Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από πολέμους, συγκρούσεις, περιορισμούς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άνοδο του αυταρχισμού, οι καλλιτέχνες, οι ακτιβιστές και οι εργαζόμενοι στον πολιτισμό —ειδικά όσοι εκφράζουν ανοιχτά τη διαφωνία τους— βρίσκονται στο στόχαστρο απειλών, λογοκρισίας και διώξεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Goethe-Institut Athen και η ΑΜΚΕ Arteria παρουσιάζουν ένα νέο ερευνητικό έργο χαρτογράφησης οργανισμών και προγραμμάτων στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη που βοηθούν εκτοπισμένους και σε κίνδυνο καλλιτέχνες. Η μελέτη, την οποία εκπόνησαν η Ειρήνη Βουζελάκου (σύμβουλος πολιτιστικών προγραμμάτων) και η Σβετλάνα Μίντσεβα (ειδική σε θέματα ελευθερίας λόγου), παρουσιάστηκε στις 18 Ιουνίου στο πλαίσιο του φεστιβάλ Refugee Week Greece και εστιάζει σε έξι χώρες: Αρμενία, Βουλγαρία, Ελλάδα, Πολωνία, Ρουμανία και Τουρκία.

Κεντρικός πυλώνας της πρωτοβουλίας είναι η δημιουργία του ψηφιακού χάρτη goethe-institut-map.arteria.gr. Πρόκειται για ένα δυναμικό, ανοιχτό εργαλείο προβολής, προσανατολισμού και δικτύωσης, το οποίο παρουσιάζει συνοπτικά το έργο 65 οργανισμών, ασφαλών χώρων και δικτύων. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται πολιτιστικοί φορείς, προγράμματα φιλοξενίας (residencies), φεστιβάλ, αλληλέγγυα δίκτυα, κολεκτίβες, διασπορικές κοινότητες, ΜΚΟ και οργανισμοί συνηγορίας.
Για το εγχείρημα αυτό μιλούν στο "α" η Ειρήνη Βουζελάκου, η Σβετλάνα Μίντσεβα και ο Επικεφαλής του Πολιτιστικού Τμήματος του Ινστιτούτου Γκαίτε Αθήνας και Περιφέρειας Ευρώπης, Marc-André Schmachtel.

Η "Διπλή Επισφάλεια" και οι Προκλήσεις των Καλλιτεχνών
Μιλώντας για τα ευρήματα της χαρτογράφησης, η Ειρήνη Βουζελάκου και η Σβετλάνα Μίντσεβα επισημαίνουν ότι οι βασικές ανάγκες των εκτοπισμένων καλλιτεχνών είναι ήδη γνωστές: οικονομική ασφάλεια, ψυχολογική υποστήριξη, νομική συνδρομή και ένταξη στο τοπικό καλλιτεχνικό οικοσύστημα.
Ωστόσο, η έρευνα ανέδειξε τη "διπλή επισφάλεια" που αντιμετωπίζουν, προερχόμενη τόσο από την ιδιότητα του πρόσφυγα/μετανάστη όσο και από εκείνη του ανεξάρτητου δημιουργού. Όπως εξηγεί η Ειρήνη Βουζελάκου: "Όπως για όλους τους μετανάστες, έτσι και για τους καλλιτέχνες-μετανάστες, η πρόσβαση σε βασικά αγαθά και δικαιώματα τίθεται συνεχώς υπό αμφισβήτηση." Η ανάγκη επιβίωσης αφήνει ελάχιστο χώρο για καλλιτεχνική δημιουργία, ενώ η ίδια συμπληρώνει: "Ούτε η ιδιότητα του καλλιτέχνη τους εξασφαλίζει κάποια συγκεκριμένη επαγγελματική αναγνώριση, ασφάλεια ή πλεονέκτημα", υπενθυμίζοντας ότι και οι ντόπιοι καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν εργασιακή επισφάλεια λόγω έλλειψης πόρων.
Παράλληλα, η Βουζελάκου υπογραμμίζει ως ιδιαίτερα ανησυχητική τη διαφορετική αντιμετώπιση των εκτοπισμένων καλλιτεχνών ανάλογα με τη χώρα προέλευσης και την εθνικότητα, τόσο στις άδειες διαμονής και εργασίας όσο και στην πρόσβαση σε επιδοτήσεις, γεγονός που αναγκάζει πολλούς να αλλάξουν επάγγελμα.

Από την πλευρά της, η Σβετλάνα Μίντσεβα προσθέτει ότι οι ανάγκες ποικίλλουν ανάλογα με το μέγεθος και τη δυναμική των κοινοτήτων της διασποράς, ενώ οι γλωσσικοί φραγμοί παραμένουν ισχυροί. Τονίζει, επίσης, μια πιο διακριτική αλλά ουσιαστική ανάγκη των δημιουργών: "Η επιθυμία να βλέπονται απλώς ως καλλιτέχνες —όχι πάντα ως εκπρόσωποι μιας χώρας σε κρίση και όχι πάντα να κατηγοριοποιούνται κυρίως ως εκτοπισμένοι ή σε κίνδυνο καλλιτέχνες— ήταν μια πιο διακριτική αλλά εξαιρετικά σημαντική ανάγκη που συναντήσαμε."
Όπως εξηγεί, ενώ οι πολιτιστικοί φορείς αναγνωρίζουν τη συμβολή τους, οι δημόσιες πολιτικές τους αντιμετωπίζουν συχνά απλώς ως αποδέκτες ανθρωπιστικής βοήθειας και όχι ως οργανικό μέρος του πολιτιστικού τοπίου.
Τα Κενά στο Δίκτυο Υποστήριξης και το Μέλλον του Χάρτη
Αναφορικά με τα κενά, οι μελετήτριες αναγνωρίζουν την ανθεκτικότητα των οργανισμών, τονίζοντας όμως ότι μεγάλο μέρος του οικοσυστήματος έχει δημιουργηθεί "από τη βάση" ή από τις ίδιες τις κοινότητες των προσφύγων.

Η Ειρήνη Βουζελάκου σημειώνει:
"Χωρίς ένα θεσμικό πλαίσιο με στοχευμένες πολιτικές και χρηματοδοτήσεις, οι οργανισμοί αυτοί λειτουργούν αυτοσχέδια, αποσπασματικά και τόσο όσο οι συνθήκες το επιτρέπουν."
Η Σβετλάνα Μίντσεβα δηλώνει ότι οι ερευνήτριες εντυπωσιάστηκαν από "την αφοσίωση και τη δημιουργικότητα πολλών από τους οργανισμούς που συναντήσαμε", υπογραμμίζοντας όμως ότι "η υποστήριξη των εκτοπισμένων καλλιτεχνών σε ολόκληρη την περιοχή παραμένει άνιση, κατακερματισμένη και εξαιρετικά επισφαλής".
Η ίδια συμπληρώνει ότι απαιτείται μετάβαση από την έκτακτη ανάγκη στη μακροπρόθεσμη σταθερότητα (με residencies, επαγγελματική ανάπτυξη αλλά και υποστήριξη των οικογενειών τους): "Ο στόχος δεν πρέπει να είναι απλώς να βοηθήσουμε τους καλλιτέχνες να επιβιώσουν τον εκτοπισμό, αλλά να τους επιτρέψουμε να συνεχίσουν να αναπτύσσουν την πρακτική τους, να συμβάλλουν στην πολιτιστική ζωή των νέων κοινοτήτων τους και να συμμετέχουν πλήρως στο καλλιτεχνικό οικοσύστημα."
Για την εξέλιξη του ψηφιακού χάρτη, η Ειρήνη Βουζελάκου τονίζει ότι αποτελεί "μία πρώτη βάση δεδομένων με στόχο την ενίσχυση της εξωστρέφειας και της δικτύωσης", η οποία θα μπορούσε σταδιακά να εξελιχθεί "από εργαλείο άτυπης δικτύωσης σε ένα οργανωμένο ευρωπαϊκό διατομεακό δίκτυο μελών".

Η Σβετλάνα Μίντσεβα προσθέτει ότι η υποστήριξη δεν εξαντλείται στα residencies, αλλά περιλαμβάνει "ευκαιρίες δικτύωσης, επαγγελματική ορατότητα, νομική βοήθεια, υποστήριξη ψυχικής υγείας, mentoring και άλλες μορφές πρακτικής και επαγγελματικής υποστήριξης". Για τον λόγο αυτό, θεωρεί απαραίτητη τη ενίσχυση ολόκληρου του οικοσυστήματος —από οργανώσεις μεταναστών και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους καλλιτεχνών (artist-run spaces), μέχρι νομικούς και ειδικούς ψυχικής υγείας.
"Υπάρχει τεράστιο δυναμικό ανάπτυξης μέσα από μεγαλύτερη συνεργασία και ιδανικά το έργο της χαρτογράφησης θα βοηθήσει ώστε αυτές οι συνεργασίες να γίνουν πραγματικότητα", καταλήγει η Μίντσεβα.
Η Θεσμική Διάσταση και ο Ρόλος του Goethe-Institut
Αναφερόμενος στη σκοπιμότητα του εγχειρήματος, ο Marc-André Schmachtel εξηγεί ότι αρχικός στόχος ήταν η δημιουργία μιας σταθερής βάσης δεδομένων που αποτυπώνει την πραγματικότητα στο πεδίο. Ο δεύτερος στόχος είναι τα δεδομένα αυτά να αξιοποιηθούν από το Goethe-Institut, δημόσιους/ιδιωτικούς φορείς και δωρητές για τον σχεδιασμό νέων, στοχευμένων δράσεων.
Ο χάρτης αποτελεί ήδη "ένα συγκεκριμένο εργαλείο για αλληλεπίδραση, δικτύωση και αναζήτηση πληροφοριών", ενώ ο ίδιος υπογραμμίζει: "Όσο περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ότι αυτά τα δεδομένα είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να ακολουθήσουν συγκεκριμένες συνεργασίες".
Σχετικά με τον ρόλο των πολιτιστικών φορέων σε περιόδους αυξανόμενων περιορισμών, ο Schmachtel σημειώνει ότι το Goethe-Institut οφείλει να λειτουργεί στη βάση των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε χώρες όπου η καλλιτεχνική ελευθερία αντιμετωπίζεται ως απειλή για την εθνική συνοχή, οι οργανισμοί δεν πρέπει να "δείχνουν με το δάχτυλο", αλλά να δημιουργούν πλατφόρμες (εκθέσεις, συζητήσεις, παραστάσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα) όπου οι ιδέες εκφράζονται ελεύθερα.
Διευκρινίζει ότι η στήριξη απειλούμενων δημιουργών δεν συνιστά ακτιβιστική πολιτική στάση, αλλά προάσπιση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Παράλληλα, τονίζει ότι η αξιοπιστία των διεθνών φορέων εξαρτάται από τη διατήρηση της ανεξαρτησίας τους και την αποφυγή μετατροπής τους σε ιδεολογικούς φορείς. Για το Goethe-Institut, "είναι προς το πιο ουσιαστικό του συμφέρον να υπερασπίζεται τις συνθήκες που επιτρέπουν την ελεύθερη έκφραση, παραμένοντας ταυτόχρονα ανοιχτό στην κριτική και στην πνευματική διαφορετικότητα, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό".
Καταλήγοντας, υποστηρίζει ότι οι πολιτιστικοί φορείς δεν πρέπει απλώς να παρακολουθούν τη συρρίκνωση των δημόσιων χώρων, αλλά να συμβάλλουν ενεργά στη διατήρησή τους, υπερασπιζόμενοι τη δημοκρατική αρχή ότι οι κοινωνίες προοδεύουν μόνο όταν οι ιδέες ανταλλάσσονται, αμφισβητούνται και συζητούνται ελεύθερα, χωρίς φόβο.

