Ο Θωμάς Μοσχόπουλος δεν χρειάζεται, φυσικά, συστάσεις. Σκηνοθέτης με μακρά, τριαντάχρονη διαδρομή, έχει συνδέσει το όνομά του με σημαντικές παραστάσεις αλλά και με δύο ιστορικούς θεατρικούς οργανισμούς, ως συνιδρυτής του Αμόρε με τον Γιάννη Χουβαρδά και ως καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου Πόρτα. Είναι σκηνοθέτης που έχει καταπιαστεί με ευρύ φάσμα ρεπερτορίου, από αρχαίους τραγικούς και Σαίξπηρ μέχρι λογοτεχνία και σύγχρονο θέατρο, αλλά ακόμη και με όπερα και παραστάσεις για παιδιά και εφήβους.
Σε αυτή την πορεία έχει καταφέρει να κατακτήσει κάτι μοναδικό: να μην μείνει στάσιμος, μην παγιωθεί σε ένα αμετάβλητο ύφος, καθώς καμία παράστασή του δεν μοιάζει με την προηγούμενη. Κάθε δουλειά του έχει τη δική της ταυτότητα, παρά τα επιμέρους αναγνωρίσιμα στοιχεία που διαμορφώνουν και συνθέτουν το σύνολο του έργου του. Και αν κάτι χαρακτηρίζει σταθερά τις παραστάσεις του, πέρα από την ομαδικότητα και την ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση, είναι η ζωντανή, διερευνητική ματιά στη δραματουργία, μια επιμονή στην ανάδειξη λιγότερο γνωστών, άπαιχτων και καλλιτεχνικά ερεθιστικών κειμένων.
Πιο πρόσφατο παράδειγμα, το έργο που ανεβάζει αυτή τη σεζόν, το ιδιαίτερο εξπρεσιονιστικό δράμα του Γκέοργκ Κάιζερ, "Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα", που θα συνεχιστεί για λίγες ακόμη παραστάσεις μετά το Πάσχα. Το καλοκαίρι θα επιστρέψει στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, για να κλείσει τον φετινό προγραμματισμό με τον γοητευτικό και αμφίσημο -μεταξύ τραγωδίας και κωμωδίας- "΄Ίωνα" του Ευριπίδη, σε συνεργασία με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (28-29/8).

Οι αγαπημένες παραστάσεις της Τώνιας Καράογλου
"Shopping and f*cking" (1996-97)
Τι σοκ ήταν αυτό! Θυμάμαι ακόμη το σφίξιμο στο στομάχι, στον Εξώστη του Αμόρε, όταν για πρώτη φορά ήρθα αντιμέτωπη με την αμεσότητα και την ωμότητα του in yer face theatre. H παράσταση άνοιξε μια χαραμάδα σε έναν κόσμο χωρίς φίλτρα, χωρίς ωραιοποίηση, μόνο με τη γυμνή αλήθεια, την οποία είχαν κάνει θέατρο οι νέοι "καταραμένοι" Βρετανοί ποιητές της μεταθατσερικής εποχής - ένα θέατρο που δεν έμοιαζε σε τίποτα και με κανένα άλλο που είχα δει ως τότε. Το γεγονός, μάλιστα, ότι το έργο του Μαρκ Ρέιβενχιλ παιζόταν στην Αθήνα μόλις ένα-δύο χρόνια μετά τη βρετανική πρεμιέρα του, που είχε προκαλέσει τεράστιο σάλο, έδινε στην εμπειρία μια αίσθηση επικαιρότητας.
Πάνω στη σκηνή, μια νέα γενιά ηθοποιών -Αργύρης Ξάφης,΄Άννα Μάσχα, Βαγγέλης Χατζηνικολάου κ.ά.- ενσάρκωναν με τόλμη μια συνομίληκη τους γενιά που παρέπαιε ανάμεσα σε χημικές ψευδαισθήσεις, στην αυταπάτη του εύκολου σεξ και του εύκολου χρήματος, αλλά και σε μια βαθιά, απελπισμένη ανάγκη να αγαπήσει και να αγαπηθεί. ΄Έφυγα ταραγμένη, αλλά ζωντανή, σαν να είχα δει κάτι που δεν έπρεπε, ή ίσως κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να δω.
"Mistero Buffo" (2012-13)
΄Ένα μοναδικό έργο, μια παράσταση-γιορτή. ΄Ένα έργο-ποταμός που δεν μπορεί να παραστασθεί ολόκληρο, καθώς αποτελείται από εκατοντάδες αυτοτελείς σκηνές, το έργο του αξεπέραστου Ντάριο Φο εμπνέεται από τα θρησκευτικά δράματα του Μεσαίωνα και επανασυστήνει γνωστά επεισόδια της Παλαιάς Διαθήκης μέσα από αιχμηρή, σατιρική ματιά. Με καυστικό χιούμορ και απογυμνωτική διάθεση, φωτίζει την εξουσία σε κάθε της μορφή, ενώ ταυτόχρονα φέρνει στο προσκήνιο τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους που προσπαθούν να σταθούν απέναντι στο Θείο.
Στο Θησείον, κάθε βραδιά ήταν διαφορετική, καθώς παρουσιάζονταν διαφορετικές σκηνές, κρατώντας ζωντανή την αίσθηση του απρόβλεπτου. Η παράσταση τίμησε όσο λίγες τον λαϊκό χαρακτήρα του θεάτρου του Φο, αλλά και την εμπιστοσύνη του στη δύναμη του "γυμνού" θεάτρου: χωρίς σκηνικά, μουσική και κοστούμια και μοναδικό κοινό αξεσουάρ το πολύχρωμο καπέλο του γελωτοποιού. Ο συγκλονιστικός θίασος ('Αννα Καλαϊτζίδου, 'Αννα Μάσχα, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης, Θάνος Τοκάκης, Γιώργος Χρυσοστόμου) έχτισε ένα συλλογικό και ζωντανό θέαμα, με συνεχείς μεταμορφώσεις και απολαυστικές ερμηνείες. Μια παράσταση που ενσάρκωσε όσο λίγες τη ρήση του Λόπε δε Βέγα: "θέατρο είναι τρία σανίδια, δύο πρόσωπα κι ένα πάθος".

"Η δίκη του Κ." (2016-17)
Σε ένα έργο που σκιαγραφεί το ζόφο και τη δυστοπία ενός κρατικού μηχανισμού, ο Θωμάς Μοσχόπουλος δεν επεφύλαξε μια σκοτεινή παράσταση, αλλά έστησε ένα λοξό, παραμορφωμένο κόσμο, με έπιπλα στραβά, υπό γωνία, εκτός λογικής, ορίζοντας ένα σκηνικό παραλογισμού. Μέσα σε αυτή την ευφή σκηνοθετική σύλληψη ξεδιπλώθηκε με ρυθμό, σαρκασμό και ένα διαρκές, υπόγειο μαύρο χιούμορ η ιστορία του Γιόζεφ Κ.
Στο ρόλο, ο Μιχάλης Συριόπουλος έκανε δυναμική εμφάνιση ως ένας από τους πλέον ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς του (στο επίκεντρο ενός θιάσου-ορχήστρα: Σωκράτης Πατσίκας, Κίττυ Παϊταζόγλου, Θάνος Λέκκας, Ελένη Βλάχου, Φοίβος Συμεωνίδης κ.ά.), καθιστώντας την ιστορία του τραπεζοϋπαλλήλου ως μία αναγνωρίσιμη συλλογική εμπειρία αυθαιρεσίας, ασυδοσίας, δουλικότητας και υποταγής. Κι έτσι μέσα από μια ζοφερή συγγραφική συνθήκη, αναδυόταν η απρόσμενη σκηνοθετική ελαφρότητα, σαν ο Μοσχόπουλος να κοίταζε την ασφυξία λοξά, αποκαλύπτοντας τις γελοίες διαστάσεις της, την παράνοιά της όχι ως κάτι εφιαλτικό αλλά ως παραπλανητικά αστείο και γι’ αυτό πιο επικίνδυνο.

"Pomona" (2022-23)
Σε μία από τις πλέον εκκεντρικές και αισθητικά ενδιαφέρουσες παραστάσεις, το βρετανικό σινεμά, οι τηλεοπτικές σειρές μυστηρίου, τα παιχνίδια ρόλων (RPG) και η λογοτεχνία του φανταστικού επιστρατεύτηκαν για να καταδείξουν τη δυστοπία της σύγχρονης πραγματικότητας. Το έργο ΄Άλιστερ ΜακΝτάουαλ μιλάει για το "κακό" και τη δυστοπία της πραγματικότητας, μέσα από μια ιστορία που εκτυλίσσεται ως παιχνίδι ρόλων και εμπλέκονται παράνομες δοσοληψίες, εξαφανίσεις προσώπων, εμπόριο βρεφών.
Συστήνοντάς μας αυτό το τόσο ιδιαίτερο κείμενο, o Μοσχόπουλος επιστρατεύτηκε όλη τη χειροπιαστή τη γοητεία της θεατρικής τέχνης, καταφέρνοντας παράλληλα να αποτυπώσει πλήρως τα μη θεατρικά στοιχεία του έργου: την κινηματογραφική γλώσσα, την ψηφιακή τεχνολογία, τα στοιχεία της επιστημονικής φαντασίας και την αισθητική των videogames. Bonus points για το εμβληματικό σκηνικό του Βασίλη Παπατσαρούχα, που γέμισε τη σκηνή με λεκάνες τουαλέτας, αποτυπώνοντας έναν κόσμο "βουτηγμένο στα σκατά".

"Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα" (2025-26)
'Αλλο ένα, ουσιαστικά άγνωστο έργο μετατράπηκε από τον Θωμά Μοσχόπουλο σε μια αξιοσημείωτη παράσταση, υπόδειγμα ύφους, αισθητικής αρτιότητας και συλλογικής δουλειάς. Το εφιαλτικό κλίμα της προπολεμικής Ευρώπης αποτυπώνεται μέσα από την ιστορία ενός καθημερινού άνδρα, που αποφασίζει να έρθει σε ρήξη με την καθημερινότητά του. Μακριά από τον ρεαλισμό, στο μεταίχμιο ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, η διαδρομή του ήρωα σκιαγραφεί ένα εσωτερικό ταξίδι, αλλά και μια αιχμηρή τοιχογραφία της κοινωνικής πραγματικότητας στη Γερμανία και την Ευρώπη, στο κατώφλι δύο πολέμων.
Ο εξπρεσιονιστικός χαρακτήρας του κειμένου λειτούργησε ως ιδανικός καμβάς για μια μελετημένη σκηνοθετική πρόταση, με τον Μοσχόπουλο να στήνει επί σκηνής ένα θέαμα κουρδισμένο στους ρυθμούς ενός αόρατου μηχανισμού, με κινηματογραφική αισθητική και ανάλογη ρυθμικότητα. Αντλώντας από τους ερμηνευτικούς και αισθητικούς κώδικες του βωβού κινηματογράφου, δημιούργησε μια παράσταση στιλιζαρισμένη αλλά όχι "άψυχη", που ισορροπεί ανάμεσα στο γκροτέσκο κωμικό στοιχείο, το υπαρξιακό δράμα και την κοινωνικοπολιτική αλληγορία, συγκροτώντας ένα σκηνικό σύμπαν με χαρακτηριστική ταυτότητα. Κάθε καλλιτεχνικός συντελεστής και ηθοποιός συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση αυτού του άρτια επεξεργασμένου σύμπαντος, με τον Ορφέα Αυγουστίδη, επικεφαλής του εξαιρετικού εξαμελούς θιάσου, να καταθέτει σπουδαία ερμηνεία.

Οι αγαπημένες παραστάσεις της Μαρίας Κρύου
Μπήκα σε δίλημμα προσπαθώντας να επιλέξω παραστάσεις του Θωμά Μοσχόπουλου, γιατί η διαδρομή του δεν προσφέρεται εύκολα για "αντιπροσωπευτικά" δείγματα. Οι παρακάτω επιλογές, λοιπόν, δεν έγιναν με κριτήριο απλώς τη φήμη ή τη χρονική απόσταση, αλλά με βάση όσα διαπιστώνει κανείς παρακολουθώντας τη σκηνοθετική του πορεία. Οι συγκεκριμένες παραστάσεις λειτουργούν σαν ενδεικτικοί σταθμοί, μέσα από τους οποίους φαίνεται όχι μόνο η εξέλιξή του, αλλά κυρίως η συνέπεια μιας βαθιά προσωπικής θεατρικής γλώσσας.
"Η ζωή είναι ένα όνειρο" (2003–04)
Η επιλογή του κλασικού έργου του Πέδρο Καλντερόν ντε λα Μπάρκα δείχνει έναν σκηνοθέτη που επιστρέφει στα κλασικά από περιέργεια: τι έχουν να μας πουν σήμερα; Και τελικά, αυτό που μένει είναι μια αίσθηση ελευθερίας — σαν το ίδιο το έργο να ξαναγράφεται μπροστά μας, χωρίς βάρος αλλά με ουσία. Σε αυτό το πλαίσιο είδαμε την ΄Άννα Μάσχα να κορυφώνεται με μια Ροζάουρα γεμάτη μουσικότητα και πάθος, ενώ ο Αργύρης Ξάφης ξεχώρισε για τη σκηνική του ακτινοβολία. Στιβαροί και μετρημένοι ο Γιάννης Νταλιάνης και ο πολλά υποσχόμενος τότε Γιώργος Γλάστρας, ενώ ωραία έκπληξη υπήρξε ο Κώστας Μπερικόπουλος με την πολυεπίπεδη ερμηνεία του. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ηθοποιούς αυτοί ξεχώρισαν και στη συνέχεια: στο θέατρο του Μοσχόπουλου διακρίνει κανείς πώς τα πρόσωπα αυτά βρίσκουν χώρο να ανθίσουν, μέσα από ουσιαστικές συνεργασίες που καλλιεργούν διάρκεια και εξέλιξη.

"Metamorphoses+" (2007–08)
Με αφετηρία τον Οβίδιο, ο Θωμάς Μοσχόπουλος έδειξε μια πλευρά που αγαπάμε ιδιαίτερα: την τόλμη να ρισκάρει και να μετατρέπει τον μύθο σε ζωντανή σκηνική πρόταση. Στις "Metamorphoses+", που παρουσιάστηκαν στο Αμόρε, δεν τον ενδιέφερε μια απλή αφήγηση, αλλά μια συλλογική δημιουργία που χτίστηκε μαζί με τους ηθοποιούς, γύρω από την ιδέα της μεταμόρφωσης. Η παράσταση έμοιαζε να γεννιέται επί τόπου, να αλλάζει μορφή και να μας θυμίζει —όπως έλεγε και ο ίδιος— ότι "κι εμείς μπορεί να μεταμορφωθούμε σε κάτι άλλο". Σε αυτό το ρευστό, παιγνιώδες σύμπαν, ξεχώρισαν η Άννα Καλαϊτζίδου, η Ξένια Καλογεροπούλου, ο Χρήστος Λούλης, η Άννα Μάσχα, ο Κώστας Μπερικόπουλος και ο Αργύρης Ξάφης, σε μια παράσταση όπου η συλλογικότητα έγινε δημιουργική δύναμη.
"Mistero Buffo" (2012–13)
Στο "Mistero Buffo" του Ντάριο Φο, που ανέβασε στο Θησείον ο Θωμάς Μοσχόπουλος, αγαπήσαμε αυτή την αίσθηση ότι το θέατρο επιστρέφει στα απολύτως βασικά: τον ηθοποιό και το κοινό. Χωρίς σκηνικά και περιττά στηρίγματα, όλα παίζονται στο εδώ και τώρα — και αυτό είναι που το κάνει τόσο ζωντανό. Η ομάδα εδώ, λειτουργεί σαν μια παρέα που αφηγείται, σατιρίζει, μεταμορφώνεται μπροστά μας: η Άννα Καλαϊτζίδου, η Άννα Μάσχα, ο Κώστας Μπερικόπουλος, ο Αργύρης Ξάφης, ο Θάνος Τοκάκης και ο Γιώργος Χρυσοστόμου εναλλάσσονται με απίστευτη ενέργεια και ελευθερία. Κάθε βραδιά διαφορετική, κάθε σκηνή ένα μικρό θεατρικό θαύμα. Αυτό που έμεινε τελικά δεν είναι μόνο το γέλιο και η καυστική σάτιρα, αλλά η χαρά του παιχνιδιού και η αίσθηση ότι το θέατρο, όταν είναι αληθινό, δεν χρειάζεται τίποτε άλλο για να σε παρασύρει.

"Καντίντ ή η αισιοδοξία" (2018-19)
Με τον Βολταίρο, ο Θωμάς Μοσχόπουλος επέστρεψε σε κάτι που αγαπάμε ιδιαίτερα: την ειρωνεία ως εργαλείο σκέψης. Στον "Καντίντ ή η αισιοδοξία" έστησε στο Πόρτα μια παράσταση με ρυθμό, χιούμορ και υπόγεια ανησυχία, όπου τίποτα δεν ήταν τόσο αθώο όσο φαινόταν. Ο Μιχάλης Συριόπουλος ενσάρκωσε έναν Καντίντ μειλίχιο αλλά εύθραυστο, ενώ γύρω του οι ηθοποιοί —ο Παντελής Βασιλόπουλος, η Ευσταθία Τσαπαρέλη, ο Μάνος Γαλάνης κ.ά.— συνέθεσαν έναν κόσμο διαρκούς μετατόπισης και σατιρικής έντασης. Μέσα από το ταξίδι τους, αναδύθηκαν ερωτήματα για το κακό, την ελευθερία, την ευθύνη και την αυταπάτη της "αισιοδοξίας".
Αυτό που κράτησα είναι μια σκέψη: μήπως η μόνη λύση είναι τελικά "να καλλιεργήσουμε τον κήπο μας";- να παραμείνουμε δηλαδή σε εγρήγορση, προστατεύοντας την ανθρωπιά και τη δημιουργικότητά μας μέσα από τη συλλογική δουλειά και την πνευματική διαύγεια; Η απάντηση στη βαρβαρότητα της εποχής μας είναι η επιστροφή στην ουσία και ο Μοσχόπουλος μας κλείνει το μάτι, προτείνοντας ένα θέατρο που, μέσα από το παιχνίδι, μας κρατά σε εγρήγορση.

"Περιμένοντας τον Γκοντό" (2025)
Η επιλογή του Σάμιουελ Μπέκετ μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη για τον Θωμά Μοσχόπουλο — και αυτό λέει πολλά για τη διαδρομή του. Στο "Περιμένοντας τον Γκοντό" (Πόρτα, 2024–25), αγαπάμε την ωριμότητα της αφαίρεσης: ένα ερειπωμένο, σχεδόν μεταπολεμικό τοπίο του Βασίλης Παπατσαρούχας γίνεται το σκηνικό μιας ύπαρξης στο όριο. Εκεί, ο Πάνος Παπαδόπουλος και ο Τάσος Ροδοβίτης συνθέτουν ένα τραγικωμικό δίδυμο, ισορροπώντας ανάμεσα στο γέλιο και τη ματαιότητα της αναμονής. Δίπλα τους, ο Γιάννης Σαμψαλάκης και ο Γιάννης Βαρβαρέσος εντείνουν το αίσθημα εξάρτησης και ακινησίας. Ο Μοσχόπουλος δεν επιχείρησε να "ερμηνεύσει" τον Μπέκετ, αλλά να τον αφήσει να αναπνεύσει: μέσα από ρυθμό, σιωπή και λεπτή ειρωνεία αναδεικνύεται η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για νόημα, συντροφιά και χρόνο.
Περισσότερες πληροφορίες
Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα
Σ' αυτήν την μαύρη κωμωδία, αριστουργήμα του εξπρεσιονιστικού θεάτρου, ένας άνδρας ξεκινά ένα ταξίδι μέσα στην πόλη, αναζητώντας νόημα και διέξοδο από την καθημερινή του αδράνεια. Η νέα διασκευή του Θωμά Μοσχόπουλου αποκαλύπτει την ψυχολογική του σύγκρουση, ενώ το έργο συνδέει έντονο μαύρο χιούμορ με υπαρξιακό βάθος. Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με τη ματαιότητα, τις κοινωνικές συμβάσεις και τη συλλογική παράνοια, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο πολέμους, κρίσεις και αβεβαιότητες. Μέσα από τον σαρκασμό, τη φαντασία και τις πολλαπλές γυναικείες φιγούρες που τον προκαλούν, αναδεικνύεται η αγωνία του ανθρώπου για νόημα και επιβίωση.