Η Λένα Κιτσοπούλου αναζητά τον "συμβολισμό της λεοπάρδαλης" στο "εσωτερικό Πελοποννήσου. Κάργα εσωτερικό" ακολουθώντας ένα αξέχαστο διχοτομημένο ήρωα, ο Ευθύμης Φιλίππου φτιάχνει ένα χρονικό της ζωής του Γιώργου όσο χτυπά η "Καρδιά, Γ.", η Έλενα Καρακούλη φέρνει την Ελπίδα στο "Υπουργείο Μοναξιάς". Ακόμη κι αν δεν τους έχεις διαβάσει ποτέ, κανείς τους δεν χρειάζεται συστάσεις και τα νέα τους βιβλία αν μη τι άλλο διαβάζονται μονορούφι όσο κι αν δεν υπόσχονται χάπι έντ.
Λένα Κιτσοπούλου, Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης

Από τις πιο δημοφιλείς δημιουργούς της θεατρικής Αθήνας, από την εποχή που μας πρωτοταρακούνησε με τη "Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α." της τόσο ως βιβλίο όσο και ως παράσταση στη Νέα Σκηνή Εθνικού Θεάτρου το 2009 σκηνοθετώντας τη Μαρία Πρωτόπαππα, η Λένα Κιτσοπούλου απέδειξε ότι κινείται με την ίδια άνεση στο χαρτί και τη σκηνή. Το 2006 άλλωστε είχε εκδόσει ήδη τη συλλογή διηγημάτων Οι νυχτερίδες για την οποία βραβεύτηκε απ’ το περιοδικό Διαβάζω με το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, ένα βιβλίο που επανεκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο όπως και η "Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.".
Η αιχμηρή γραφή της έρχεται καταπρόσωπο, την ίδια στιγμή όμως λειτουργεί διεισδυτικά δημιουργώντας αξέχαστα πορτρέτα (και της συλλογικής μας ζωής και κοινωνίας) αποτελώντας έτσι και μερικές από τις σπάνιες συγγραφικές μαρτυρίες που παγώνουν στον χρόνο πρόσφατες εποχές της καθημερινής Ελλάδας. Κάπως έτσι και με το νέο της βιβλίο "Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης” (εκδόσεις Μεταίχμιο) παραδίδει μια αξέχαστη ακτινογραφία της επαρχιακής Ελλάδας, γκροτέσκα, μη πολιτικά ορθή, αλλά ειλικρινή και ολοζώντανη.
Η υπόθεση έχει ως εξής: Η Κική επιστρέφει στα τριάντα τρία της στην επαρχιακή κωμόπολη όπου μεγάλωσε μέχρι τα δεκατρία, ώστε να ζήσει εκεί. Όμως το όνομά της πλέον είναι Λάμπρος, οπότε ο Λάμπρος που ήταν κάποτε Κική επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του για να ξαναπέσει πάνω στον έρωτα της ζωής του, αυτόν που ως κοριτσάκι άφησε πίσω, για να ξανατραυματιστεί θανάσιμα από τον ίδιο έρωτα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, για να παλέψει ο αρσενικός εαυτός με τον θηλυκό μέσα στο ίδιο σώμα, όπου η συνύπαρξη και η σφαγή είναι αναπόφευκτες, ακόμα και σε άτομα που γεννιούνται και πεθαίνουν με την ίδια ταυτότητα.
Το πλάσμα αυτό το διχοτομημένο, με το δαχτυλίδι λεοπάρδαλη, το όμορφο και αυτοκαταστροφικό αυτό πλάσμα που φτιάχνει κοσμήματα, που ξέρει από λογοτεχνία, που έχει γυρίσει την Ευρώπη, που μιλάει λίγο και γοητεύει τους πάντες, περιφέρεται στα μπαρ, τα μεζεδοπωλεία και τις αλάνες της επαρχίας, παλεύοντας με τα δύο φύλα μέσα του, με το σκοτάδι του το άφυλο και με τον παράφορο έρωτα.
Η Κιτσοπούλου δεν χαρίζεται στους ήρωές της και ειδικά στις ηρωίδες της, τους ακολουθούμε στα πάνω και τα κάτω τους, τους μυρίζουμε, τους αγγίζουμε, γελάμε μαζί τους, ή μάλλον πάμε να γελάσουμε και το ξανασκεφτόμαστε, πικραινόμαστε, δυσφορούμε, αισθανόμαστε αμήχανα νιώθουμε. Νιώθουμε πολλά μες σ’ αυτό το ελληνικό Φαρ Ουέστ της βαθιάς Πελοποννήσου "σ' αυτό το κιτρινιάρικο τοπίο, όπου άμα είσαι περαστικός με το αυτοκίνητο, νομίζεις ότι είναι τίποτα. Ότι δεν έχει τίποτα. Αλλά άμα ζεις εδώ, όπως εγώ τότε, άμα ζεις και είσαι έντεκα, δώδεκα, εκεί πάνω που αρχίζει η εφηβεία και σου σηκώνει την πέτσα στο άκουσμα μιας κομμένης εξάτμισης, άμα σε ξεπετσιάζει αυτή η αδημονία για το έξω, για το φευγιό, άμα το παιδικό σου περίβλημα είναι πια τομάρι για πέταμα και με ένα χραπ αναβλύζει από κάτω πίδακας υγρού, ωμό κρέας, ζελεδάκι που τρέμει κολλημένο στο οστό, το οποίο οστό έχει ξεχαρβαλωθεί απ' την πολλή ανάπτυξη – έχει σπάσει το οστό και δεν πάει άλλο, δεν πάει άλλο, έσπασε ο σκελετός, το μεδούλι χύνεται, το παιδί τελείωσε, το παιδί βράζει και χύνεται – άμα λοιπόν είσαι έτοιμος να βουτήξεις με το κεφάλι μέσα στη λάσπη της ανακάλυψης μιας ενήλικης ζωής με αυτοκαταστροφές και απαγορευμένες πράξεις και ίσως τα πρώτα φιλιά, τα πρώτα τσιμπούκια, τα πρώτα τσιγάρα, όλα τα πρώτα πράγματα που θέλεις απελπισμένα να δοκιμάσεις, όταν διάφορα σημεία του σώματός του αρχίζουν και εξεγείρονται, τότε πραγματικά, αυτό το κιτρινιάρικο, χωμάτινο χωριό έχει πολλά, πάρα πολλά που συμβαίνουν χωρίς να φαίνονται από ένα μάτι περαστικό.”
"Εδώ, λες και δεν το διέσχισε αυτό το μέρος ποτέ στο παρελθόν ούτε ένας ταξιδιώτης με αρχοντική φυσιογνωμία. Λες και δεν εγκαταστάθηκε ποτέ άνθρωπος που να έχει έστω ένα απολυτήριο λυκείου. Φαρ Ουέστ. Νιώθεις ότι θα δεις τον σερίφη να στρίβει από τη γωνία και να πηγαίνει στου Λευτέρη για κεμπάπ. Νιώθεις ότι θα πέσει πιστολίδι ανά πάσα στιγμή και θα σηκωθεί τόσο χώμα από τα ποδοβολητά των αλόγων που θα θολώσει η αιματοχυσία και θα χαθεί η πιο δυνατή στιγμή του έργου. Nιώθεις πάντως.”
Ευθύμης Φιλίππου, Καρδιά, Γ.

Από τα σενάρια των ταινιών του Γιώργου Λάνθιμου ως τα βιβλία και τα θεατρικά του έργα, o Ευθύμης Φιλίππου έχει δημιουργήσει το δικό του παράξενο κόσμο εντάσσοντας με μαεστρία αναφορές και μνήμες τοπικότητας σε ένα συχνά άχρονο και άτοπο σύμπαν.
Στη νέα του νουβέλα "Καρδιά, Γ.” που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δώμα συναντάμε τον Γιώργο που "γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1962 στο μαιευτήριο της Αγόριανης, ένα πετρόκτιστο αρχοντικό που σώζεται ώς τις μέρες μας. Ο πατέρας του, Θωμάς, ήταν αγρότης· η μητέρα του, Βασιλική, συμβολαιογράφος. Ήταν ένα υγιέστατο μωρό, μ' ένα μεγάλο ανδρικό μόριο. Τη στιγμή που βγήκε από τη μήτρα της μητέρας του, ο Γιώργος γέλασε τρανταχτά – ένα γέλιο που θα τον χαρακτήριζε σ' όλη του τη ζωή.”
Καθώς ακολουθούμε τον Γιώργο από την παιδική ηλικία, σημαδεμένη από τη δολοφονία του πατέρα του, ως την παραλια του Μοναστηριού στην Ανάφη και την κοινοβιακή ζωή των σέρφερ και την οικογενειακή, μικροαστική Αθήνα του συμβολαιογραφείου, όπου κάθεται πλέον, 104 κιλά, δουλεύοντας με το υπόλευκο βαμβακερό πουκάμισο, ο Φιλιππου βρίσκεται σε γνώριμο έδαφος και δείχνει να το απολαμβάνει. Γράφει άσματα, ριμάρει, εξαπολύει ιλαρές κατάρες…
"τα αβοκάντο σου να μη μαλακώνουν, τα ρουθούνια σου να στάζουν φαρμάκι και χλωρίνη και δηλητήριο και αίμα, οι ρωγές σου να μη σκληραίνουν, το χέρι σου να μην μπορεί να φτιάξει τα μαλλιά σου, τα γυαλιά ηλίου σου να τα χάνεις κάθε μήνα, να ροχαλίζεις ακόμα κι όταν δεν έχεις καταναλώσει αλκοόλ, τα εντόσθιά σου να μαρμαρώσουν και να βαρύνεις κατά 8 κιλά από το βάρος των εντοσθίων, οι αντίχειρές σου να κοπούν, να μην παντρευτεί ποτέ κανένα παιδί που βάφτισες, να μην πιάσει παιδί κανένα παιδί που άγγιξες, να μη γεννήσει αγόρι κανένα κορίτσι που φίλησες"
Κάνει θυσίες αλλά και τάματα στον Άγιο Γεώργιο στον οποίο πιστεύει περισσότερο από τον Άγιο Νικόλαο, και μας παίρνει μαζί του στη μη αναστρέψιμη πορεία του Γιώργου όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μοίρα.
Έλενα Καρακούλη, Υπουργείο Μοναξιάς

Την Έλενα Καρακούλη την έχουμε γνωρίσει από το θέατρο, με τις σκηνοθεσίες της να κερδίζουν χρόνο με το χρόνο όλο και περισσότερο κοινό, όπως τα πρόσφατα True West και Misery. Το πρώτο της βιβλίο, Δέκα τρόποι να εκτεθείς (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2024), ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού Ο Αναγνώστης και για το Βραβείο Μένη Κουμανταρέα της Εταιρείας Συγγραφέων.
Στο νέο της βιβλίο, ένα (όχι και τόσο) μελλοντολογικό ψυχολογικό "θρίλερ” με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και ενδιαφέροντες χαρακτήρες, μπαίνουμε μέσα στο "Υπουργείο Μοναξιάς” (Εκδόσεις Καστανιώτη), μια υπηρεσία με επαγγελματίες εκπαιδευμένους να ακούνε τις ιστορίες μοναχικών ανθρώπων. Όταν όμως ο κύριος Κ. αυτοκτονεί, η φήμη του Υπουργείου κλονίζεται. Ποιος ευθύνεται για τον θάνατό του; Σίγουρα όχι η Ελπίδα, που, ενώ μοιάζει εξωφρενικά με την κόρη του, δεν είναι παρά μια έξυπνη μηχανή. Μια γυναίκα παγιδευμένη στη μυστική της σχέση, μια επιστήμονας που δημιουργεί το τέλειο ανθρώπινο ομοίωμα κι ένας άνδρας που αγαπά την ομορφιά περισσότερο από το παιδί του. Γρανάζια όλοι του ίδιου συστήματος και απέναντί τους φροντιστές, ψηφιακοί ακροατές, ένας θάλαμος εξομολογήσεων κι ένας ολόκληρος κόσμος που καλπάζει, θυμίζοντας άλλοτε μια μακρινή δυστοπία και άλλοτε τον κόσμο που ξέρουμε καλά.
Όπως διαβάζουμε στο αναλυτικό συγγραφικό σημείωμα μερικές από τις αναφορές της είχαν να κάνουν με την ειδησεογραφία σχετικά με τη δημιουργία των πρώτων Υπουργείων Μοναξιάς σε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Ιαπωνία. Στην έρευνα που έκανε συνειδητοποίησε ωστόσο ότι η μοναξιά δεν έχει πάντοτε αρνητικό πρόσημο. "Φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια απενοχοποιείται και παρουσιάζεται ως φυσική κατάσταση. Συχνά μάλιστα όχι μόνο δεν είναι λόγος ενόχλησης, αλλά γίνεται αφορμή για γιορτή, ως κεκτημένο δικαίωμα. Στην Ιαπωνία έχει μάλιστα όνομα, είναι μια τάση γνωστή ως ohitorisama: μπαρ που απευθύνονται σε άτομα που είναι μόνα, αναρίθμητα εστιατόρια με ειδικές καμπίνες, που προσφέρουν ατομικά γεύματα, ειδικά καθίσματα στους κινηματογράφους, ατομικά ταξιδιωτικά πακέτα, ακόμα και... προσωπικές αίθουσες καραόκε είναι κάποιες από τις εκδοχές αυτής της εκούσιας μοναξιάς.”
Η συγγραφέας αναφέρεται επίσης στη σύνδεση των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης με περιπτώσεις αυτοκτονίας εφήβων, αλλά και με την τεχνολογία του πένθους, αλλά και το γεγονός ότι επενδύουμε όχι τόσο στις αβέβαιες σχέσεις μεταξύ μας, αλλά στη φερεγγυότητα και στην ασφάλεια που μας εμπνέει μια εφαρμογή. ("Εξάλλου μοιάζει πιο πιθανό να σε απογοητεύσει ένας φίλος παρά ο αλγόριθμος.”) "Όσο έγραφα το βιβλίο αναρωτιόμουν. Τι ακριβώς σημαίνει ν' αγαπάς; Τι σημαίνει να γερνάς. Πώς πρέπει να ζει κανείς; Και πώς να πεθαίνει; Κατά πόσο η μοναξιά είναι μια εκδοχή της ελευθερίας ή μήπως είναι ένα είδος τιμωρίας; Πώς αλλάζουν οι σχέσεις στη νέα εποχή; Τι μπορεί να συμβεί όταν ένα ανθρωποειδές αποκτήσει συνείδηση - το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των ανθρώπων - και μάθει ότι διαφέρει από κείνους; Ποιος θα είναι ο νέος ηθικός κώδικας και πώς θα ρυθμιστεί; Ποια είναι τελικά η διαφορά της ανθρώπινης και της μηχανικής υπόστασης: Και αν η υπερνοημοσύνη είναι εξίσου περίπλοκη με την ανθρώπινη νοημοσύνη;
Για να δανειστώ τα λόγια της Ελπίδας: "Πού αρχίζεις εσύ; Εγώ που τελειώνω; Για ποιο λόγο δημιουργήθηκα;"


