Ελίνα Γιουνανλή©
Μία από τις δυνατότερες τραγωδίες του αρχαίου δράματος, μία άγρια ιστορία προδοσίας και εκδίκησης, αλλά και ένας ρόλος-πρόκληση για κάθε ηθοποιό που καλείται να αναμετρηθεί με τις πολλαπλές όψεις της ευριπίδειας ηρωίδας. Ο Νικίτα Μιλιβόγεβιτς προσέγγισε τη "Μήδεια" αποφεύγοντας, σωστά, τον δρόμο του ρεαλισμού ή του αστικού δράματος, παρότι σε ορισμένες -λίγες- στιγμές η παράσταση μοιάζει να φλερτάρει με τέτοιες αναγνώσεις. Πυρήνας και άξονας της σκηνοθεσίας του είναι η δημιουργία ενός μυστικιστικού κλίματος, η θέαση της ιστορίας σαν έναν εφιάλτη και η θέαση της Μήδειας ως της ξένης γυναίκας (κόρης του βασιλιά της Κολχίδας, εγγονής του θεού ΄Ήλιου), που κατέχει μαγικά φίλτρα και μυστικά.
Σε αυτό το όχι ρεαλιστικό σύμπαν, συνυπήρξαν ετερόκλιτες αναφορές και συμβολισμοί: μυθολογικές, σύγχρονες, δυτικές, ανατολικές (εμπνευσμένες προφανώς από την καταγωγή της ηρωίδας), οδηγώντας σε ένα ενδιαφέρον σκηνικό ύφος. Οι υπερμεγέθεις μάσκες, κάποιες ζωόμορφες, που φορούσαν σε στιγμές κάποια από τα πρόσωπα ήταν χαρακτηριστικές της πρόθεσης του σκηνοθέτη να τα απομακρύνει από μία αναγνωρίσιμη πραγματικότητα και να τα εντάξει σε έναν κόσμο μυστικιστικό και ανοίκειο - ενώ σε άλλες στιγμές η σκηνή γέμιζε με αναγνωρίσιμους σύγχρονους συμβολισμούς, όπως τα μπαλόνια, τα παιδικά ρούχα, το καρουζέλ κ.ά.

Στο κέντρο της παράστασης, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη αποτύπωσε με θέρμη τις διαφορετικές πλευρές της ηρωίδας: η Μήδειά της ήταν οργισμένη, ραδιούργα, πλανεύτρα, περήφανη, θηριώδης, ανελέητη, αλλά και μόνη, προδομένη, ερωτευμένη, σπαράζουσα. Η ηθοποιός, που είχε ερμηνεύσει τον ρόλο στη θρυλική παράσταση της Νικαίτης Κοντούρη το 1997, συνάντησε εκ νέου επί σκηνής τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, τον Ιάσονα εκείνης της παράστασης, ο οποίος πραγματοποίησε μία επίσης αξιοσημείωτη ερμηνεία, δίνοντας μια λιγότερο αλαζονική και περισσότερο συντετριμμένη πλευρά του ήρωα, με τη χημεία των δύο ηθοποιών να αποτελεί ένα ακόμη ατού της παράστασης.
Η Ρένη Πιττακή, σε έναν μάλλον περιορισμένο ρόλο ως Τροφός, επιβλήθηκε με μία σοφία που σχεδόν δεν χρειαζόταν να εκφραστεί λεκτικά, ενώ ο Κρέοντας του ΄Άρη Λεμπεσόπουλου εμφανίστηκε μάλλον μονοκόμματος κι αλύγιστος. Ενδιαφέρον παρουσίασε η σκηνή της ασθματικής περιγραφής του διπλού θανάτου της Γλαύκης και του Κρέοντα, όπως και η παρουσία του Χορού, που λειτούργησε ως ένα κοινωνικό σώμα το οποίο συμπάσχει με τη Μήδεια, αλλά και πάσχει εξαιτίας της (κίνηση: Αμάλια Μπένετ). Η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου και η σκηνογραφία του Σωτήρη Μελανού ενίσχυσαν τη σκηνοθετική πρόθεση, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός σκοτεινού, μυστηριακού περιβάλλοντος.

Παρά τα ορισμένα ολισθήματα προς τον συναισθηματισμό, η παράσταση χάρισε κάποιες δυνατές σκηνικές στιγμές: για παράδειγμα, τη σκηνική απόδοση της παιδοκτονίας, με την ηθοποιό να συντρίβει ένα ομοίωμα σπιτιού, σχεδόν βγαλμένο από παιδική ζωγραφιά, εικόνα της βίαιης διάλυσης της οικογένειας, αλλά και το φινάλε, όταν η Μήδεια φεύγει με το άρμα του ΄Ήλιου: εδώ, μία δέσμη φωτός ξεπηδά από το έδαφος και διασχίζει κάθετα τη σκηνή ως τον ουρανό. Την ίδια στιγμή, η φωνή της ηρωίδας έρχεται από τα έγκατα της γης, αποτυπώνοντας την εικόνα μιας γυναίκας που, ενώ αποθεώνεται, την ίδια στιγμή μοιάζει να συντρίβεται και να επιλέγει την ταφή της.
Περισσότερες πληροφορίες
Μήδεια
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη επιστρέφει σ’ ένα ρόλο σταθμό, είκοσι εννέα χρόνια μετά τη θρυλική της ερμηνεία, σε μια ανάγνωση που δεν αντιμετωπίζει την ηρωίδα ως «τέρας», αλλά ως μια συνειδητή ανθρώπινη ύπαρξη που φτάνει στο έσχατο όριο καθώς συνθλίβεται ανάμεσα στον έρωτα και την κοινωνική τάξη. Η παράσταση αναμετριέται με τον πυρήνα της αρχαίας τραγωδίας, τη διαχρονική της ένταση και την επίκαιρη ειρωνεία της, κουβαλώντας στη σκηνή το αφόρητο φορτίο του έρωτα που οδηγεί στην προδοσία, την εξορία και τον θάνατο. Η ιστορία μοιάζει να ξεδιπλώνεται μέσα από όσα ανακαλεί η ίδια η Μήδεια, σαν εικόνες που επιστρέφουν επίμονα· ο έρωτας, η φυγή, τα παιδιά, η προδοσία.