"Ο βασικός χώρος παρουσίασης των έργων της Βικτώριας Σκαρλάτου ήταν το σπίτι της, που είναι ταυτόχρονα μια αποθήκη κι ένας θησαυρός έργων. Άλλα τα χάριζε σε φίλες, φίλους και συγγενείς. Έτσι κυκλοφορούσε η δουλειά της, μέσα στον κοινωνικό και οικογενειακό της κύκλο" όπως μας λέει ο Κοσμάς Νικολάου, εικαστικός και επιμελητής της πρώτης ατομικής και ταυτόχρονα αναδρομικής έκθεσης της Βικτώριας Σκαρλάτου στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων που διαρκεί από τις 22 Οκτωβρίου έως τις 22 Νοεμβρίου 2026, με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ).

Από μια τυχαία συγκυρία, είδε κι ο ίδιος ο Νικολάου το έργο της Σκαρλάτου, στο σπίτι του γιου της και βλέποντας ότι η δουλειά της παρέμενε αφανής ένιωσε μεγάλη επιθυμία, αλλά και ευθύνη, να ασχοληθεί περισσότερο και να συμβάλει στην παρουσίασή της. Με την ίδια να συστήνεται ως "σχεδιάστρια", η εκπαίδευση και η εργασία της Βικτώρια Σκαρλάτου στο Γραφείο Δοξιάδη στα τέλη της δεκαετίας του 1960 δεν αποτελούν απλώς ένα βιογραφικό στοιχείο, αλλά εξηγούν τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζει τις εικόνες της.
Η έκθεση συγκεντρώνει 61 έργα από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα, "παρακολουθώντας την εξέλιξη μιας ιδιοσυγκρασιακής εικαστικής γλώσσας που κινείται ανάμεσα στη βιωμένη εμπειρία, τη μνήμη, τον συμβολισμό και τη μεταφυσική αναζήτηση”. Ζητήσαμε από τον επιμελητή να μας πει περισσότερα.
Πότε πρωτοήρθες σε επαφή με το έργο της Βικτώριας Σκαρλάτου και τι σε έκανε να θέλεις να ασχοληθείς περισσότερο με αυτό;

Τον Φεβρουάριο του 2024, όταν είχα ήδη αρχίσει να ασχολούμαι με τη συγκρότηση αρχείων καλλιτεχνών και συλλογών που δεν είχαν παρουσιαστεί στο κοινό, βρέθηκα στην Ολλανδία για να συμμετάσχω σε μια έκθεση στο Ρότερνταμ στο ίδρυμα A Tale of a Tub, κατά τη διάρκεια της εβδομάδας τέχνης. Περνώντας από το Άμστερνταμ, ένα βράδυ Δευτέρας, ήταν αργά και τα εστιατόρια είχαν κλείσει. Έτσι, συνάντησα τον φίλο μου Αλέξη Σκαρλάτο στο σπίτι του και εκεί είδα για πρώτη φορά έργα της μητέρας του, της Βικτώριας.
Ήξερα ότι ήταν καλλιτέχνιδα, αλλά μέχρι τότε δεν είχα εικόνα της δουλειάς της. Φωτογράφησα τα έργα και άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι υπήρχε μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική πορεία, με διαφορετικές φάσεις, αναζητήσεις και δυνατότητες, που άξιζε να παρουσιαστεί. Το ότι αυτή η δουλειά παρέμενε αφανής, και μάλιστα η δουλειά μιας γυναίκας καλλιτέχνιδας, μου δημιουργούσε την αίσθηση ενός κενού που έπρεπε να καλυφθεί. Ένιωσα μεγάλη επιθυμία, αλλά και ευθύνη, να ασχοληθώ περισσότερο και να συμβάλω στην παρουσίασή της.
Η τέχνη ως τρόπος προσωπικής εξέλιξης, θεραπείας και ανύψωσης
Μίλησέ μας για την Σκαρλάτου. Γιατί δεν γνωρίζουμε περισσότερα γι αυτήν;


Ήταν ένα ερώτημα που με απασχολούσε πολύ στην αρχή. Τώρα πια έχω κάπως παραιτηθεί από την προσπάθεια να βρω μία συγκεκριμένη απάντηση. Όσο τη γνωρίζω, καταλαβαίνω ότι η Βικτώρια αφιερώθηκε στην τέχνη της ως έναν τρόπο προσωπικής εξέλιξης, θεραπείας και ανύψωσης. Αυτό έγινε μια ολοκληρωμένη καλλιτεχνική πρακτική, χωρίς όμως η ίδια να ασχοληθεί ιδιαίτερα με την προώθησή της. Εκείνη λέει ότι είναι θέμα χαρακτήρα. Εγώ αισθάνομαι ότι δεν βρέθηκε και στον κατάλληλο κύκλο, ενώ το ότι δεν κινούνταν πολύ εκτός σπιτιού ίσως έπαιξε επίσης έναν ρόλο.
Παράλληλα, ανακαλύπτω δημιουργικές περιόδους της που έχουν μείνει στο περιθώριο. Έχει περάσει από διαφορετικά ζωγραφικά είδη, τα οποία σήμερα δεν παρουσιάζει ούτε θεωρεί μέρος του έργου της. Το ίδιο ισχύει και για το κέντημα: δεν ήταν απλώς ένα χόμπι, δημιουργούσε έργα, αλλά και αυτά έχουν μπει στην άκρη. Βλέπω λοιπόν μια διαρκή δημιουργική αναζήτηση, που για εκείνη ήταν πρωτίστως ένας δρόμος προσωπικής έκφρασης. Παρότι αντιλαμβανόταν ότι η δουλειά της έπρεπε να έρθει στο φως, νομίζω ότι την απορροφούσαν η ίδια η δημιουργία και όσα της προσέφερε.
Υπήρχε αποδοχή από την οικογένειά της και στήριξη από τον σύντροφό της, όπως λέει και η ίδια. Αυτό όμως δεν αρκεί πάντα για να βρει ένα έργο τον δρόμο του προς το κοινό. Πιστεύω ότι χρειάζεται να σκεφτούμε και τις περιορισμένες δυνατότητες θεσμικής υποστήριξης στην Ελλάδα, ιδιαίτερα για μια γυναίκα καλλιτέχνιδα της γενιάς της.
Πώς αντιλαμβανόταν η ίδια το έργο της και μέσα σε τι πλαίσιο παρουσιαζόταν αυτό; Πώς το βλέπεις εσύ σήμερα μες στο συγκεκριμένο εθνικό αλλά και διεθνές συγκείμενο;
"Ο βασικός χώρος παρουσίασης των έργων ήταν το σπίτι της, που είναι ταυτόχρονα μια αποθήκη κι ένας θησαυρός έργων. Άλλα τα χάριζε σε φίλες, φίλους και συγγενείς. Έτσι κυκλοφορούσε η δουλειά της, μέσα στον κοινωνικό και οικογενειακό της κύκλο."
Όπως είπα, το έργο της δεν παρουσιαζόταν δημόσια. Η ίδια το αντιλαμβανόταν ως μια σχεδιαστική πράξη: ξεκινούσε από την απεικόνιση των ανθρώπων και του κόσμου γύρω της και προχωρούσε σε ένα πιο αφαιρετικό σύμπαν, μέσα από το οποίο εξέφραζε την κοσμοθεωρία της. Έχει ενδιαφέρον ότι, ενώ διαθέτει μεγάλη σχεδιαστική ευχέρεια, η πιστή αναπαράσταση μοιάζει να είναι για εκείνη ένα πεδίο που το κατέχει, αλλά το θεωρεί μάλλον στεγνό, ίσως και συντηρητικό. Την ενδιαφέρει να δημιουργεί τον κόσμο με τον δικό της τρόπο, μέσα από αυτό το ποπ λεξιλόγιο που έχει αναπτύξει.


Ο βασικός χώρος παρουσίασης των έργων ήταν το σπίτι της, που είναι ταυτόχρονα μια αποθήκη κι ένας θησαυρός έργων. Άλλα τα χάριζε σε φίλες, φίλους και συγγενείς. Έτσι κυκλοφορούσε η δουλειά της, μέσα στον κοινωνικό και οικογενειακό της κύκλο.
Προσωπικά, δεν είχα ποτέ ιδιαίτερα στενή σχέση με τη ζωγραφική. Οι γνώσεις μου είναι περιορισμένες και δεν συνδέομαι εύκολα μαζί της. Η αγάπη της Βικτώριας για τη δουλειά της με βοήθησε να πλησιάσω και το ίδιο το μέσο. Με ενδιαφέρει πολύ ότι βλέπω μια καλλιτέχνιδα που εργάζεται ήδη από τη δεκαετία του ’70, διαμορφώνει μόνη της το ύφος της στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 και συνεχίζει να το εξελίσσει μέχρι σήμερα. Η δουλειά της μου φαίνεται πολύ σύγχρονη, ενώ διατηρεί έντονα το αποτύπωμα της εποχής μέσα στην οποία ωρίμασε.
Αισθάνομαι ότι η παρουσίασή της μπορεί να φωτίσει μια πλευρά της ελληνικής ζωγραφικής που δεν γνωρίζουμε αρκετά. Βλέπω συγγένειες με τον Γιώργο Ιωάννου και την ελληνική ποπ ζωγραφική, αλλά και πολλά στοιχεία γελοιογραφίας, κόμικ και εικονογράφησης.
"Αυτό που με συγκινεί είναι η αίσθηση μιας κάψουλας μνήμης: μια ζωγραφική που παραμένει ζωντανή και σύγχρονη, ενώ μεταφέρει μέσα της έναν κόσμο από το παρελθόν."
Ως προς το διεθνές συγκείμενο, μια πολύ ενδιαφέρουσα συνομιλία με την Κλέα Χαρίτου, η οποία έχει γράψει για το έργο της Βικτώριας, άνοιξε αρκετές συνδέσεις γύρω από τον σουρεαλισμό, τον πνευματισμό και τη ζωγραφική. Συζητήσαμε για τη Χίλμα αφ Κλιντ, αλλά και για την έκθεση "Fata Morgana" του Fondazione Trussardi στο Μιλάνο. Αυτές οι αναφορές λειτουργούν για μένα ως αφετηρίες για να σκεφτούμε τη δουλειά της και τις συνομιλίες που μπορεί να ανοίξει σήμερα.
Αυτό που με συγκινεί είναι η αίσθηση μιας κάψουλας μνήμης: μια ζωγραφική που παραμένει ζωντανή και σύγχρονη, ενώ μεταφέρει μέσα της έναν κόσμο από το παρελθόν.
Τι θα δούμε στην έκθεση; Ποιά επιμελητική οδός επιλέχθηκε;

"Δημιουργούμε ενότητες γύρω από θέματα που επανέρχονται: τη γυναίκα ως αρχέτυπο, τους ανθρώπους και τον κοινωνικό της κύκλο, το τοπίο και τη σύγχρονη ζωή στην πόλη, το υπερφυσικό, αλλά και την πορεία προς την αφαίρεση μέσα από την πνευματική αναζήτηση."
Ήταν μια σύνθετη επιμελητική και καλλιτεχνική άσκηση, γιατί πρόκειται για την πρώτη ατομική έκθεση της Βικτώριας, η οποία είναι ταυτόχρονα αναδρομική. Επιλέξαμε λοιπόν μια διαδρομή που συνδυάζει τη χρονολογική εξέλιξη με τη θεματική οργάνωση. Ακολουθούμε το νήμα της δουλειάς της, ενώ παράλληλα δημιουργούμε ενότητες γύρω από θέματα που επανέρχονται: τη γυναίκα ως αρχέτυπο, τους ανθρώπους και τον κοινωνικό της κύκλο, το τοπίο και τη σύγχρονη ζωή στην πόλη, το υπερφυσικό, αλλά και την πορεία προς την αφαίρεση μέσα από την πνευματική αναζήτηση. Μας ενδιέφερε αυτά τα έργα να συνυπάρξουν σε μια ενιαία εμπειρία. Με τον Πάνο Παπαναγιώτου στην οπτική ταυτότητα και την Εύη Σουγκάρα στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, δουλέψαμε ώστε η έκθεση να λειτουργεί συνολικά σαν μια εγκατάσταση, μέσα στην οποία ο επισκέπτης μπορεί να ακολουθήσει την εξέλιξη της ζωγραφικής της και να εισέλθει στον κόσμο της.
Διάλεξε ένα έργο της και σύστησέ το μας.

Ασημένιες χορδές, 2008
Ακρυλικό σε καμβά, 75 × 105 εκ.
Είναι το πρώτο έργο της Βικτώριας που είδα και κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά του ανακαλύπτω κάτι καινούριο. Η πλούσια χρωματική παλέτα και ο τρόπος με τον οποίο έχει δουλευτεί στον καμβά ειναι μαγνητικός. Το έργο συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής της: την ποπ χρωματική γλώσσα, τη γεωμετρική οργάνωση της σύνθεσης και τα θραύσματα του σώματος, τα οποία χρησιμοποιεί ως σύμβολα του χαρακτήρα. Εδώ, τα χέρια σχηματίζουν γεωμετρικές συνθέσεις, ενώ αποκτούν και μια μεταφυσική διάσταση: μοιάζουν με ψυχές, με το πνεύμα του ανθρώπου που συνδέεται μέσω μιας χορδής με τον ουράνιο κόσμο.
Ένα Γραφείο Αρχειακών Μελετών για καλλιτέχνες

Τι είναι το Γραφείο Αρχειακών Μελετών / Office for Archival Development, πώς συστήθηκε και πώς χρηματοδοτούνται οι έρευνες;
Από την περίοδο των σπουδών μου μέχρι σήμερα, στην καλλιτεχνική μου πρακτική επανέρχομαι συχνά σε τεκμήρια και αρχεία, σε υλικά ίχνη του παρελθόντος: φωτογραφίες, σχέδια, μαρτυρίες και κείμενα. Πριν από περίπου τρία χρόνια, σε μια περίοδο που αναζητούσα και μια εργασιακή διέξοδο, δέχτηκα μια πρόταση από μια φίλη να οργανώσω το καλλιτεχνικό έργο της μητέρας της, η οποία ήταν ερασιτέχνιδα ζωγράφος. Μέσα από αυτή τη δουλειά συνειδητοποίησα ότι μπορούσα να μεταφέρω πολλές από τις δεξιότητες της καλλιτεχνικής μου πρακτικής σε ένα άλλο επαγγελματικό πεδίο.
Κάπως έτσι ξεκίνησε το Γραφείο Αρχειακών Μελετών / Office for Archival Development.
Σήμερα το βλέπω ως έναν φορέα παροχής υπηρεσιών για την οργάνωση, τη μελέτη και την ανάδειξη καλλιτεχνικών αρχείων. Η αφετηρία του ήταν μια ιδιωτική ανάθεση, ενώ στόχος είναι να αναπτυχθούν και συνεργασίες με δημόσιους φορείς και συλλογές, μέσα από τις οποίες να μπορούν να χρηματοδοτηθούν μεγαλύτερα έργα αρχειοθέτησης και έρευνας. Με ενδιαφέρει να έχει ως σημείο αναφοράς την Αθήνα, με έναν ευρύτερο γεωγραφικό ορίζοντα στη Μεσόγειο, τη Δυτική Ασία και τα νότια Βαλκάνια.
Με ποιόν τρόπο δουλέψατε στην περίπτωση της Σκαρλάτου;

Δουλέψαμε με έναν πολύ ευέλικτο τρόπο και είχαμε την πολυτέλεια να μη βιαζόμαστε. Αφιερώσαμε πολύ χρόνο στο να γνωριστούμε, να γνωρίσω το έργο της και να το καταγράψω λεπτομερώς, να συζητήσουμε και να καταλάβω τη ζωή και την πρακτική της.
Έτσι δημιουργήθηκε ένας πρώτος πυρήνας: ένα ψηφιακό αρχείο, το οποίο δουλεύουμε με σύγχρονα εργαλεία που μας βοηθούν να οργανώνουμε το υλικό και να το παρουσιάζουμε με διαφορετικούς τρόπους. Η έκθεση προέκυψε μέσα από αυτή τη διαδικασία, ως ένα παράγωγο της δουλειάς πάνω στο αρχείο.
Παράλληλα, ανέλαβα και έναν υποστηρικτικό ρόλο στην καθημερινότητα του εργαστηρίου της, βοηθώντας, για παράδειγμα, στην αναζήτηση καινούριων χρωμάτων και υλικών. Διαμορφώθηκε έτσι σταδιακά όλη η υποδομή για την επαγγελματική παρουσίαση του έργου της. Αυτό που εκτίμησα ιδιαίτερα είναι ότι η συνεργασία εξελίχθηκε οργανικά, μέσα από μια σχέση που ήταν επαγγελματική αλλά έγινε και φιλική. Η έκθεση είναι ένα βήμα αυτής της πορείας και σκοπεύουμε να προχωρήσουμε και σε μια έκδοση που θα παρουσιάζει το έργο της.
Γιατί τα αρχεία των ιστορικών καλλιτεχνών ενδιαφέρουν όλο και περισσότερους/ες νέους επιμελητές/τριες, σύγχρονες γκαλερί, ιδρύματα;
Δεν μπορώ να εκτιμήσω με βεβαιότητα την ένταση και την έκταση αυτής της τάσης, ούτε κατά πόσο εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Σε χώρες όπου η τέχνη έχει ισχυρή παρουσία και θεσμική υποστήριξη, πάντως, η ανακάλυψη καλλιτεχνών που έχουν μείνει στην αφάνεια δημιουργεί έντονο ενδιαφέρον. Στην Ελλάδα, έχω την αίσθηση ότι οι αναδρομικές εκθέσεις καλλιτεχνών της μεταπολεμικής περιόδου που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στα μουσεία συμβάλλουν σε μια πιο ουσιαστική επαφή με αυτή την ιστορία.
Οι λόγοι του ενδιαφέροντος διαφέρουν. Για τις γκαλερί, η ανακάλυψη ενός έργου συνδέεται και με τη δυνατότητα να δημιουργηθεί μια αγορά γύρω του. Για τους επιμελητές, τις επιμελήτριες και τους καλλιτέχνες, το αρχείο προσφέρει υλικό που μπορεί να διαβαστεί ξανά και να αποκτήσει νέες σημασίες μέσα από το παρόν. Για τα ιδρύματα, τέτοιες έρευνες και παρουσιάσεις συμβάλλουν και στο κύρος τους.
Προσωπικά, με ενδιαφέρει η ιστορία που φέρει κάθε έργο και κάθε σύνολο έργων, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο μας συνδέει με μια εποχή. Πέρα από το ίδιο το έργο και την ποιότητά του, με απασχολούν οι σχέσεις, οι εμπειρίες και οι συνθήκες που φέρνει μαζί του στη συζήτηση.
Κατ’ επέκταση, σε ποιό βαθμό είναι τα estates των ιστορικών καλλιτεχνών η νέα καλλιτεχνική - εμπορική "ανακάλυψη"; Ποιά ήταν τα βασικά συμπεράσματα της πρόσφατης ημερίδας με τίτλο Artists’ Estates, Η μετά-ζωή του καλλιτεχνικού έργου που είχατε συνδιοργανώσει ως 3 137 με το ΕΜΣΤ;

Σίγουρα τα artists’ estates αποτελούν και μια εμπορική "ανακάλυψη". Η αγορά περνά διαδοχικές φάσεις κορεσμού και αναζητά τρόπους να ανανεωθεί. Αυτή η τάση υπάρχει και στην Ελλάδα, όπου βλέπουμε πλέον estates να συνεργάζονται με γκαλερί. Οι συνεργασίες αυτές ανταποκρίνονται εν μερει μόνο σε μια ανάγκη υποστήριξης, καθώς οι δομές για τη συστηματική αρχειοθέτηση, τη φύλαξη και τη μελέτη καλλιτεχνικών συλλογών παραμένουν περιορισμένες.
Η ημερίδα "Artists’ Estates: Η μετά-ζωή του καλλιτεχνικού έργου", που συνδιοργανώσαμε ως 3 137 με το ΕΜΣΤ, ήταν για μένα μία από τις σημαντικότερες στιγμές του προγράμματος του 3 137 και μια πολύτιμη συμβολή στον τοπικό διάλογο. Αναδείχθηκαν τεχνικά, οικονομικά, νομικά, καλλιτεχνικά και ιστορικά ζητήματα, ενώ ακούσαμε τις εμπειρίες κληρονόμων σημαντικών καλλιτεχνών. Ένα βασικό συμπέρασμα ήταν ότι υπάρχει ένα μεγάλο πεδίο που χρειάζεται υποστήριξη, με αρχεία και συλλογές που βρίσκονται σε κίνδυνο. Για να υπάρξει ουσιαστική φροντίδα, χρειάζεται χρηματοδότηση.
Το ΕΜΣΤ έχει ανοίξει αυτή τη συζήτηση, αναλαμβάνοντας ευθύνες που εκτείνονται πέρα από τον εκθεσιακό του ρόλο. Χρειάζονται όμως ευρύτερη υποστήριξη και πόροι, ώστε να αναπτυχθεί η τεχνογνωσία και να συνεργαστούν άνθρωποι διαφορετικών ειδικοτήτων: νομικοί, οικονομολόγοι, λογιστές, έμποροι τέχνης, καλλιτέχνες και ιστορικοί τέχνης. Η φροντίδα ενός estate απαιτεί ένα σύνολο εργασιών που καμία ειδικότητα δεν μπορεί να αναλάβει μόνη της.
Σε αυτή την ανάγκη συναντιέται και η κατεύθυνση του Γραφείου Αρχειακών Μελετών: να συνδέσει πρακτικές και επαγγελματίες, ώστε μέσα από την οργάνωση και τη μελέτη ενός έργου να διαμορφωθεί μια αφήγηση που κινητοποιεί τα estates, την αγορά και τους θεσμούς και συμβάλλει στην ιστορία της τέχνης. Αυτό είναι για μένα το ζητούμενο.
Πόσο σημαντικό είναι να ξαναγραφτεί η ιστορία της τέχνης σε τοπικό επίπεδο και ποιές είναι οι προκλήσεις σε αυτή την κατεύθυνση;

Πιστεύω ότι οι ιστορίες της τέχνης είναι ρευστές και γράφονται διαρκώς. Σε τοπικό επίπεδο, αυτή η ρευστότητα γίνεται ακόμη πιο έντονη, γιατί πολλές πρακτικές δεν έχουν βρει θεσμική αναγνώριση, δεν έχουν ιστορικοποιηθεί ούτε έχουν γίνει ευρύτερα γνωστές. Είναι σημαντικό να τις φωτίζουμε, να αναζητούμε συγγένειες και να αναγνωρίζουμε συνέχειες.
Βέβαια, η σχέση με μια συνέχεια δεν είναι πάντα εύκολη. Μπορεί να λειτουργήσει περιοριστικά, σαν μια νόρμα που αισθάνεσαι ότι πρέπει να ακολουθήσεις. Είναι όμως ακόμη πιο δύσκολο να νιώθεις ότι δεν υπάρχει καμία συνέχεια. Στην Αθήνα έχουμε συχνά την αίσθηση ότι τα πράγματα συμβαίνουν μεμονωμένα, ότι ξεκινάμε κάθε φορά από το μηδέν. Αυτό μας δίνει μια μεγάλη ελευθερία, την οποία θεωρώ πολύτιμη και δεν θα ήθελα να χάσουμε.
Η πρόκληση είναι να διατηρήσουμε αυτή την ελευθερία και ταυτόχρονα να συνδεθούμε με όσα έχουν προηγηθεί, να δούμε μια μεγαλύτερη εικόνα και να αισθανθούμε μέρος μιας συνέχειας. Έτσι μπορεί να συγκροτηθεί ένα πεδίο με μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική απήχηση, με ουσιαστικότερη δυνατότητα παρέμβασης.



