μηχανικά ή να αφήσουν την έκθεση να χαθεί μέσα στην κλίμακά του.
"Είναι η επιμέλεια κάτι περισσότερο από αυτάρεσκη πράξη;"

Έργα της μόνιμης συλλογής του μουσείου, όπως εκείνα του γλύπτη Θόδωρου, συνομιλούν με τα φωτογραφικά ίχνη των περφόρμανς της Μαρίας Καραβέλα και δημιουργούν πραγματικές εσωτερικές εντάσεις και τριβές, που μόνο οι μυημένοι θεατές μπορούν ίσως να αντιληφθούν. Υπάρχουν, ωστόσο, και στιγμές όπου η συνύπαρξη δείχνει πιο αυθαίρετη. Η παρουσία του Αλέξη Ακριθάκη, μέσα από έργα της μόνιμης συλλογής, δίπλα στην ταινία "A-Anti-Anticapitalista" του Όλιβερ Ρέσλερ, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. "Όλα πρέπει να αλλάξουν" διακηρύσσει ο τίτλος της Μπιενάλε. "Όλα παίζουν" σήμερα στην επιμέλεια, σαν να μας λέει η επιμελήτρια. Στις εκθέσεις, σήμερα, μπορείς να δεις σχεδόν τα πάντα: τους πιο ετερόκλητους συνδυασμούς έργων, εικόνων, αρχείων, αντικειμένων, σωμάτων, φωνών, επιθυμιών. Είναι, όμως, έτσι; Αρκεί η συνύπαρξη για να παραχθεί νόημα; Αρκεί η γειτνίαση για να υπάρξει σχέση; Ή μήπως, κάποιες φορές, η ανοικονόμητη επιμελητική προσέγγιση ακυρώνει την ίδια τη σχέση που επιχειρεί να φτιάξει; Για να παραφράσουμε το σύνθημα του Θόδωρου, το οποίο σε υποδέχεται στον χώρο του μουσείου: "Είναι η επιμέλεια κάτι περισσότερο από αυτάρεσκη πράξη;".
Οι εκθέσεις της Αργυροπούλου είναι υπερρεαλιστικές, όπως τα έργα που της αρέσουν και έχει μελετήσει σε βάθος. Η "παρα-μπιενάλε" της μοιάζει με κολάζ, με "εξαίσιο πτώμα": μια ακολουθία από ερωτικές συνευρέσεις και φαντασιώσεις, γόνιμες παραμορφώσεις, ασυνέχειες και παράξενες συγκατοικήσεις.
Οι εκθέσεις της Αργυροπούλου είναι υπερρεαλιστικές, όπως τα έργα που της αρέσουν και έχει μελετήσει σε βάθος. Η "παρα-μπιενάλε" της μοιάζει με κολάζ, με "εξαίσιο πτώμα": μια ακολουθία από ερωτικές συνευρέσεις και φαντασιώσεις, γόνιμες παραμορφώσεις, ασυνέχειες και παράξενες συγκατοικήσεις. Αυτό το επινοητικό παιχνίδι, που προωθεί τον αυτοσχεδιασμό και "τάσσεται υπέρ των τακτικών της ευφρόσυνης μαχητικότητας και της ενδόμυχης εργασίας που απαιτεί η φροντίδα του μη αναγνωρισμένου", διακρίνεται καθαρότερα στις συνεργασίες της Αργυροπούλου με άλλους επιμελητές, ομάδες και συλλογικότητες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το "Disobedience Archive (The Loudspeaker)", ένα εν εξελίξει αρχείο βιντεοτέχνης και ντοκιμαντέρ, που επιμελήθηκε ο Μάρκο Σκοτίνι σε συνεργασία με τον Ζάφο Ξαγοράρη και την Κατερίνα Στεφανιδάκη· το "Resignation / A Script on the Dead", "μια χορογραφία ή σημειογραφία ανάγνωσης για διαρκείς μετακινήσεις, επιστροφές, αλληλοϋποστηρίξεις και ξεδιπλώματα", που επιμελήθηκε η Προσωρινή Ακαδημία Τεχνών· καθώς και η ενότητα "Flipper Zone: Παίζοντας ενάντια στο θέαμα", αφιερωμένη στην Καταστασιακή Διεθνή και στους βασικούς εκπροσώπους της, η οποία παρουσιάζεται σε συνεργασία με τη Βανέσσα Θεοδωροπούλου.


Ένα "unruly gathering"
Ομολογώ πως οι εκθέσεις της Αργυροπούλου μου προκαλούν συχνά αντιφατικές αντιδράσεις. Άλλοτε με συγκινούν και άλλοτε με κρατούν σε απόσταση, ή και τα δύο μαζί, συγχρόνως. Έτσι και τώρα, στην Μπιενάλε, υπήρχαν στιγμές που συγκινήθηκα βαθύτατα και άλλες που ένιωσα σαν να συναντώ κάτι απολύτως οικείο και ταυτόχρονα ασύμβατο με τον δικό μου τρόπο σκέψης. Για να μην παρεξηγηθώ: δεν μιλώ για τα έργα που παρουσιάζει ούτε για τους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάζεται η συγκεκριμένη επιμελήτρια, αλλά για την αίσθηση και την ατμόσφαιρα της έκθεσης, για τον τρόπο με τον οποίο πλαισιώνει θεωρητικά τα έργα μέσα από τα επιμελητικά της κείμενα. Για εκείνη την πυκνή, απαιτητική και δαιδαλώδη γλώσσα, που φωτίζει και θολώνει μαζί, σε βάζει μέσα στο κλίμα και την ίδια στιγμή σε αποξενώνει.
Κάθε αρνητικό που μπορείς να της προσάψεις ως προς την επιμελητική της πρακτική μπορεί να αποδειχθεί θετικό. Εδώ βρίσκεται η παγίδα, ο κίνδυνος για τους επικριτές της, αλλά και η ιδιαιτερότητα της επιμελητικής της στάσης, η δύναμή της ως επιμελήτριας.
Παρ’ όλα αυτά, κάθε αρνητικό που μπορείς να της προσάψεις ως προς την επιμελητική της πρακτική μπορεί να αποδειχθεί θετικό. Εδώ βρίσκεται η παγίδα, ο κίνδυνος για τους επικριτές της, αλλά και η ιδιαιτερότητα της επιμελητικής της στάσης, η δύναμή της ως επιμελήτριας. Για την ακρίβεια, με ντελεζιανούς όρους, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια "σχιζο-επιμελητική" πρακτική: όχι με την κλινική σημασία του όρου, αλλά με την έννοια μιας επιμέλειας που δεν ακολουθεί την πεπατημένη, δεν είναι προβλέψιμη, πειραματίζεται και επιτρέπει σε πολλές διαφορετικές ιδέες να συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο πρότζεκτ, χωρίς απαραίτητα να υπακούουν σε μια ενιαία, καθησυχαστική λογική. Γι’ αυτό και δεν μπορείς εύκολα να μιμηθείς την Αργυροπούλου, ούτε καν θεματικά.

Αξίζει, λοιπόν, να δείτε την 9η Μπιενάλε της Θεσσαλονίκης, ειδικά αν είστε νέοι, ανερχόμενοι ή επίδοξοι επιμελητές. Γιατί είναι μια έκθεση που αποκαλύπτει πολλά για την επιμελητική ταυτότητα, για τα όρια της επιμέλειας, για τα αδιέξοδα και, πάνω απ’ όλα, για την ακαταμάχητη γοητεία της. Μια γοητεία που εξηγεί, καλύτερα από κάθε θεωρητικό κείμενο, την πληθώρα των επιμελητών σήμερα.
Η Μπιενάλε της Αργυροπούλου είναι γεμάτη αντιφάσεις, ακριβώς επειδή είναι γεμάτη επιθυμίες. Συνδέει πολλά και χωρά ακόμη περισσότερα: είναι, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο από το επιμελητικό της λεξιλόγιο, ένα "unruly gathering", μια απείθαρχη συνάθροιση έργων, αρχείων, εικόνων, σωμάτων, φωνών και χειρονομιών. Στις καλύτερες στιγμές της, αυτή η πολλαπλότητα αποκτά έναν σχεδόν μεθυστικό ρυθμό· στις πιο αδύναμες, η έκθεση σκοντάφτει πάνω στην ίδια της την επιθυμία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, παραμένει ζωντανή. Αυτό, στην εποχή των βαρετών, προβλέψιμων, φρόνιμων και συναινετικών εκθέσεων, δεν είναι λίγο· είναι από μόνο του μια απείθαρχη επιμελητική θέση.
