Στον χώρο τέχνης Φάος στον Νέο Κόσμο, η ηθοποιός και σκηνοθέτις Άσπα Κυρίμη παρουσιάζει δύο εμβληματικά έργα της ελληνικής γραμματείας, προσεγγίζοντας τον ποιητικό λόγο ως το απόλυτο θεατρικό όχημα. Με κοινό παρονομαστή την έρευνα πάνω στη μουσικότητα της γλώσσας, οι παραστάσεις "Νέκυια" (25 & 26/4) και "Ερωτόκριτος" (27/4) συνθέτουν δύο προτάσεις που επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση μας με το κλασικό.
Στη "Νέκυια" (ραψωδία Λ΄ της Οδύσσειας), μεταφερόμαστε στην πιο κρίσιμη στιγμή του ομηρικού έπους. Ο Οδυσσέας, ως ένας αιώνιος, περιπλανώμενος παραμυθάς, καταβαίνει στον Άδη για να ζητήσει χρησμό από τον Τειρεσία. Σε μια παράσταση που η σκηνοθέτις οραματίζεται ως "φωτεινή", οι στίχοι των μεταφράσεων του Στυλιανού Αλεξίου και του Ζήσιμου Σίδερη φωτίζουν το σκοτάδι του Κάτω Κόσμου. Ο ήρωας συναντά τη μητέρα του και παλιούς συντρόφους, σε μια υπαρξιακή αναζήτηση κατεύθυνσης προς την Ιθάκη.

Παράλληλα, ο "Ερωτόκριτος" του Βιτσέντζου Κορνάρου παρουσιάζεται με τη μορφή δραματοποιημένης αφήγησης και επικεντρώνεται στο πρόσωπο της Νένας, της παραμάνας της Αρετούσας, η οποία βιώνει και εξιστορεί τον απόλυτο έρωτα, τις θυσίες και τα πάθη των δύο νέων. Διατηρώντας τον καλπασμό του δεκαπεντασύλλαβου, η παράσταση ωριμάζει μαζί με τη δημιουργό της, αποδεικνύοντας πως τα μεγάλα κείμενα παραμένουν ζωντανά και ανεξάντλητα στον χρόνο. Η παράσταση παρουσιάζεται δέκα χρόνια μετά την πρώτη της παρουσίαση σε ερμηνεία και σκηνοθεσία της Άσπας Κυρίμη. Και στις δύο παραστάσεις, το ηχητικό τοπίο της Αθηνάς Καψετάκη.
Περισσότερες πληροφορίες
Νέκυια λ’ ραψωδία
Μονόλογος βασισμένος στη ραψωδία λ της ομηρικής «Οδύσσειας» όπου περιγράφεται η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη για να πάρει χρησμό από τον μάντη Τειρεσία, ο οποίος θα του δείξει το δρόμο της επιστροφής στην Ιθάκη. Ο Οδυσσέας αφηγείται στους Φαίακες τις περιπέτειες του μετά την πτώση της Τροίας. Διηγείται πώς ταξίδεψε και γνώρισε τον τόπο και την σκέψη πολλών ανθρώπων. Η ραψωδία λ αποτελεί έναν εξαιρετικά κρίσιμο σταθμό του ταξιδιού. Στον Άδη, θα συναντήσει συντρόφους στο ταξίδι και στον πόλεμο, τον Τειρεσία, αλλά και τη μητέρα του Αντίκλεια, που εκείνος νόμιζε πως τον περίμενε ζωντανή στην Ιθάκη. Η παράσταση αντιλαμβάνεται τη Νέκυια ως έναν τόπο γεμάτο φως, βλέποντας μια εικόνα του Οδυσσέα ως περιπλανώμενου παραμυθά, ως συναρπαστικού αφηγητή, ως του αιώνιου ταξιδιώτη.
Λούπα
Ο Ζαχαρίας είναι ένας άνθρωπος σχεδόν αόρατος, πνιγμένος στις προσδοκίες της κοινωνίας και της οικογένειάς του. Η καθημερινότητά του μοιάζει με μια ατελείωτη επανάληψη. Όταν επισκέπτεται ένα ψυχιατρικό ίδρυμα για επαγγελματικούς λόγους, όλα αλλάζουν. Εκεί γνωρίζει έναν τρόφιμο που φαινομενικά βρίσκεται «εκτός πραγματικότητας», αλλά σύντομα αποδεικνύεται πως βλέπει πιο καθαρά απ’ όλους. Καθώς οι συζητήσεις τους βαθαίνουν, γεννιέται ένα αμείλικτο ερώτημα: είναι πράγματι υπαρκτός ή αποτελεί την ίδια την εσωτερική φωνή του Ζαχαρία — εκείνη που χρόνια τώρα τον καλεί να επαναστατήσει; Μέσα από μια σειρά έντονων και απρόβλεπτων διαλόγων, ο Ζαχαρίας αρχίζει να ξετυλίγει το κουβάρι των επιλογών του — ή μάλλον, των επιλογών που ποτέ δεν ήταν δικές του.

