'Lueger temporary', Nicole Six and Paul Petritsch © Shutterstock
Ο Karl Lueger (1844-1910) υπήρξε δήμαρχος της Βιένης και δεινός αντισημίτης, με αρκετά μνημεία ανά την πόλη να θυμίζουν την αμφιλεγόμενη προσωπικότητά του. Το πιο εμφανές είναι ο ανδριάντας του στην Karl Lueger-Platz που ανεγέρθηκε λίγο μετά τον θάνατό του και η τύχη του έχει απασχολήσει τον δήμο τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ έχει βανδαλιστεί στο παρελθόν. Πώς αντιμετωπίζεις την ενοχλητική υπενθύμιση μιας σκοτεινής εποχής της ιστορίας;

Αντί να αφαιρέσει το άγαλμα "σβήνοντας" το παρελθόν, το δημοτικό συμβούλιο προχώρησε σε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για την τύχη του και η κριτική επιτροπή, αποτελούμενη από 12 επιστήμονες, πολιτικούς, επιμελητές και καλλιτέχνες, επέλεξε την πρόταση του αρχιτέκτονα Klemens Wihlidal να γείρει το μνημείο, συμπεριλαμβανομένης της βάσης του, 3,5 μοίρες προς τη μία πλευρά. Γέρνοντας ελαφρώς το μνημείο ο Wihlidal έχει ως στόχο να κάνει τον Lueger "να χάσει την ισορροπία του υπονομεύοντας την θετική ανάμνησή του". Διαταράσσοντας τον δημόσιο χώρο, η ελάχιστη αυτή ενόχληση αφήνει, κατά την επιτροπή, ένα ισχυρό σημάδι στην πόλη. Η μνημειακότητα έχει διαρραγεί και ανοίγει ένα παράθυρο αφύπνισης και συμπερίληψης.

Σκέφτομαι αυτή την ιστορία με το μυαλό στις συζητήσεις που προκάλεσε η υπόθεση των φωτογραφιών των 200 της Καισαριανής γύρω από το σε ποιον ανήκει η μνήμη και τι κάνουμε με τα αρχεία που τη συγκροτούν. Η συγκινητική αυτή ανακάλυψη με βρήκε σε μια εποχή που (ξανα)βλέπω τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου (που είναι πλέον διαθέσιμες όλες στο Cinobo) και, όπως ωραία το έγραψε στο Χ ο δικηγόρος Βασίλης Σωτηρόπουλος, οι παραλληλισμοί με τη δυσκολία της κοινωνίας να μεταβολίσει τις μνήμες του Εμφυλίου όταν το πτώμα ενός αντάρτη ξεθάβεται μετά από χρόνια στα χιόνια στους "Κυνηγούς" έχουν πολλά να μας πουν.
Οι πόλεμοι της ιστορίας
"Η άνοδος της μνήμης και η προτεραιότητα του ενδιαφέροντος για τις ταυτότητες έχουν οδηγήσει σε μια ανασημασιοδότηση της ιστορίας για το ευρύ κοινό. Η μνήμη προμηθεύει το υλικό για την κατασκευή των ταυτοτήτων και τις επενδύει με τη δύναμη του συναισθήματος." Αντώνης Λιάκος
Άλλωστε, οι καλλιτέχνες/ιδες συνήθως προλαβαίνουν τους/ις ιστορικούς συμμετέχοντας με τον δικό τους συν-αισθηματικό τρόπο στους πολέμους της ιστορίας, οι οποίοι, όπως έχει αναλύσει ο Αντώνης Λιάκος με αφορμή την υπόθεση του βιβλίου ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού του 2006 που θεωρήθηκε "εθνο-αποδομιστικό" και τελικά αποσύρθηκε, δεν λαμβάνουν πλέον χώρα σε γνωστικά, αλλά σε πολιτισμικά πεδία. Όπως γράφει ο Λιάκος: "Οι πόλεμοι της ιστορίας είναι συγκρούσεις που αφορούν όχι μόνο τις αναμνήσεις, αλλά και τη θεσμοποίηση της μνήμης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πολιτική της αναγνώρισης γενοκτονιών, η ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος, και οι επίσημες αιτήσεις συγγνώμης έχουν αποκτήσει μια τέτοια δύναμη και ορμή στον σύγχρονο κόσμο, αλλά και για τον οποίο οι ιστορικές διαμάχες επικεντρώνονται στα σχολικά βιβλία, τα μουσεία ή τα μνημεία. [...]

Η άνοδος της μνήμης και η προτεραιότητα του ενδιαφέροντος για τις ταυτότητες έχουν οδηγήσει σε μια ανασημασιοδότηση της ιστορίας για το ευρύ κοινό. Η μνήμη προμηθεύει το υλικό για την κατασκευή των ταυτοτήτων και τις επενδύει με τη δύναμη του συναισθήματος. Η Ιστορία μετατρέπεται σε ένα ασυνεχές και αποπλαισιωμένο άθροισμα συμπτωμάτων βίας και θυσίας. [...] Η είσοδος της ιστορίας στη σφαίρα της "λαϊκής κυβερνοκουλτούρας” έχει αλλάξει την ιστορική κουλτούρα. Οι διαμάχες αποκτούν νόημα οι ίδιες ως θέαμα, ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους".
Ποιός/ά έχει λόγο για τη μνήμη στον δημόσιο χώρο;

ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη
Την ίδια στιγμή, βέβαια, ιστορίες σαν αυτή της Βιένης ή άλλες τολμηρές εννοιολογικές προτάσεις για μνημεία που έχουν προκαλέσει συζητήσεις και αντιμαχίες σχετικά με τη διαχείριση της μνήμης (όπως, π.χ. η μη πραγματοποιημένη νικητήρια πρόταση για το μνημείο για τα θύματα του τρομοκρατικού χτυπήματος στην Ουτόγια το 2011 του Jonas Dahlberg που οραματιζόταν μια τομή στον βράχο της χερσονήσου όπου έγινε το έγκλημα) μας θυμίζουν την απόσταση που μας χωρίζει από χώρες όπου η δημόσια γλυπτική και γενικά η διαχείριση του δημόσιου χώρου είναι σοβαρή υπόθεση. 'Όπου δεν παραγγέλνονται μνημεία βιτρίνας με εθνικό πρόσημο σε υπουργεία και δημόσιους χώρους, χωρίς στρατηγική, διαφάνεια ως προς τις διαδικασίες ανάθεσης και δίχως συμμετοχή ειδικών της καλλιτεχνικής και επιστημονικής κοινότητας στις αποφάσεις του τι θα παρουσιαστεί στον δημόσιο χώρο, σε ποια τοποθεσία και με ποιον τρόπο. Και όπου η τέχνη κρατά χώρο για κριτική στο αναπαραστάσιμο και το μνημειακό με όρους ευπρέπειας και σεβασμού στο "εθνικό γούστο".

