© Γιάννης Καραμπάτσος_Λυσσιατρείο
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ ποια είναι η ιστορία πίσω από τα όνομα της στάσης που περιμένετε καθημερινά το λεωφορείο για να πάτε στη δουλειά σας; Γνωρίζετε πώς προέκυψαν τα ονόματα "Σόνια" ή "Αλυσίδα";
Αυτό ήταν και το ερώτημα της ομάδας ΑΝΟΜΙΑ, που με το νέο πρότζεκτ της διερευνά τις άγνωστες ιστορίες πίσω από τα ονόματα στάσεων λεωφορείων στον Δήμο Αθήνας, και τις μετατρέπει σε αφορμή για σύγχρονη τέχνη.
Το πρότζεκτ έχει τίτλο /επόμενη στάση/ και αναπτύσσεται μέσα από την ψηφιακή πλατφόρμα epomenistasi.com.
Με αφορμή τις ιστορίες που φιλοξενούνται στην πλατφόρμα συνομιλήσαμε με την ομάδα ΑΝΟΜΙΑ (Βάσια Ζορμπαλή, Πανίνα Καρύδη, Μαριλένα Κουκούλη και Εύη Ψάλτου), ώστε να μάθουμε περισσότερα.
>Αρχικά, πείτε μου πώς προέκυψε η ιδέα για το πρότζεκτ /επόμενη στάση/ και η σύνδεση της εμπειρίας της αναμονής σε μια στάση με την "ανασκαφή" της ιστορίας της πόλης;
Η ιδέα για την /επόμενη στάση/ ξεκίνησε από μια καθημερινή εμπειρία: τη χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς και τον χρόνο που περνάμε περιμένοντας σε μια στάση. Τα μέσα μεταφοράς είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή με την πόλη, την παρατηρούμε, τη διασχίζουμε και τη μοιραζόμαστε με άλλους. Μέσα από συζητήσεις αυτή η καθημερινή εμπειρία άρχισε να συνδέεται με ένα σταθερό πεδίο ενδιαφέροντος της ομάδας: τη σχέση σώματος και πόλης, τη μνήμη, τις συλλογικές αφηγήσεις και τον τρόπο με τον οποίο αυτές εγγράφονται στον δημόσιο χώρο. Αλλά και με μία πρόκληση που μας απασχολεί σταθερά ως ομάδα: πως η σύγχρονη τέχνη μπορεί να εισχωρήσει μέσα στις καθημερινές διαδρομές των ανθρώπων και να συναντήσει το κοινό εκεί που δεν την περιμένει.
Αυτό που μας κέντρισε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον αναφορικά με τις στάσεις λεωφορείων ήταν τα ίδια τα ονόματά τους και η διαδικασία ονοματοδοσίας τους. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τα ονόματα των δρόμων και των πλατειών, τα ονόματα των στάσεων έχουν συχνά προκύψει από την καθημερινή χρήση και την ανάγκη των ανθρώπων να συνεννοηθούν: από κάτι που υπήρχε κάποτε σε ένα συγκεκριμένο σημείο και αποτελούσε σημείο αναφοράς για τη ζωή της περιοχής. Έτσι, ένα όνομα μπορεί να έχει διατηρηθεί ακόμη κι όταν το κτίριο, το κατάστημα ή το εργοστάσιο που του έδωσε το όνομα έχει πλέον εξαφανιστεί. Οι στάσεις λειτουργούν, με έναν τρόπο, σαν μικρά ίχνη συλλογικής μνήμης μέσα στην πόλη.
Ταυτοχρόνως μας ενδιέφερε αυτές οι ιστορίες -οι προσωπικές και οι συλλογικές- που ανακαλύπταμε να συνδιαλεγούν άμεσα με τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, ενσκήπτοντας στο ερώτημα: πώς μπορεί το αρχείο να συνομιλήσει με την τέχνη, τους σύγχρονους προβληματισμούς, τα μέσα και την πόλη του σήμερα; Προς αυτόν τον σκοπό συνεργαστήκαμε με καλλιτέχνες/ιδες από διαφορετικά πεδία οι οποίοι/ες κλήθηκαν να συνομιλήσουν με το υλικό της έρευνας -ένας/μια για κάθε στάση- και να δημιουργήσουν ισάριθμες καλλιτεχνικές μεταγραφές. Στη σελίδα κάθε στάσης παρουσιάζονται το αρχειακό υλικό και τα έργα των καλλιτεχνών, προσκαλώντας τους επισκέπτες να ανακαλύψουν τις μεταξύ τους συνδέσεις και τις διαφορετικές επανερμηνείες του αρχειακού υλικού.

Και κάπου εκεί συναντήθηκε η ιστορία και η τέχνη με την αναμονή. Η αναμονή στη στάση είναι ένας καθημερινός, ενδιάμεσος χρόνος, ένας χρόνος που συχνά νιώθουμε ως κενό, ως μια στιγμή μετάβασης ανάμεσα σε δύο προορισμούς. Στην /επόμενη στάση/ θέλαμε να τον μετατρέψουμε σε χρόνο παρατήρησης και ανακάλυψης: να σταθούμε για λίγο σε ένα όνομα, να αναζητήσουμε την ιστορία που κρύβεται πίσω του, να ξαναδούμε τον συγκεκριμένο τόπο και, ταυτόχρονα, να συναντήσουμε τη σύγχρονη τέχνη μέσα στην ίδια τη ροή της καθημερινής ζωής.
Με αυτή την έννοια, η "ανασκαφή" της πόλης δεν αφορά μόνο το παρελθόν της. Αφορά και τον τρόπο που το παρελθόν συνεχίζει να υπάρχει στο παρόν μέσα στα ονόματα, στις διαδρομές, στις μνήμες και στις καθημερινές μας μετακινήσεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζεται μαζί με την πόλη. Γιατί η πόλη δεν είναι κάτι στατικό· αλλάζει, και μαζί της αλλάζουν οι χρήσεις, οι άνθρωποι, οι ιστορίες και οι σημασίες των τόπων. Έτσι, ένα παλιό τοπωνύμιο μπορεί να λειτουργεί σήμερα ως ίχνος μιας άλλης εποχής, αλλά ταυτόχρονα να αποκτά νέες αναγνώσεις και επανερμηνείες μέσα στη σύγχρονη ζωή της πόλης.
>Πώς επαληθεύετε τις πηγές (αρχεία, προφορικές μαρτυρίες κτλ.) που χρησιμοποιείτε και πόσο εύκολο είναι να βρεθεί η ιστορία πίσω από το όνομα μιας στάσης;
Η /επόμενη στάση/ είναι ένα ερευνητικό και καλλιτεχνικό πρότζεκτ και, ως τέτοιο, δεν επιχειρεί να εξαντλήσει την ιστορία κάθε στάσης ούτε να λειτουργήσει ως μια συνολική ιστορική καταγραφή. Για κάθε στάση επιλέξαμε να φωτίσουμε ορισμένες πτυχές της ιστορίας της που μας κέντρισαν το ενδιαφέρον και μέσα στις οποίες αναγνωρίσαμε συνδέσεις με το σήμερα.
Η έρευνα ξεκινούσε διαφορετικά κάθε φορά και, ανάλογα με την ιστορία της κάθε στάσης, μας οδηγούσε και σε διαφορετικές πηγές: βιβλία και αρχεία, εφημερίδες της εποχής, καταγεγραμμένες μαρτυρίες, αλλά και προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων που συνδέονται με έναν τόπο. Προσπαθούσαμε, όπου ήταν δυνατό, να διασταυρώνουμε τις πληροφορίες μέσα από διαφορετικές πηγές, ενώ ιδιαίτερη σημασία είχαν για εμάς οι εφημερίδες της εποχής. Δεν μας έδιναν μόνο την πληροφορία που αναζητούσαμε, αλλά και μια εικόνα για την ίδια την περίοδο και τη γειτονιά: τι συνέβαινε τότε, πώς λειτουργούσε η περιοχή και ποια θέση είχε ένα συγκεκριμένο σημείο στην καθημερινή ζωή της πόλης.
Παρ’ όλα αυτά, το ερευνητικό υλικό δεν εξαντλούνταν στις πηγές. Επιλέξαμε να αφήσουμε χώρο σε μυθοπλαστικές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να ταρακουνήσουν και να μετασχηματίσουν το υλικό, είτε μέσα από τη γραφή είτε μέσα από άλλες μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η μυθοπλασία και η φαντασία, επομένως, λειτούργησαν ως ένας διαφορετικός τρόπος να προσεγγίσουμε και να ενεργοποιήσουμε το υλικό της έρευνας.
Σε κάποιες περιπτώσεις η ιστορία πίσω από το όνομα ήταν σχετικά εύκολο να εντοπιστεί. Για τη στάση Αβέρωφ, για παράδειγμα, υπήρχε ήδη ένα αρκετά σαφές ιστορικό πλαίσιο και διαθέσιμο υλικό. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, η έρευνα ήταν πολύ πιο απρόβλεπτη. Για τη στάση Σόνια, γνωρίζαμε σε τι αναφερόταν το όνομα, αλλά δεν ήταν εύκολο να βρούμε καταγεγραμμένα στοιχεία. Έτσι, η έρευνα μετακινήθηκε περισσότερο στη γειτονιά και στην επιτόπια αναζήτηση και τελικά μας οδήγησε στα εγγόνια του ιδρυτή. Ίσως η πιο δύσκολη περίπτωση ήταν η στάση Ελούλου, για την οποία αρχικά δεν είχαμε σχεδόν κανένα στοιχείο. Εκεί η ιστορία άρχισε να ξετυλίγεται σταδιακά, μέσα από μικρά κομμάτια πληροφορίας που προέκυπταν από διαφορετικούς ανθρώπους και διαφορετικές πηγές.

Αυτή η διαδικασία της αναζήτησης ήταν και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του πρότζεκτ, η ίδια η στάση και ο άξονας της θεματικής της καθόριζαν κάθε φορά προς τα πού θα κινηθούμε και ποια εργαλεία θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε. Τελικά, δεν υπάρχει μία ενιαία μέθοδος για να "ξεκλειδώσεις" την ιστορία μιας στάσης. Άλλοτε ξεκινάς από ένα αρχείο ή μια εφημερίδα και άλλοτε από έναν άνθρωπο, μια προφορική μαρτυρία ή ένα μικρό στοιχείο που σε οδηγεί σε κάτι άλλο. Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν να ακολουθήσουμε αυτά τα ίχνη, να τα διασταυρώσουμε όσο μπορούσαμε και να δούμε πού θα μας οδηγήσουν.
>Πρόκειται για ένα εγχείρημα που είναι ανοιχτό σε προσθήκες από το κοινό. Ποια είναι η ανταπόκρισή του ως τώρα;
Η ανταπόκριση μέχρι στιγμής είναι ακόμη στην αρχή, κάτι που είναι και αναμενόμενο, καθώς το πρότζεκτ ξεκίνησε μέσα στο καλοκαίρι, μια περίοδο κατά την οποία πολλοί άνθρωποι λείπουν από την Αθήνα. Παρ’ όλα αυτά, ήδη από την πρώτη εβδομάδα λάβαμε κάποιες απαντήσεις από το κοινό, κάτι που για εμάς έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει ότι η πρόσκληση για συμμετοχή μπορεί να ενεργοποιήσει προσωπικές μνήμες και ιστορίες γύρω από την πόλη και, ταυτόχρονα, τη θέληση των ανθρώπων να τις μοιραστούν.
Μια επιβάτης, για παράδειγμα, μας έστειλε την ανάμνησή της για τη στάση Σόνια:
"… όποιος ήθελε να δώσει ραντεβού στην Αλεξάνδρας έλεγε 'στη Σόνια'. Για καφέ, για αναψυκτικό και κυρίως το βράδυ, αργά τη νύχτα για την παρηγορητική μακαρονάδα. Όλη την ημέρα κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε, όλοι με ένα κοινό χαρακτηριστικό: τα ρούχα τους μυρίζανε απίστευτη τσιγαρίλα."

Εξώφυλλο της ηχητικής σύνθεσης Σόνια από την S.t.m.C, έργο που εμπνέεται από την ομώνυμη στάση
Είναι μια ανάμνηση που μαρτυρά μια βιωμένη εμπειρία που δύσκολα θα βρεις καταχωρημένη κάπου: τη γεύση, τη μυρωδιά, την ατμόσφαιρα ενός τόπου. Μέσα σε λίγες προτάσεις αποτυπώνεται το πόσο σημαντικό και χαρακτηριστικό σημείο υπήρξε η Σόνια για τη ζωή της πόλης σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
Έχει, επίσης, ενδιαφέρον ότι η ανταπόκριση δεν περιορίζεται στις απαντήσεις που λαμβάνουμε μέσα από το ίδιο το πρότζεκτ. Άνθρωποι που γνωρίζουμε έχουν επικοινωνήσει για να μας ρωτήσουν περισσότερα για την έρευνα, να μοιραστούν κάτι που γνωρίζουν ή να ζητήσουν επιπλέον στοιχεία για μια στάση που τους αφορά. Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια για εμάς, γιατί θέλουμε το πρότζεκτ να λειτουργήσει ως αφορμή για να συνδεθεί το επιβατικό κοινό με το παρελθόν και το παρόν της πόλης, αλλά και για να ενεργοποιηθεί η παρατήρηση του τόπου και της πόλης της οποίας όλοι είμαστε μέρος.
Η /επόμενη στάση/ δεν είναι ένα πρότζεκτ που ολοκληρώθηκε όταν δημοσιεύτηκε, αλλά μια ανοιχτή διαδικασία στην οποία μπορούν να προστεθούν νέες πληροφορίες, μνήμες και διαφορετικές οπτικές. Ένα κομμάτι της συμμετοχής του κοινού αφορά τις μνήμες, τα βιώματα και τις προσωπικές εμπειρίες από τις στάσεις. Υπάρχει όμως και ένα ακόμη κομμάτι, που αφορά την καλλιτεχνική ανταπόκριση.
Σε κάθε στάση υπάρχουν προτροπές προς το κοινό που δεν αφορούν μόνο τη μνήμη, αλλά ενεργοποιούν και τις αισθήσεις και τη σχέση μας με τον συγκεκριμένο τόπο. Υπάρχει έτσι η πρόθεση να δημιουργηθεί μια αισθητηριακή σύνδεση με την πόλη και ένα ανοιχτό κάλεσμα προς το κοινό να συμμετάσχει όχι μόνο στέλνοντας μια ανάμνηση ή μια πληροφορία, αλλά, αν το επιθυμεί, και δημιουργώντας ή μοιραζόμενο ένα δικό του έργο.
Από τον Σεπτέμβριο, όταν η πόλη θα επιστρέψει στους κανονικούς της ρυθμούς, έχουμε ήδη κάποιες σκέψεις για το πώς θα μπορούσαμε να ανανεώσουμε το ενδιαφέρον και να ενεργοποιήσουμε περισσότερο τη συμμετοχή του κοινού. Η έρευνα αυτή λειτουργεί ως μια άνω τελεία· κάθε νέα μαρτυρία, κάθε ανάμνηση ή κάθε καλλιτεχνική ανταπόκριση μπορεί να ανοίξει μια καινούργια διαδρομή και αναμένουμε να δούμε πού θα μας οδηγήσουν οι ιστορίες που δεν έχουμε ακόμη ακούσει.

Σχεδιασμός: Σοφία Ροζάκη
>Με αφορμή το πρότζεκτ, θα ήθελα να μου πείτε αν θεωρείτε ότι η Αθήνα σαν πόλη έχει μνήμη ή έχει ξεχάσει το παρελθόν της;
Η Αθήνα αλλάζει διαρκώς· μαζί με την πόλη μετασχηματίζονται και οι τρόποι με τους οποίους θυμόμαστε, αφηγούμαστε και κατανοούμε το παρελθόν της.
Κάποια πράγματα παραμένουν, κάποια ξεχνιούνται και κάποια επιστρέφουν με νέες σημασίες. Δεν αντιλαμβανόμαστε τη μνήμη της πόλης ως ένα σταθερό αρχείο, αλλά ως κάτι που ενεργοποιείται κάθε φορά που ξανακοιτάμε έναν τόπο, ακούμε μια ιστορία ή αναρωτιόμαστε γιατί μια στάση εξακολουθεί να λέγεται όπως λεγόταν πριν από δεκαετίες.
Από την άλλη, υπάρχει και ένα πιο προβληματικό κομμάτι: η Αθήνα δεν είναι μια πόλη που φροντίζει πάντα ενεργά την ιστορία της. Υπάρχει μια αδυναμία, ή ίσως μια απροθυμία, να διατηρηθούν υλικά και συμβολικά τα ίχνη του παρελθόντος. Αυτό αφορά ιδιαίτερα ιστορίες που είναι δύσκολες, τραυματικές ή δεν χωρούν εύκολα στην κυρίαρχη αφήγηση για την πόλη. Η ιστορική έρευνα, από διαφορετικές πλευρές, έχει δείξει ότι η απουσία ενός μνημείου, ενός κτιρίου, μιας πινακίδας ή ακόμη και μιας αναφοράς στον δημόσιο χώρο δεν είναι ουδέτερη. Συχνά αποκαλύπτει και το τι μια κοινωνία έχει επιλέξει να θυμάται - και τι έχει αφήσει να ξεχαστεί.
Αυτό είναι κάτι που μας ενδιέφερε ιδιαίτερα και στην έρευνα για την /επόμενη στάση/. Μερικές φορές ένα όνομα διατηρεί μέσα στην καθημερινότητα ένα ίχνος μιας πόλης που έχει ήδη αλλάξει. Άλλες φορές, όμως, το ίχνος έχει σχεδόν εξαφανιστεί και χρειάζεται να ψάξεις για να καταλάβεις τι υπήρχε εκεί και ποια ιστορία συνδεόταν με αυτό. Το ενδιαφέρον, λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο στο να ανακαλύψουμε τι υπήρχε τότε, αλλά και στο να παρατηρήσουμε τι συνέβη από τότε μέχρι σήμερα: τι διατηρήθηκε, τι χάθηκε, τι μετασχηματίστηκε και, κυρίως, τι δεν κρίθηκε άξιο να διατηρηθεί.
Και ίσως τελικά αυτό είναι που μας ενδιαφέρει περισσότερο: να μην αντιμετωπίζουμε την Αθήνα ούτε ως μια πόλη που απλώς θυμάται ούτε ως μια πόλη που έχει ξεχάσει το παρελθόν της. Είναι μια πόλη που διαρκώς επιλέγει τι θα παραμείνει ορατό. Η μνήμη της επομένως δεν βρίσκεται μόνο σε όσα έχουν διασωθεί, αλλά και στα κενά της. Στις ιστορίες που δεν έχουν μνημείο, στα κτίρια που δεν διατηρήθηκαν, στα ονόματα που έμειναν χωρίς εξήγηση. Και το να αναζητάς αυτά τα ίχνη είναι ένας τρόπος να διευρύνεις τη μνήμη της πόλης και να την κάνεις λίγο πιο σύνθετη, πιο συμπεριληπτική και πιο ειλικρινή απέναντι στο παρελθόν της.
>Είναι στα σχέδιά σας η επέκταση ή διεύρυνση του πρότζεκτ σε άλλες πόλεις εκτός Αθήνας;
Υπάρχουν διάφορες σκέψεις για τη διεύρυνση και τον εμπλουτισμό του πρότζεκτ και, γενικότερα, η ίδια η φύση της /επόμενης στάσης/, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο έχουμε όλες εμπλακεί σε αυτή τη διαδικασία, μας έχει φέρει πολλές ιδέες για το μέλλον.
Η σκέψη να μεταφερθεί η έρευνα και σε άλλες πόλεις είναι σίγουρα μία από αυτές, καθώς θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε πώς λειτουργούν τα τοπωνύμια, οι μνήμες και οι ιστορίες των στάσεων σε διαφορετικά αστικά περιβάλλοντα. Παρ’ όλα αυτά, εμείς ζούμε στην Αθήνα και οι πρώτες μας σκέψεις και σχέδια αφορούν την πόλη στην οποία ζούμε. Για αρχή, θα θέλαμε να μπορέσουμε να επεκτείνουμε το πρότζεκτ σε περισσότερες στάσεις και σε άλλους Δήμους, καθώς μέχρι τώρα όλες οι στάσεις που έχουμε ερευνήσει βρίσκονται στον Δήμο Αθηναίων. Έχουμε βρει πολύ ενδιαφέρον τον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται τα ονόματα όσο κατευθυνόμαστε πιο έξω από το κέντρο της Αθήνας και θα θέλαμε να εξερευνήσουμε περισσότερο αυτές τις διαφορετικές ιστορίες και τις διαφορετικές μορφές μνήμης που συνδέονται με τις γειτονιές.
Ένα ακόμη κομμάτι που μας ενδιαφέρει πολύ είναι οι επιτόπιες δράσεις στις στάσεις, σε συνδυασμό με μια μεγαλύτερη εμπλοκή των κατοίκων της κάθε περιοχής. Θα θέλαμε η /επόμενη στάση/ να μη μένει μόνο στην ψηφιακή έρευνα και παρουσίαση, αλλά να επιστρέφει στον ίδιο τον τόπο και στους ανθρώπους που τον κατοικούν. Επίσης, μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα το σώμα και η καθημερινή εμπειρία να μπουν ξανά στο προσκήνιο. Να μετατρέψουμε την πόλη και αυτά τα σημεία που οι άνθρωποι συνήθως απλώς προσπερνούν σε ζωντανούς τόπους δράσης και κοινούς χώρους νοηματοδότησης και επανασύνδεσης.
Αυτό που πάντα μας δυσκολεύει, ωστόσο, είναι η στήριξη ενός τέτοιου πρότζεκτ. Η έρευνα και υλοποίηση απαιτεί πολλές ώρες δουλειάς, αλλά και τη συμμετοχή και συνεργασία πολλών ανθρώπων. Αυτή τη στιγμή αυτό αποτελεί και το βασικό εμπόδιο για το πώς και πόσο μπορούμε να το εξελίξουμε.
Παρόλα αυτά, είμαστε αισιόδοξες ότι κάποιες από τις σκέψεις και τα σχέδιά μας θα μπορέσουν να υλοποιηθούν. Το ίδιο το πρότζεκτ έχει ανοίξει πολλές νέες κατευθύνσεις και, όσο προχωράμε και βλέπουμε τι μπορεί να προκύψει μέσα από αυτή τη διαδικασία, τόσο περισσότερο μας ενδιαφέρει να τις εξερευνήσουμε. Για εμάς, η επέκταση δεν είναι μόνο ζήτημα γεωγραφίας· είναι κυρίως ζήτημα του πόσους ανθρώπους και πόσες διαφορετικές ιστορίες μπορούμε να συναντήσουμε στην πόλη. Και αυτό είναι κάτι που θα θέλαμε να συνεχίσουμε να ανακαλύπτουμε, στάση τη στάση.
Info
Συντελεστές/Συντελέστριες
- Σύλληψη ιδέας, σχεδιασμός, έρευνα και υλοποίηση: ΑΝΟΜΙΑ (Βάσια Ζορμπαλή, Πανίνα Καρύδη, Μαριλένα Κουκούλη, Εύη Ψάλτου)
- Οπτική ταυτότητα και σχεδιασμός ιστοσελίδας: Σοφία Ροζάκη
- Συμμετέχοντες καλλιτέχνες/ιδες: Γιώργος Αθανασίου, Στρατής Βογιατζής, Διονύσης Καβαλλιεράτος, Χαρά Κότσαλη, S.t.m.C (aka Θάλεια Ιωαννίδου), ΑΝΟΜΙΑ
- Συντονισμός επικοινωνίας: Μαριάννα Στεφανίτση
- Φωτογραφική τεκμηρίωση: Γιάννης Καραμπάτσος
IG: @anomiacollective, Facebook: @ANOMiA
Η ομάδα ΑΝΟΜΙΑ υλοποιεί το πρότζεκτ /επόμενη στάση/ με την αιγίδα και την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού και Ανάπτυξης ΝΕΟΝ.


