Υπάρχει μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα στην πρώτη ανάγνωση ενός θεατρικού έργου. Γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο σημειώσεις, υπογραμμισμένα λόγια και κούπες καφέ, μια ομάδα καλλιτεχνών συναντιέται για να δώσει την πρώτη ανάσα σε ένα κείμενο. Αυτές ακριβώς τις στιγμές αποτυπώνει το φωτογραφικό υλικό από τις πρόβες του "Πειρασμού" στο Θέατρο "Τζένη Καρέζη" (από 31/10): τη στιγμή που η κλασική κωμωδία του Γρηγορίου Ξενόπουλου αρχίζει να μεταμορφώνεται στα χέρια της σκηνοθέτιδας και Καλλιτεχνικής Διευθύντριας του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν, Μαριάννας Κάλμπαρη.

Η ομάδα γύρω από το τραπέζι
Η Κάλμπαρη έχει συγκεντρώσει μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών —την Κατερίνα Λυπηρίδου, τον Χρήστο Μαλάκη, τον Άγγελο Μπούρα, την Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους, τον Σπύρο Τσεκούρα και τη Δήμητρα Χατούπη. Είναι ηθοποιοί με αίσθηση του ρυθμού και της κωμικής τάσης, ικανοί να υπηρετήσουν τις γρήγορες ατάκες και τις παρεξηγήσεις που απαιτεί το έργο, αλλά και να εμβαθύνουν στους χαρακτήρες. Δίπλα τους, οι συντελεστές της παράστασης χτίζουν βήμα-βήμα τον αισθητικό κόσμο της Ελλάδας του ’50: η Κυριακή Φόρτη στα σκηνικά, ο Αλέκος Παπαγεωργίου στα κοστούμια, ο Αλέξανδρος Καζάκος στον μουσικό και ηχητικό σχεδιασμό, η Χριστίνα Σουγιουλτζή στην επιμέλεια της κίνησης και η Στέλλα Κάλτσου στον σχεδιασμό των φωτισμών. Και φυσικά, η μυστηριώδης επιλογή στον ρόλο του Πειρασμού με το όνομα "G. Fremd" —το παλιό ψευδώνυμο του Ξενόπουλου— προσθέτει από την πρώτη κιόλας στιγμή μια θεατρική ίντριγκα που εξάπτει την περιέργεια.

Γιατί ο Ξενόπουλος "καίει" ακόμη;
Στην πρώτη ανάγνωση γύρω από το τραπέζι, το κείμενο δοκιμάζεται στον αέρα κι εκεί αποκαλύπτεται η διαχρονική του δύναμη. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος —πρωτομάστορας μιας βαθιά ανθρωπιστικής, κοινωνικά προοδευτικής ηθογραφίας— καταγγέλλει την καλοζωισμένη και πλήττουσα αθηναϊκή αστική τάξη, στηλιτεύοντας το ιδίωμα των ανδρών να εκμεταλλεύονται, ακόμη και με σεξουαλικές παρενοχλήσεις, τις φτωχές υπηρετριούλες που ξεριζώνονταν από τα χωριά τους για ένα κομμάτι ψωμί.

Η ιστορία της 17χρονης Καλλιόπης δεν είναι απλώς μια χαριτωμένη φάρσα, αλλά ένα ουσιαστικό "χαστούκι" στις αυθαιρεσίες των αστών και ένα "μάθημα" γυναικείας αξιοπρέπειας. Η μεταφορά της δράσης στη δεκαετία του '50 από τη Μαριάννα Κάλμπαρη φωτίζει εκ νέου αυτά τα ζητήματα εξουσίας. Όσα τότε βαφτίζονταν "αθώο φλερτ" ή "ανδρική αδυναμία", σήμερα ξαναδιαβάζονται με το πραγματικό τους όνομα, φέρνοντας στην επιφάνεια το καίριο ερώτημα: πόσο εύκολα μπορεί μια γυναίκα να πει "όχι" όταν διακυβεύεται η επιβίωσή της;

Η ματιά της σκηνοθέτιδας
Η Μαριάννα Κάλμπαρη αποδεικνύει πως διαθέτει τη θεατρολογική γνώση για να σεβαστεί το δομικό υλικό του Ξενόπουλου, αλλά και το σκηνοθετικό ένστικτο για να το ξεκλειδώσει. Διατηρεί τη σπιρτάδα και το γέλιο, δίνοντας ταυτόχρονα φωνή στις σιωπές των χαρακτήρων. Στο σημείωμα για την παράσταση διαβάζουμε: "Από εκείνη την εποχή μέχρι σήμερα, δεν άλλαξε βέβαια η επιθυμία. Άλλαξε απλώς ο τρόπος που σήμερα τη διαβάζουμε. Τότε, το επίμονο βλέμμα του αφεντικού λεγόταν θαυμασμός, το χέρι που απλωνόταν χωρίς συναίνεση λεγόταν παιχνίδι, η απιστία λεγόταν αντρική αδυναμία και η ευθύνη έπεφτε πάντα σε εκείνη που "έδωσε δικαίωμα".
Σήμερα έχουμε άλλα ονόματα για όλα αυτά. Και μια καίρια ερώτηση: πόσο εύκολα μπορούσε τότε αλλά και σήμερα μια γυναίκα να πει "όχι", ειδικά όταν αυτό το "όχι" θα της κόστιζε τη δουλειά της; Η διασκευή κρατάει από το έργο του Ξενόπουλου τον ξέφρενο ρυθμό, τις παρεξηγήσεις, τις ζήλιες, τα ξεσπάσματα, τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν και τις συμφιλιώσεις πάνω από ένα πιάτο φαγητό. Δίνει όμως παράλληλα φωνή στη σιωπή των προσώπων.

Έτσι, ανάμεσα στα γέλια, ανοίγουν και άλλες πόρτες: Η γυναίκα που φοβάται περισσότερο την άλλη γυναίκα παρά τον άντρα που την προδίδει. Η μητέρα που μετρούσε μια ζωή τα βήματα ως την εξώπορτα αλλά δεν τα έκανε ποτέ. Ο λογαριασμός που, στο τέλος του δείπνου, πληρώνει σχεδόν πάντα εκείνη που δεν είχε δικαίωμα να καθίσει στο τραπέζι".



Προπώληση: more.com

