Πάτροκλος Σκαφίδας©
Στο έργο της "βασίλισσας του αστυνομικού μυθιστορήματος", ένας νεαρός άνδρας, ο Λέοναρντ Βόουλ, κατηγορείται και δικάζεται για τη δολοφονία μίας εύπορης ηλικιωμένης γυναίκας, με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις. Την υπεράσπισή του αναλαμβάνουν δύο έμπειροι συνήγοροι, ενώ ο ίδιος παρουσιάζεται εντελώς άκακος, σχεδόν αφελής.
Μοναδικό του άλλοθι είναι η Γερμανίδα σύζυγός του, μια ρεαλιστική, κοφτή και ψυχρή γυναίκα, ωστόσο, τα δεδομένα ανατρέπονται όταν εκείνη, αντί να τον υπερασπιστεί, τον υποδεικνύει ως ένοχο μέσα στο δικαστήριο. Και αυτή είναι μόνο η πρώτη από τις εκπλήξεις που επιφυλάσσει η ιστορία, η οποία εκτυλίσσεται μεθοδικά, κρατώντας σταθερά το ενδιαφέρον, και καταλήγει σε ένα πολλαπλώς ανατρεπτικό φινάλε.

Πρόκειται για μία ωραία επιλογή για τους λάτρεις των δικαστικών δραμάτων και του μυστηρίου και ο Νικορέστης Χανιωτάκης την ανεβάζει σε μία γρήγορη και νευρώδη παράσταση (σε θεατρική απόδοση του Αντώνη Γαλέου). Η σκηνοθεσία κρατάει τη χρονολογία δράσης, δηλαδή τα μέσα των ‘50s, (κάτι που υποστηρίζεται επίσης από τα σκηνικά της Αγγελίνας Παπαχατζάκη και τα κοστούμια της Ιωάννας Καλαβρού) και γι’ αυτό το λόγο ξενίζουν οι παρεμβολές σύγχρονων φράσεων και σχολιασμών, που αποσκοπούν στην τόνωση του κωμικού στοιχείου.
Είναι, πάντως, στα ατού της παράστασης η ανάδειξη του χιούμορ πέραν του μυστηρίου, όπως και η διάδραση των ηθοποιών με τους θεατές, τους οποίους η σκηνοθεσία επιθυμεί να εμπλέξει έμπρακτα, γι’ αυτό και ένα μέρος του κοινού αναλαμβάνει ρόλους ενόρκων πάνω στη σκηνή, ενισχύοντας τη βιωματική εμπειρία. Ωστόσο, η προσπάθεια αξιοποίησης τόσο του κωμικού στοιχείου όσο και της διάδρασης μοιάζει σε σημεία υπερβολική ή βεβιασμένη, όπως και η επιδίωξη πρόκλησης του γέλιου και του χειροκροτήματος του κοινού.

Συνολικά, πάντως, η παράσταση ανταποκρίνεται τις απαιτήσεις μίας ψυχαγωγικής θεατρικής εξόδου με ευρεία απεύθυνση, με τις ερμηνείες να κινούνται σε καλό επίπεδο. Ο Κώστας Κόκλας και ο Γιάννης Βούρος στους ρόλους των δύο συνήγορων υπεράσπισης ίσως υπερβάλλουν σε σημεία, συνολικά όμως αξιοποιούν την εμπειρία και τη μεταξύ τους χημεία, αποδίδοντας τη στόφα των έμπειρων δικηγόρων που αντιμετωπίζουν το δικαστήριο όχι μόνο ως χώρο απονομής δικαιοσύνης αλλά και ως σκηνή της δικής τους "παράστασης". Η Νίκη Παλληκαράκη, σε διπλό ρόλο, επιτυγχάνει σαφή διαφοροποίηση ανάμεσα στην επιπόλαιη βοηθό –την οποία ερμηνεύει με κάποια σχηματικότητα– και την αυστηρή, επιβλητική δικαστή.
Πολύ καλοί οι ηθοποιοί που αναλαμβάνουν τους υπόλοιπους ρόλους (Μελίνα Βαμβακά, Δημήτρης Καραμπέτσης, Γιάννης Δρακόπουλος), ενώ ξεχωριστή μνεία αξίζει στον ΄Ομηρο Πουλάκη και στην Ευγενία Δημητροπούλου: ο πρώτος χτίζει μεθοδικά έναν αμήχανο, αφελή και κωμικό Λέοναρντ Βόουλ, σκιαγραφώντας τον με υπερβολή, η οποία όμως δεν είναι τυχαία αλλά εξυπηρετεί τη συνολική δραματουργία, ενώ η Ευγενία Δημητροπούλου αποδίδει με αξιοσημείωτη ακρίβεια την ψυχρή και μυστηριώδη σύζυγό του, έναν ρόλο με πολλαπλές συναισθηματικές μεταπτώσεις και ανατροπές.
Περισσότερες πληροφορίες
Μάρτυρας κατηγορίας
Στο βραβευμένο δικαστικό θρίλερ μια μυστηριώδης γυναίκα κρατά το κλειδί της σκανδαλώδους δολοφονίας μιας πλούσιας χήρας για την οποία κατηγορείται -άδικα σύμφωνα με έναν δαιμόνιο ποινικολόγο- ο σύζυγός της. Ο αγώνας του νεαρού άνδρα να μην καταδικαστεί θα κριθεί στα έδρανα του δικαστηρίου όπου οι μαρτυρίες είναι συντριπτικά εναντίον του και η ετυμηγορία των ενόρκων φαίνεται μονόδρομος. Το έργο έχει όλα τα απαραίτητα συστατικά για να μας κρατήσει στην άκρη της καρέκλας από την πρώτη στιγμή ως το αποκαλυπτικό φινάλε: ένα έγκλημα, ένα τέλειο μυστικό, συνεχείς ανατροπές και το λεπτό «αστυνομικό» χιούμορ της συγγραφέως.