Χιλιάδες θεατές κατακλύζουν τα δημοτικά θέατρα όπου παρουσιάζεται. Σαν να υπήρχε μια σιωπηλή συμφωνία με την Ιστορία, το εμβληματικό έργο του 1973 ανεβαίνει την κατάλληλη στιγμή, αν όχι για να προκαλέσει λαϊκή εξέγερση, σίγουρα για να προσφέρει γόνιμο προβληματισμό.

Όπου κι αν παίζεται φέτος το καλοκαίρι το «Μεγάλο μας τσίρκο», η προσέλευση είναι μαζική κι ενθουσιώδης, θυμίζοντας εκείνη των πάλαι ποτέ κομματικών συγκεντρώσεων. Οι θεατές, σαν να πρόσμεναν εδώ και χρόνια να το δουν, κλαίνε, γελούν, συγκινούνται και προβληματίζονται. Ταυτίζουν το ρόλο των ξένων δυνάμεων που όρισαν τις τύχες της χώρας από το 1821 και μετά με εκείνον της τρόικας και υψώνουν τις γροθιές τους για να τραγουδήσουν με λάβρο ύφος: «Λαέ, μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι» και «Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες, ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες». Και, παρά τη μεγάλη διάρκεια της παράστασης, αποχωρούν σχολιάζοντας ότι «η Ιστορία κάνει κύκλους» και «τέτοια έργα δεν γράφονται πια». Λογικό. Το «Μεγάλο μας τσίρκο» του Καμπανέλλη χτυπάει κατευθείαν στο θυμικό, ανασταίνει το λαϊκό αίσθημα, θυμίζει οικεία πάθη και λάθη, παραπέμπει σε τωρινές αγωνίες και ανασύρει ό,τι εννοούμε όταν μιλάμε για «εθνική μνήμη». Μπορεί, βέβαια, κάποιος να εντοπίσει στο έργο μια εθνικο-πατριωτική αισθηματολογία παλαιάς κοπής και μια διάθεση ιστορικής απλούστευσης, άτυπα μπρεχτικής. Όπως έχει επισημάνει και ο μελετητής του έργου Βάλτερ Πούχνερ: «Ο Καμπανέλλης ξέρει πώς λειτουργεί η μέθεξη σε εποχές ανελευθερίας. Αν έμενε στο επίπεδο του ρεαλισμού, ο διδακτισμός θα ήταν αφόρητος και η “ανάλυση” των ιστορικών γεγονότων θα κινδύνευε να μείνει στο επίπεδο ενός μαρξισμού του καφενείου. Όμως το “Τσίρκο” του, αυτή η “ιστορική επιθεώρηση αξιών”, είναι αριστούργημα». Πράγματι η παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων –από την επανάσταση του 1821 μέχρι την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου– γίνεται με εσκεμμένα κωμικοτραγικό και απλοϊκό τρόπο. Ο στόχος, εξάλλου, του Καμπανέλλη είναι να καταδείξει τον παραλληλισμό του τότε με το σήμερα. Αλλά ποιο σήμερα; Το έργο γράφτηκε το 1973 για να αποτελέσει μια πολιτική πράξη, όπως κι έγινε, αποκτώντας μάλιστα μυθικές διαστάσεις. Όταν πρωτοπαίχτηκε το έργο, είχαν προηγηθεί η κατάληψη της Νομικής, το Κίνημα του Ναυτικού και, βέβαια, οι συλλήψεις και οι δολοφονίες χιλιάδων αντιφρονούντων. Όλα προμήνυαν πως η Χούντα σύντομα θα έπεφτε. Το «Μεγάλο μας τσίρκο», έτσι όπως το ανέβασε ο θίασος των Καζάκου και Καρέζη, σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, και με τον Νίκο Ξυλούρη να τραγουδά ζωντανά, ήρθε να επιβεβαιώσει αυτόν τον πόθο. Τα συνθήματα «Ψωμί - παιδεία - ελευθερία» και «Φωνή λαού, οργή θεού» ακούστηκαν για πρώτη φορά από τους ήρωές του.
Ποια είναι όμως η δυναμική του έργου σήμερα; Σε καιρούς κρίσης η απομυθοποίηση είναι καθολική. Το καλοκαίρι του 2012 απέχει, σε επίπεδο πολιτικής συνείδησης, έτη φωτός από εκείνο του 1973. Το έργο είχε τότε έναν αναγνωρίσιμο εχθρό, τη Χούντα. Τώρα ο εχθρός είναι θολός. Τι πρέπει να πέσει πρώτο σήμερα; Το ευρώ; Η παντοδυναμία των τραπεζών; Των φοροφυγάδων πλουτοκρατών; Της εκκλησίας; Ή μήπως το ίδιο το καθεστώς υποταγής ολόκληρου του ευρωπαϊκού Νότου στο άρμα της Γερμανίας; Ή ακόμη εκείνο που πρώτο πρέπει να πέσει είναι η παγιωμένη νοοτροπία του ραγιά; Στις τωρινές συνθήκες πολιτικού πειθαναγκασμού η παράσταση του Σωτήρη Χατζάκη προκαλεί εφήμερο ενθουσιασμό, εξιτάροντας πάθη και μνήμες. Ωστόσο, η αντιστασιακή ισχύς του έργου μοιάζει ταριχευμένη. Το «Τσίρκο» φαντάζει σαν μια υπενθύμιση: είναι το μανιφέστο μιας παρελθούσας εξέγερσης. Κι όμως, το έργο του Καμπανέλλη θέλει ένα «τσακ» για να ξαναγίνει εύφλεκτο υλικό. Εδώ η σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη, είτε από σεβασμό είτε από αδυναμία, ενίσχυσε περισσότερο το ρεαλιστικό παρά το γκροτέσκο χαρακτήρα του και υπερτόνισε τον εγγενή συναισθηματισμό του. Ίσως ήταν συνειδητή η επιλογή του σκηνοθέτη να το αφήσει να μιλήσει από μόνο του χωρίς να πάρει κριτική θέση απέναντι στο ιδεολογικό φορτίο του, παρά μόνο εκλύοντας τον υπέρμετρο ιδεαλισμό του. Ορθώς το έργο ανεβαίνει σαν να μην είναι σκηνοθετημένο παρά σαν να το στήνει επιτόπου ένα μπουλούκι ηθοποιών, μέσω αυτοσχεδιασμών της στιγμής, σε ένα αναλόγου αισθητικής σκηνικό. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «παίζουμε σαν να είμαστε ερασιτέχνες» και στο «παίζουμε ως ερασιτέχνες». Φοβάμαι πως η παράσταση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και του Ακροπόλ έγειρε προς τη δεύτερη επιλογή, κερδίζοντας τη συγκίνηση, αλλά χάνοντας την ευκαιρία να γίνει μια παράσταση-σταθμός, το ελληνικό αντίστοιχο του «1789» της Αριάν Μνουσκίν λόγου χάρη. Όπως κι αν έχει, ο Τάσος Νούσιας αποδεικνύεται ιδανικός ως Ρωμιός-κομπέρ του έργου, με συνοδούς τη Μαρίνα Ασλάνογλου ως «Κολλητήρι» σύντροφό του και τον παλαίμαχο Γιώργο Αρμένη, ο οποίος ειδικά στη σκηνή του Κολοκοτρώνη (φωτό) μοιάζει να αποτίνει φόρο τιμής στον πρώτο διδάξαντα του ρόλου, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο. Τέλος, η θρυλική μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, με τον ίδιο επί σκηνής να διευθύνει τη μικρή ορχήστρα με νεύρο εφήβου και άξιο ερμηνευτή των τραγουδιών τον Ζαχαρία Καρούνη, παραμένει ένα από τα κορυφαία στοιχεία της παράστασης.
Η παράσταση περιοδεύει στην Ελλάδα. Επόμενος σταθμός στην Αττική: Κηποθέατρο Παπάγου, στη 1/9.