Ανδρέας Σιμόπουλος ©
Ο τίτλος της παράστασης "Κουκλίτσα" κουβαλά κάτι τρυφερό αλλά και έντονα ειρωνικό, σχεδόν υποτιμητικό. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή;
Ναι, είναι ακριβώς αυτή η διττότητα που μας ενδιέφερε. Από τη μία υπάρχει κάτι χαριτωμένο, από την άλλη όμως κάτι βαθιά ειρωνικό και υποτιμητικό, όπως ακριβώς συχνά αντιμετωπίζεται η γυναίκα. Είναι μια ειρωνική ματιά στον τρόπο που η κοινωνία –και ειδικά μια κοινωνία καταναλωτική– βλέπει τη γυναίκα. Ο τίτλος προκύπτει και από μια φράση που λέει ότι η μόνη "επιτρεπτή" ηλικία για μια γυναίκα είναι αυτή του κοριτσιού. Αυτό από μόνο του είναι συγκλονιστικό.
Στην παράσταση υπάρχει και η ιδέα μιας μετάβασης από το "χαριτωμένο" στο "σκοτεινό", σχεδόν δαιμονικό. Πώς το προσεγγίζετε αυτό;
Αυτή η μετάβαση δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό. Είναι κάτι που ξεπερνά τα όρια της κοινωνικής φόρμας. Η ηρωίδα περνά από την παιδικότητα στην ενηλικίωση και εκεί αρχίζει μια βαθύτερη αναζήτηση: τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, όχι απλώς γυναίκα. Αυτή η αναζήτηση μπορεί να φαίνεται "απειλητική", γιατί δεν χωράει στα υπάρχοντα σχήματα.

Μιλάτε ουσιαστικά για μια διεκδίκηση χώρου;
Ακριβώς. Είναι μια οντότητα που διεκδικεί χώρο. Και αυτό, ενώ θα περίμενε κανείς να έχει προχωρήσει μέσα στον χρόνο, παραμένει ζητούμενο. Το έργο γράφτηκε το 1870 και δυστυχώς πολλά από αυτά που περιγράφει παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα.
Στην παράσταση υπάρχει έντονα και το στοιχείο της κατανάλωσης, ακόμα και μέσα από τη λεπτομέρεια του φαγητού. Τι σημαίνει αυτό;
Η ηρωίδα τρώει γλυκά που της απαγορεύονται. Αυτή η "μικρή" λεπτομέρεια είναι πολύ ουσιαστική. Το γλυκό συμβολίζει την απόλαυση της ζωής, τη ζεστασιά, την αγάπη. Και όμως της το στερούν. Άρα υπάρχει μια βαθύτερη πείνα – μια συναισθηματική και υπαρξιακή πείνα που προσπαθεί να καλυφθεί.

Και μάλιστα όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στο πλαίσιο των Χριστουγέννων…
Ναι, και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Τα Χριστούγεννα είναι μια περίοδος που συνδέεται με αγάπη, καλοσύνη, οικογένεια. Και όμως, μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκαλύπτεται η υποκρισία. Όλα περιστρέφονται γύρω από το χρήμα και τις κοινωνικές συμβάσεις.
Σκηνοθετικά επιλέγετε να "ανοίξετε" το σπίτι προς τον θεατή. Τι σημαίνει αυτό;
Βλέπουμε το σπίτι απ’ έξω, σαν να παρατηρούμε μέσα από παράθυρα. Ο θεατής γίνεται παρατηρητής. Και αυτό έχει ενδιαφέρον, γιατί στη ζωή μας πολλές φορές παρατηρούμε χωρίς να αντιδρούμε. Ταυτόχρονα, κάθε θεατής βλέπει κάτι διαφορετικό – άρα η εμπειρία γίνεται προσωπική.
Αυτό μοιάζει να συνδέεται και με τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα…
Ναι, ζούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι κλείνονται όλο και περισσότερο στον ιδιωτικό τους χώρο. Αντί για συλλογική συνείδηση, υπάρχει μια απομόνωση. Και αυτό κάνει τις σχέσεις πιο δύσκολες και πιο τραυματικές.

Τα παιδιά στο έργο φαίνεται να μένουν στο περιθώριο. Πώς τα αντιμετωπίζετε;
Στο πρωτότυπο έργο τα παιδιά είναι σχεδόν "αόρατα". Εμένα με ενδιέφερε να υπάρχουν, να βλέπουμε πώς βιώνουν αυτή την κατάσταση. Δεν μιλούν, αλλά δρουν. Είναι βουβοί παρατηρητές ενός κόσμου που τα διαμορφώνει.
Το τέλος του έργου παραμένει πάντα ανοιχτό σε ερμηνείες. Εσείς πώς το προσεγγίζετε;
Υπάρχουν πολλές εκδοχές. Εμένα με ενδιέφερε μια πιο μεταφυσική προσέγγιση. Όχι τόσο τι "συμβαίνει" κυριολεκτικά, αλλά τι σημαίνει αυτή η ρήξη. Είναι ένα πέρασμα σε κάτι άγνωστο.
Επιλέγετε, λοιπόν, ένα πιο μεταφυσικό τέλος, επειδή ακριβώς δεν βλέπουμε ουσιαστική αλλαγή;
Ναι, ακριβώς. Επειδή δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη αλλαγή, με ενδιέφερε κάτι πιο μετέωρο, κάτι αμφίσημο. Το μεταφυσικό, άλλωστε, συχνά εμπεριέχει αυτή την αίσθηση του ανεξήγητου, του ενδιάμεσου.
Ως γυναίκα και δημιουργός, έχετε βιώσει καταστάσεις που συνομιλούν με το έργο;
Νομίζω δεν υπάρχει γυναίκα που να μην έχει βιώσει κάτι αντίστοιχο. Είναι κάτι που συναντάμε παντού – στη δουλειά, στον δρόμο, στην καθημερινότητα. Δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο.

Αυτά τα βιώματα επηρέασαν τον τρόπο που διαβάσατε και σκηνοθετήσατε το έργο;
Σίγουρα. Κάθε δημιουργός κουβαλάει τα βιώματά του. Ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, ο χαρακτήρας μας, όλα αυτά περνούν μέσα στη δουλειά μας. Δεν γίνεται αλλιώς.
Διαβάζοντας το έργο, μπορεί κανείς να νιώσει είτε θυμό είτε να γεμίσει ερωτήματα. Εσάς τι σας γέννησε;
Πολλά πράγματα. Αλλά αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι και ο άντρας στο έργο είναι, με έναν τρόπο, θύμα. Είναι παγιδευμένος σε ένα σύστημα όπου κυριαρχεί το χρήμα και η εξουσία. Ο Ίψεν δεν γράφει μονοδιάστατα.
Άρα δεν μιλάμε μόνο για ένα "κοινωνικό" έργο αλλά και για κάτι βαθιά υπαρξιακό;
Το έργο είναι βαθιά υπαρξιακό. Ο ίδιος ο Ίψεν είχε πει ότι δεν έγραψε το έργο ως ένα φεμινιστικό μανιφέστο, αλλά για να κατανοήσει τις ανθρώπινες σχέσεις. Και τελικά αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα – δεν μπορείς να τα διαχωρίσεις.
Παρ’ όλα αυτά, παίρνει μια σαφή θέση;
Ναι, παίρνει θέση. Αλλά ταυτόχρονα δείχνει και τις αδυναμίες όλων των χαρακτήρων. Δεν υπάρχουν "καλοί" και "κακοί". Όλοι είναι σύνθετοι, με αντιφάσεις. Και αυτό κάνει το έργο τόσο ανθρώπινο.
Σκηνοθετικά, από πού ξεκινάτε; Από την εικόνα ή από τη δράση;
Ξεκινάω από τον χώρο. Πρέπει να ξέρω πού συμβαίνει το έργο. Είναι σπίτι; Είναι δρόμος; Είναι ένας κλειστός χώρος; Αυτό καθορίζει τα πάντα για μένα. Από εκεί ξεκινάει όλη η σκηνοθετική σκέψη.

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τους συνεργάτες σας;
Η μετάφραση είναι του Γιώργου Δεπάστα, την οποία ξαναδουλέψαμε για αυτή την παράσταση. Στη δραματουργία συνεργάστηκα με τον Αντώνη Αντωνόπουλο. Η Ζωή Χατζιαντωνίου έχει αναλάβει την κίνηση, ενώ το σκηνικό το συνδιαμορφώσαμε με την Πουλχερία Τζόουβα, με την οποία έχουμε ξανασυνεργαστεί. Τα κοστούμια είναι της Ιωάννας Τσάμη, τη μουσική υπογράφει ο Γιώργος Μυζήθρας – υπάρχει πρωτότυπη σύνθεση που διατρέχει όλο το έργο και δημιουργεί την ατμόσφαιρα. Στους φωτισμούς είναι ο Δημήτρης Κασιμάτης, ενώ στη δραματουργική υποστήριξη συμμετέχει και η Έρη Κύργια. Πολύ σημαντικός είναι και ο ρόλος της βοηθού σκηνοθέτη, της Γεωργίας Κανελλοπούλου.
Ποιοι είναι οι ηθοποιοί της παράστασης;
Στον ρόλο της Νόρας είναι η Στέλα Βοϊτζάκη, με την οποία έχω ξανασυνεργαστεί.
Ο σύζυγος ερμηνεύεται από τον Φιντέλη Ταλαμπούκα, ο Κρόγκσταρ από τον Γαλιάτσο, ενώ ο γιατρός Ρανκ από τον Άρη Αρμαγανίδη. Η Ελένα Γεωργούλη είναι η φίλη, ένας πολύ σημαντικός ρόλος που κινεί την εξέλιξη της ιστορίας. Τα παιδιά ερμηνεύουν η Μαρίνα Μάλιο και η Δέσποινα Καραγιάννη, ενώ η Χριστιάνα Τόκα αναλαμβάνει τον ρόλο της κουβερνάντας – έχουμε συνενώσει σε ένα πρόσωπο την κουβερνάντα και την υπηρέτρια.
Πώς προέκυψαν οι επιλογές των ηθοποιών;
Κάποιες ήταν συνειδητές επιλογές από την αρχή, όπως της Στέλλας. Με άλλους ηθοποιούς κάναμε ακροάσεις – ήθελα να υπάρχει μια φρέσκια ματιά και νέες παρουσίες.

Η μουσική και η αισθητική της παράστασης φαίνεται να παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο.
Ναι, η μουσική είναι καθοριστική για την ατμόσφαιρα. Όπως και το σκηνικό. Όλα αυτά συνθέτουν έναν κόσμο που υποστηρίζει τη δραματουργία.
Τα κοστούμια που βλέπουμε παραπέμπουν σε συγκεκριμένη εποχή...
Τα κοστούμια ανήκουν στην παράσταση, αλλά δεν λειτουργούν απλώς ρεαλιστικά. Δεν μας ενδιαφέρει μια πιστή αναπαράσταση εποχής, αλλά μια αισθητική που να συνομιλεί με το σήμερα και να ενισχύει τη σκηνική πρόταση.
Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;
Να προβληματιστεί. Να νιώσει. Να αναρωτηθεί για τις σχέσεις, για τον εαυτό του, για τον κόσμο γύρω του. Αυτό είναι το πιο σημαντικό.

