Πώς ένα λογοτεχνικό βιβλίο που ξεκίνησε ψαχουλεύοντας στα πρακτικά των δικών των δωσιλόγων της κατοχικής περιόδου έχει καταφέρει να κυκλοφορήσει ήδη τόσο πολύ, στόμα με στόμα και χέρι με χέρι, στον πρώτο μόλις μήνα της κυκλοφορίας του όσο το "Επί σκοπώ πλουτισμού" της Ελισάβετ Χρονοπούλου;
Σε μια εποχή που η συζήτηση περί μνήμης με επίκεντρο την Κατοχή, και την πρόσφατη ιστορία γενικότερα, αναζωπυρώνεται, η Ελισάβετ Χρονοπούλου, συγγραφέας αλλά και κινηματογραφίστρια με αξιόλογο έργο ή μάλλον "μυθοπλάστης”, όπως δηλώνει η ίδια, με το νέο της βιβλίο αναμοχλεύει με το δικό της τρόπο ιστορίες και συναισθήματα που δεν έπαψαν να τη συγκλονίζουν και να της ασκούν μια οδυνηρή σαγήνη αφότου τα ανακάλυψε στα πρακτικά των δικών των δωσιλόγων της κατοχικής περιόδου. "Κι έτσι κάπως, η αδέσποτη ιδέα του ατιμώρητου δολοφόνου και το θέμα της αυτοδικίας συναντήθηκαν με το ιστορικό γεγονός και βρήκαν ένα πρόσφορο έδαφος να διαπλακούν και να αναπτυχθούν σε μια ιστορία”. Της ζητήσαμε να μας πει περισσότερα.
Ένα τηλεφώνημα από ένα δημόσιο νοσοκομείο. Ένας άγνωστος νεκρός. Μια διαθήκη. Μια απροσδόκητη κληρονομιά. Κι ένα γράμμα που αποκαλύπτει μια παλιά ιστορία, μια μικρή ιστορία από αυτές που η μεγάλη δεν κατέγραψε, ένα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο, μια ανεπούλωτη πληγή, μια εξέγερση στο άδικο που πήρε το σκοτεινό μονοπάτι της αυτοδικίας. Ένα γαϊτανάκι βίας που εξερευνά τη διττή δύναμη του αισθήματος δικαίου, τη δύναμη που κάνει τον άνθρωπο "άνθρωπο" αλλά και θηρίο.
Σ’ αυτά τα θολά νερά βρίσκεται παγιδευμένος ο αφηγητής του βιβλίου της Ελισάβετ Χρονοπούλου "Επί σκοπώ πλουτισμού", σε μια Ελλάδα 80 χρόνων μετά, ανιστόρητο παιδί της λήθης, αντιμέτωπος με ένα άγνωστο παρελθόν που ξυπνάει για να του αποκαλύψει πως είναι κι ο ίδιος μέρος του, πως είναι ο κληρονόμος αυτού του παρελθόντος, πάντα υπήρξε είτε το γνώριζε είτε όχι, επειδή αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε.
Ηθική πτώση και αυτοδικία

Πώς ξεκίνησε η ιδέα για το βιβλίο;
"Το 2017, για τις ανάγκες του προηγούμενου βιβλίου μου, άρχισα μια έρευνα στα πρακτικά των δικών των δωσιλόγων της κατοχικής περιόδου. Αυτά τα πρακτικά με συγκλόνισαν. Άσκησαν μέσα μου μια οδυνηρή σαγήνη, κατέκλυσαν το μυαλό μου για μήνες."
Για πολλά χρόνια τριγύριζε στο μυαλό μου η ιδέα ενός ανθρώπου που έχει διαπράξει έναν φόνο πολύ νέος, ο φόνος δεν εξιχνιάστηκε, δεν τον εξομολογήθηκε ποτέ σε κανέναν και φτάνει στα βαθιά γεράματα "ατιμώρητος". Αναρωτιόμουν πώς αναμετρήθηκε με τη συνείδησή του, με την ενοχή, με το αίσθημα δικαίου μέσα του, στην πορεία μιας τόσο μακράς ζωής αλλά και στο κατώφλι του θανάτου. Παράλληλα, πριν αρκετά χρόνια πάλι, άρχισε να με απασχολεί το θέμα της αυτοδικίας, και κατά καιρούς το μελετούσα. Το 2017, για τις ανάγκες του προηγούμενου βιβλίου μου, άρχισα μια έρευνα στα πρακτικά των δικών των δωσιλόγων της κατοχικής περιόδου. Αυτά τα πρακτικά με συγκλόνισαν. Άσκησαν μέσα μου μια οδυνηρή σαγήνη, κατέκλυσαν το μυαλό μου για μήνες. Οι άνθρωποι που συναντούσα μέσα σ’ αυτές τις σελίδες άρχισαν να ζωντανεύουν στη φαντασία μου, ήταν σαν να ήμουν εκεί μαζί τους, μάρτυρας του αγώνα τους να δικαιώσουν τους αγαπημένους τους, και τελικά να προστατεύσουν την ίδια τους την κοινωνία από μια θεσμική και ηθική πτώση.
Κι έτσι κάπως, η αδέσποτη ιδέα του ατιμώρητου δολοφόνου και το θέμα της αυτοδικίας συναντήθηκαν με το ιστορικό γεγονός και βρήκαν ένα πρόσφορο έδαφος να διαπλακούν και να αναπτυχθούν σε μια ιστορία.
"Έλληνες αξιωματούχοι συλλαμβάνουν και παραδίδουν Έλληνες πολίτες στον εχθρό. Χωνεύεται;"
Ίσως το πιο επιδραστικό στοιχείο του βιβλίου εμπερικλείεται στη (found;) φράση του τίτλου "επί σκοπώ πλουτισμού". Στο συλλογικό φαντασιακό της γενιάς των σημερινών 50άρηδων οι δωσίλογοι εξακολουθούν να ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με λίγους, "κακούς" μαυραγορίτες, ενώ όπως ανέλυσε το δημοφιλές ομώνυμο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη πριν λίγα χρόνια και εξειδικεύεται στο επίμετρό του στο βιβλίο σας αποτελούν βασικό κομμάτι από "τα υλικά που χτίστηκε η μεταπολεμική Ελλάδα". Την περίοδο 1945-1949 οι αποφάσεις των δικαστηρίων του Νομού Αττικής έστειλαν στο εκτελεστικό απόσπασμα 2 άτομα ως δωσίλογους και 101 αντιστασιακούς του ΕΑΜ ως δολοφόνους. Ήταν αυτο που δυσκολευτήκατε να χωνέψετε περισσότερο κατά την έρευνά σας, την ατιμωρησία, των καταδοτών - Ελλήνων συνεργατών των Γερμανών και τον αδικαίωτο πόνο των θυμάτων-Αντιστασιακών και των συγγενών τους, όπως λέτε;
"Ναι, ήταν ακραία βεβαρυμμένη η ιστορική συνθήκη, σύνθετη η εποχή, πολύπλοκα τα πολιτικά και ιδεολογικά διακυβεύματα, όμως ας το δούμε στην "απόλυτη τιμή" του: Στην κατεχόμενη από τους Ναζί Ελλάδα, Έλληνες αξιωματούχοι συλλαμβάνουν και παραδίδουν Έλληνες πολίτες στον εχθρό. Χωνεύεται;"
Δυσκολεύτηκα να χωνέψω την ατιμωρησία των συνεργατών των Ναζί επειδή δυσκολεύτηκα να χωνέψω τη θηριωδία των εγκλημάτων τους, όπως αποκαλύπτεται στα πρακτικά των δικών τους, αλλά και το ότι αυτή η θηριωδία εκτυλίχθηκε υπό τη σκέπη, κατ’ εντολή και με την ανοχή της δωσιλογικής κυβέρνησης. Το ότι οργανώθηκε από την Ειδική Ασφάλεια η οποία στρατολόγησε το κατακάθι της κοινωνίας και το όπλισε εναντίον της. Ναι, ήταν ακραία βεβαρυμμένη η ιστορική συνθήκη, σύνθετη η εποχή, πολύπλοκα τα πολιτικά και ιδεολογικά διακυβεύματα, όμως ας το δούμε στην "απόλυτη τιμή" του: Στην κατεχόμενη από τους Ναζί Ελλάδα, Έλληνες αξιωματούχοι συλλαμβάνουν και παραδίδουν Έλληνες πολίτες στον εχθρό. Χωνεύεται;
"Πως συνέχισαν; Πως συνεχίσαμε;" αναρωτιέστε. Παρότι απότοκος μιας γενιάς που δεν της έλειψε τίποτε, ο αφηγητής φέρει τα δικά του οικογενειακά τραύματα που δεν έχουν αντιμετωπιστεί τα οποία το παρελθόν έρχεται να ανακατέψει. Σε ποιό βαθμό έχουμε να κάνουμε με μια μεταφορά;
Πράγματι, η αποσιώπηση του ένοχου οικογενειακού του παρελθόντος, δεν απάλλαξε τον αφηγητή από την υποδόρια επενέργεια που είχε τελικά αυτό το τραύμα στη ζωή του. Κατ’ αναλογία, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η αποσιώπηση μιας τόσο μεγάλης ηθικής ήττας όσο αυτής της ατιμωρησίας των δωσιλόγων μας, δεν απάλλαξε την κοινωνία από την επενέργεια του συλλογικού τραύματος. Και λέω "μας" επειδή υπάρχει κι αυτός ο τρόπος να το δούμε, ότι είμαστε όλοι και δικοί τους απόγονοι, όσο και των ηρώων του Αλβανικού έπους ή των αντιστασιακών της Κατοχής.
Η τέχνη είναι ο τόπος της αμφιβολίας
Γύρω μας παρατηρούμε διαρκείς αναφλέξεις του πολέμου της ιστορίας. Σας απασχόλησε η εντεινόμενη, και στην Ελλάδα μετά την κρίση, ανάγκη για ιστορία και τα σχετικά διακυβεύματα; Πόσο συνειδητή ήταν η απόφαση να είναι ο αφηγητής ένα "ανιστόρητο παιδί της λήθης";
"Γράφουμε λογοτεχνία για να κλονίσουμε τις πεποιθήσεις μας, να αμφισβητήσουμε τις ιδέες μας, να αναζητήσουμε νέες απαντήσεις στα ερωτήματα που μας καίνε, αυτό νομίζω. Να ξεβολευτούμε."
Δεν ήταν στις προθέσεις μου να εκφράσω τις πολιτικές αντιλήψεις μου μέσω της λογοτεχνίας. Αλλά ούτε και να εισφέρω σε οποιαδήποτε δημόσια αντιπαράθεση για την Ιστορία. Όχι επειδή δεν έχω πολιτικές πεποιθήσεις ή θέσεις σχετικά με τη δημόσια συζήτηση για την Ιστορία. Αλλά επειδή πιστεύω πως, είτε ως πομπός είτε ως δέκτης, δεν μπορείς να προσεγγίσεις την τέχνη με ασφάλεια των βεβαιοτήτων σου. Η τέχνη είναι ο τόπος της αμφιβολίας κι εκεί πρέπει να μπεις όσο πιο γυμνός γίνεται, όσο πιο άοπλος. Γράφουμε λογοτεχνία για να κλονίσουμε τις πεποιθήσεις μας, να αμφισβητήσουμε τις ιδέες μας, να αναζητήσουμε νέες απαντήσεις στα ερωτήματα που μας καίνε, αυτό νομίζω. Να ξεβολευτούμε. Και διαβάζουμε λογοτεχνία για τον ίδιο λόγο. Χρειάζεται να είμαστε γενναίοι στη συνάντησή μας με την τέχνη, έτοιμοι να συγκρουστούμε με την ίδια μας τη νοοτροπία.
Γράφοντας το βιβλίο, συνειδητοποίησα ότι έπαιρνε το σχήμα ενός ταξιδιού αυτογνωσίας. Ο αφηγητής ξεκινά το ταξίδι "ανιστόρητος". Όλα αυτά που αγνοεί όμως, το ότι αγνοεί την ιστορία του και την Ιστορία της κοινωνίας στην οποία ζει, του εξασφαλίζουν μια στέρεα αίσθηση ταυτότητας. Η λέξη αλήθεια έχει την ίδια ρίζα με τη λήθη. Η αλήθεια είναι η α-λήθη, η μη λήθη, αυτό που δεν έχει λησμονηθεί. Ανασύροντας την αλήθεια από τη λήθη, ο αφηγητής, νιώθει να καταρρέει η αίσθηση ταυτότητας που είχε ως τότε, ατομική και συλλογική. Σταδιακά χάνει τον εαυτό του, δεν ξέρει πια ποιος είναι αλλά και ποιοι είναι οι άλλοι γύρω του, ποιοι υπήρξαν οι αγαπημένοι άλλοι του. Αλλά δεν είναι η ανακάλυψη της αλήθειας, είναι ο τρόπος που ο ίδιος την ερμηνεύει, που του δίνει στο τέλος και πάλι μια αίσθηση ταυτότητας. "Να τι είμαι" λέει. Κι από εκεί ξεκινά να βλέπει τον κόσμο με έναν καινούριο, διαφορετικό τρόπο.
Η ανάγκη να πλάθω μύθους
Παράλληλα με την κυρίως ιστορία γράψατε πρακτικά δικών, προκηρύξεις αλλά και ποιήματα της έφηβης Αμαλίας, ζωγραφίσατε μια γιρλάντα… Τι σας έκανε να εντάξετε αυτά τα στοιχεία στη μυθοπλασία;
Δεν θα έλεγα πως κυλούν παράλληλα με την ιστορία, μάλλον είναι δομικά στοιχεία της αφήγησης, η ιστορία αποκαλύπτεται στον αφηγητή μέσα από αυτά τα ευρήματα κι εκείνος μας αφηγείται την ιστορία με τη χρονική σειρά και τον τρόπο που του αποκαλύφθηκε. Η πρόθεσή μου ήταν να χρησιμοποιήσω αυτά τα στοιχεία σαν τα βήματα που τον οδηγούν σταδιακά στο οδυνηρό ταξίδι του στην αυτογνωσία. Ήταν δηλαδή μια αφηγηματική επιλογή. Ήταν επίσης και μια αισθητική επιλογή, με την έννοια ότι αυτά τα στοιχεία μου έδωσαν τη δυνατότητα να δώσω πληροφορίες για τους χαρακτήρες μέσω της ίδιας τους της φωνής, με τρόπο ελλειπτικό και παραστατικό, χωρίς να καταφύγω σε περιγραφές και επεξηγήσεις.
Μιλώντας για τα ποιήματα της Αμαλίας, συχνά πυκνά αυτοειρωνεύεστε τον λυρισμό του αφηγητή σχολιάζοντας τις φράσεις του. Τι έχετε παθει;
Υπάρχει λόγος που σχολιάζει ο αφηγητής κάποιες φράσεις που ξεφυτρώνουν από το πουθενά και δεν τις αναγνωρίζει για δικές του. "Από πού μου ήρθε τώρα αυτό;" αναρωτιέται έκπληκτος αφού το έχει γράψει. Άλλωστε έτσι ξεκινάει και την αφήγησή του, μια άγνωστη φωνή μιλάει μέσα στο κεφάλι του. Αυτοειρωνεύεται αλλά και απορεί. Στόχος μου ήταν να απορεί μαζί του και ο αναγνώστης, και σταδιακά, όσο προχωράει η ανάγνωση να αρχίσει να του λύνεται η απορία ώσπου στο τέλος να έχει λύσει τον γρίφο, να έχει καταλάβει ποιος μιλάει μέσα στο κεφάλι του αφηγητή, από πού ξεφυτρώνουν αυτές οι ξένες λέξεις και εκφράσεις, αυτός ο λυρισμός και για ποιον λόγο ξεφυτρώνουν. Δεν θα το αποκαλύψω όμως εδώ, δεν θα κάνω σπόιλερ.
Εκτός από συγγραφέας είστε και κινηματογραφίστρια. Σε ποιό βαθμό οι δυο πρακτικές σας τροφοδοτούν η μία την άλλη;

Έχω καταλάβει πως αν κάτι είμαι ή τουλάχιστον θέλησα και συνεχίζω να θέλω να γίνω, είναι "μυθοπλάστης". Η ανάγκη μου είναι να πλάθω μύθους, με τις λέξεις ή με τις εικόνες - για μένα δεν έχει διαφορά. Όλοι μας αναζητούμε έναν τρόπο, ένα μέσο για να καταλάβουμε τον κόσμο, την πραγματικότητα, τον εαυτό μας και τους άλλους. Φαίνεται πως ανήκω στη μεγάλη ομάδα των ανθρώπων που καταλαβαίνουν καλύτερα τον κόσμο μέσω του Μύθου.
Ως προς την τεχνική ωστόσο, το σινεμά που προηγήθηκε στη ζωή μου, και κυρίως το μοντάζ, νομίζω πως με βοήθησε πολύ. Μου έδωσε την ευκαιρία να εξασκηθώ στη δομή, στη σύνθεση και στη δύσκολη αλλά πολύτιμη τεχνική της αφαίρεσης.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Λ. Σταυράκου και στο LDM (Lorenzo de’ Medici Institute) στη Φλωρεντία. Από το 1985 εργάζεται ως σκηνοθέτις και μοντέζ στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Έχει σκηνοθετήσει τις κινηματογραφικές ταινίες Μικρή Άρκτος (2015), Ο Αννίβας προ των πυλών (2011), Ένα τραγούδι δε φτάνει (2003), Χτες το απόγευμα (1998), Να που γίνεται (1995). To 2013 εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Πόλις η συλλογή διηγημάτων της Φοράει κοστούμι και το 2017 η συλλογή Ο έτερος εχθρός, η οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Διηγήματος από την Ακαδημία Αθηνών και με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο διηγήματος-νουβέλας. Το 2022, η συλλογή κυκλοφόρησε στα γαλλικά από τις εκδόσεις Le miel des anges σε μετάφραση των Helene Zervas και Michel Volkovitch, με τίτλο L’ autre ennemi.


