(c) Λεωνίδας Τούμπανος
Όταν η Μυρτώ Γράψα έκλεισε την Artiria, τον ανεξάρτητο χώρο τέχνης που διατηρούσε για οχτώ χρόνια, λόγω μετατροπής της πολυκατοικίας σε Airbnb αποφάσισε να συνεχίσει δημιουργώντας έναν άλλο χώρο: το Mammot Art Space επί της οδού Σίνα 52.
Ο χώρος (σ.σ. στο σημείο στεγαζόταν στο παρελθόν το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών) συνυπάρχει με το "αδερφάκι" του, το Mammot Cafe, με τα όρια να παραμένουν ρευστά, μεταξύ τους, δίνοντας την ευκαιρία στο κοινό να ανακαλύψει -ακόμη και απροσδόκητα- όλη τη φιλοσοφία του χώρου.
Το "α" συζήτησε με τη Μυρτώ Γράψα για τον χαρακτήρα του ανεξάρτητου χώρου τέχνης, πώς λειτουργεί, τι φιλοξενεί, αλλά και τα όνειρά της γύρω από αυτόν.

>Αρχικά, πες μας λίγα πράγματα για εσένα, ώστε να σε γνωρίσουμε καλύτερα.
Ζω και εργάζομαι στην Αθήνα, έχω μεγαλώσει στη Λευκάδα και έχω ζήσει κάποια χρόνια στο Λονδίνο για σπουδές και δουλειά. Είμαι χορεύτρια, δημιουργός, dance artist όπως λέμε, και μαμά ενός τετράχρονου αγοριού, οπότε η καθημερινότητά μου έχει a priori αρκετή κίνηση.
Ο χορός είναι για μένα ένας τρόπος να παρατηρώ, να σκέφτομαι και να επικοινωνώ μάλλον με τον κόσμο. Χορεύω, χορογραφώ, διδάσκω και κάνω κινησιολογία στο θέατρο ή στο σινεμά που τα αγαπώ πολύ. Μου αρέσει να αλλάζω ρόλους, να συνεργάζομαι με διαφορετικούς ανθρώπους και να μπαίνω σε δημιουργικές διαδικασίες που εξυπηρετούν κυρίως τη βαθιά μου ανάγκη να έχω ενεργό παρόν.
Παράλληλα από το 2017, έχω μπει και στην περιπέτεια του να δημιουργώ και να τρέχω ανεξάρτητους χώρους τέχνης. Ξεκίνησα με την Artiria και σήμερα συνεχίζω με το Mammot Art Space.
"Πέρα από την αρχιτεκτονική και τις δυνατότητές του, με γοήτευσε η ιστορία του ίδιου του κτιρίου. Εκεί στεγαζόταν παλαιότερα το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών, σημείο αναφοράς για τη φωτογραφική σκηνή της εποχής. Ήταν το σπίτι μιας ομάδας σημαντικών φωτογράφων, όπως ο Δεπόλλας, ο Αντωνιάδης και ο Βαλαβάνης, που εξέδιδαν το περιοδικό "ΦΩΤΟ" — το οποίο, παρεμπιπτόντως, η μητέρα μου μάζευε σε στοίβες στο σπίτι μας."
>Πώς ξεκίνησε η ιδέα για το Mammot Art Space; Προϋπήρχε η ιδέα του Mammot cafe ή προέκυψε στην πορεία;
Η ιδέα ενός ανεξάρτητου χώρου τέχνης υπήρχε στο μυαλό μου από πολύ νωρίς, σχεδόν από τότε που επέστρεψα από τις σπουδές μου στο Λονδίνο. Έτσι δημιουργήθηκε η Artiria, ένας χώρος που λειτούργησε για οκτώ χρόνια, μέχρι που αναγκαστήκαμε να αναζητήσουμε νέα στέγη, καθώς η πολυκατοικία στην οποία στεγαζόμασταν επρόκειτο να μετατραπεί εξ ολοκλήρου σε Airbnb.
Η μετάβαση αυτή έγινε κάπως βίαια, αλλά τελικά μας οδήγησε σε κάτι πολύ ενδιαφέρον. Στην αναζήτηση νέου χώρου βρέθηκε το σημερινό Mammot, στη γειτονιά της Σίνα, που με μαγνήτισε σχεδόν αμέσως. Πέρα από την αρχιτεκτονική και τις δυνατότητές του, με γοήτευσε η ιστορία του ίδιου του κτιρίου. Εκεί στεγαζόταν παλαιότερα το Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών, σημείο αναφοράς για τη φωτογραφική σκηνή της εποχής. Ήταν το σπίτι μιας ομάδας σημαντικών φωτογράφων, όπως ο Δεπόλλας, ο Αντωνιάδης και ο Βαλαβάνης, που εξέδιδαν το περιοδικό "ΦΩΤΟ" — το οποίο, παρεμπιπτόντως, η μητέρα μου μάζευε σε στοίβες στο σπίτι μας. Εκεί ήταν, επίσης, το στούντιο τους και ο εκθεσιακός τους χώρος. Θυμάμαι τον Δεπόλλα να μου δείχνει, μέσα από το τεράστιο αρχείο που είχε παραμείνει στον χώρο, σε κούτες, μια φωτογραφία που είχε τραβήξει ο ίδιος τον Josef Koudelka να στέκεται στην πόρτα της Σίνα 52. Μου άρεσε πολύ η σκέψη ότι ένα κτίριο με τέτοια καλλιτεχνική ιστορία θα μπορούσε να αποκτήσει ξανά μια αντίστοιχη ζωή.
Η ιδέα του café, από την άλλη, ήρθε κάπως απροσδόκητα. Σε ένα ταξίδι μου στο Λος Άντζελες, όπου επισκεπτόμουν τον αδερφό μου, με πήγε σε ένα café της γειτονιάς του. Παραγγείλαμε και, όσο περιμέναμε, μου λέει "Άνοιξε αυτή την πόρτα". Την ανοίγω και ανακαλύπτω πίσω της μια τεράστια αίθουσα χορού. Αυτή η εικόνα μου έμεινε πολύ έντονα.
Κάπως έτσι μπήκε η ιδέα να συνδυαστούν οι δύο κόσμοι. Café -dance floor και art space. Ένας χώρος όπου μπορείς να έρθεις να καθίσεις και πίσω από μια πόρτα στο βάθος κάτι να συμβαίνει.

>Έχετε δει επισκέπτες που ήρθαν απλώς για ένα ρόφημα να "παγιδεύονται" ευχάριστα από μια έκθεση, μια performance ή κάτι άλλο, που δεν περίμεναν να δουν;
Ναι, αυτό είναι ίσως από τα πιο όμορφα πράγματα που μπορεί να συμβούν στον χώρο και ένας από τους λόγους που ήθελα να συνυπάρχουν αυτές οι δύο λειτουργίες. Μου αρέσει η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να έρθει να πάρει τον καφέ του το πρωί, να δει μια έκθεση που δεν γνώριζε ότι υπάρχει ή να περάσει για ένα κρασί μετά τη δουλειά του και στον μέσα χώρο να συμβαίνει μία πρόβα ή κάποιο μάθημα.

"Έναν χρόνο μετά το άνοιγμά του έχει ήδη αρχίσει να γίνεται μέρος της καθημερινότητας της γειτονιάς. Έρχονται οικογένειες με παιδιά, άνθρωποι που εργάζονται ή κινούνται στο κέντρο, αλλά και επισκέπτες που δεν έχουν απαραίτητα κάποια σχέση με τις τέχνες."
>Τι μπορεί να βρει κανείς στο Mammot Art Space και σε ποιο κοινό απευθύνεται;
Μάλλον σε όλους. Το Mammot είναι ένας ζωντανός οργανισμός που ξεκινά την ημέρα του στις 8 το πρωί, όταν ανοίγει το café, και συνεχίζει με διαφορετικές δραστηριότητες μέχρι το βράδυ. Μπορεί κανείς να βρει μαθήματα και εργαστήρια κίνησης, τόσο για αρχάριους όσο και για επαγγελματίες, παραστάσεις, εκθέσεις, παρουσιάσεις, talks, reading groups και εργαστήρια για παιδιά. Αλλά και specialty coffee, κάτι για πρωινό ή ένα ελαφρύ lunch και μια επιλεγμένη λίστα κρασιών. Έχουμε φιλοξενήσει επίσης pop-up kitchens με καλεσμένους chef που είναι κάτι που θέλουμε να επαναφέρουμε στο μέλλον.
Φυσικά υπάρχει ένας πυρήνας ανθρώπων που ασχολούνται με τον χορό και τις σύγχρονες τέχνες, αλλά το Mammot δεν περιορίζεται σε αυτόν. Έναν χρόνο μετά το άνοιγμά του έχει ήδη αρχίσει να γίνεται μέρος της καθημερινότητας της γειτονιάς. Έρχονται οικογένειες με παιδιά, άνθρωποι που εργάζονται ή κινούνται στο κέντρο, αλλά και επισκέπτες που δεν έχουν απαραίτητα κάποια σχέση με τις τέχνες. Μου αρέσει που ο καθένας βρίσκει τη δική του αφορμή για να μπει στον χώρο και, πολλές φορές, ανακαλύπτει κάτι που δεν περίμενε.

>Τι θα έλεγες ότι διαφοροποιεί το Mammot Art Space από άλλα αντίστοιχα;
Δεν ξέρω αν με ενδιαφέρει τόσο να διαφοροποιήσω το Mammot από άλλους χώρους, όσο να αποκτήσει τη δική του προσωπικότητα.
Νομίζω πως ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία του είναι ότι προσπαθούμε να μην υπάρχουν πολύ αυστηρά όρια ανάμεσα στις διαφορετικές του χρήσεις. Το café είναι αναπόσπαστο κομμάτι του Mammot και για μένα έχει πολύ σημαντικό ρόλο στη δημιουργία κοινότητας. Νομίζω πως οι άνθρωποι έχουμε όλο και μεγαλύτερη ανάγκη από ζωντανές, κοινωνικές εμπειρίες, από χώρους όπου μπορούμε να συναντηθούμε, να μιλήσουμε, να μοιραστούμε κάτι. Ο καφές, το φαγητό, το κρασί δίνουν την ευκαιρία στους ανθρώπους να συναντηθούν, πριν ή μετά από μια πρόβα ή παράσταση ή για ένα meeting. Κάπως έτσι, μέσα από την καθημερινότητα, δημιουργείται και μια κοινότητα γύρω από τον χώρο.
Επίσης, έχοντας υπάρξει για πολλά χρόνια η ίδια καλλιτέχνιδα που αναζητά χώρο για να δουλέψει, γνωρίζω από πρώτο χέρι πόσο σημαντικό είναι να υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες για έρευνα και δημιουργία. Με ενδιαφέρει το Mammot να παραμένει ευέλικτο, ανοιχτό σε προτάσεις και να εξελίσσεται μαζί με τους ανθρώπους που το χρησιμοποιούν.

>Το πατάρι, επίσης, λειτουργεί ως coworking space και φιλοξενεί σεμινάρια και αναγνώσεις. Μίλησέ μας γι’ αυτό.
Το πατάρι είναι μάλλον ο πιο ήσυχος και οικείος χώρος. Εκεί γίνονται αναγνώσεις, reading και writing groups, εικαστικά και θεωρητικά εργαστήρια. Τις ώρες που είναι ελεύθερο, μπορεί κανείς να το χρησιμοποιήσει επίσης και ως coworking space, να καθίσει δηλαδή με τον καφέ και το laptop του και να δουλέψει με θέα τον κήπο του Γαλλικού Ινστιτούτου.
>Πώς επιλέγονται οι καλλιτέχνες ή και τα έργα που φιλοξενούνται; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη θεματική γραμμή που ακολουθείς;
Η αρχική ιδέα ήταν να συνεχίσουμε το νήμα της φωτογραφίας, λόγω της ιστορίας του ίδιου του κτιρίου. Έτσι ξεκινήσαμε με την ομαδική έκθεση Please Allow Me to Introduce Myself, με έργα έξι Ελληνίδων φωτογράφων, των Ι. Χατζηανδρέου, Α. Ρίμπα, Ε. Στάμου, Δ. Χαραλαμπίδου, Α. Παπαντώνη και Ι. Κολιοδέδε, σε επιμέλεια της Σ. Ζαβιτσάνου. Ακολούθησε η έκθεση της Romanne Bourjois, σε επιμέλεια της Χριστίνας Ράινχαρντ.
Στην πορεία το πρόγραμμα άνοιξε και σε εικαστικές τέχνες, με την έκθεση Sculpture Genetics των Φ. Φλεβοτόμου και Δ. Αμελαδιώτη, σε επιμέλεια της Ν. Παλαιογιάννη, ένα εικαστικό εγχείρημα που διερευνά τη σχέση ανάμεσα στη βιολογία, τις αισθήσεις και τους διαφορετικούς τρόπους αντίληψης. Ακολούθησαν οι ατομικές εκθέσεις του Μάρκελλου Κολοφωτιά και της Νάγιας Μαγαλιού, που παρουσιάζεται αυτή την περίοδο μέχρι τις 30 Νοεμβρίου, ενώ στις αρχές Δεκεμβρίου ανοίγει η έκθεση του Alexander Collet, και οι τρεις σε επιμέλεια της Χριστίνας Ράινχαρντ.
Με ενδιαφέρει να συνεργάζομαι με διαφορετικούς επιμελητές, δίνοντάς τους τον χρόνο και τον χώρο να αναπτύξουν ένα πρόγραμμα με συνέχεια και συνοχή. Δεν υπάρχει κάποια αυστηρή θεματική γραμμή, αλλά υπάρχει μια κατεύθυνση που θέλω να χτίσουμε σταδιακά. Θα ήθελα το Mammot να μπορεί να παρουσιάζει σημαντικούς φωτογράφους και καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και να δίνει χώρο σε νέους δημιουργούς. Και, γιατί όχι, να φτάσουμε στο σημείο να προσκαλούμε καλλιτέχνες να δημιουργούν νέα έργα ειδικά για τον χώρο και να αναπτύσσουμε δικές μας εκθεσιακές παραγωγές. Έχουμε ακόμη πολλά που θέλουμε να κάνουμε.

>Πόσο σημαντικό είναι για σένα να λειτουργεί ως ζωντανό σημείο συνάντησης των Αθηναίων;
Πολύ. Ίσως μάλιστα αυτό να βρίσκεται στον πυρήνα όλου του εγχειρήματος. Ζούμε σε μια πόλη με τεράστια δημιουργική ενέργεια, αλλά συχνά με ελάχιστο χρόνο και χώρο. Με ενδιαφέρει το Mammot να λειτουργεί ως ένα μέρος όπου μπορείς να επιστρέφεις. Θα ήθελα να αποκτήσει μια θέση στην καθημερινότητα της πόλης και της γειτονιάς. Και κυρίως να μην είναι κάτι στατικό ή ολοκληρωμένο.

"Ένα project-όνειρο; Ένα fashion show με performers και στο κέντρο την Sama’ Abdulhadi να παίζει DJ set."
>Αν έπρεπε να περιγράψεις το MAMMOT με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;
Zωντανό, ανοιχτό, οικείο.
>Ποια είναι τα μελλοντικά σχέδια, αν υπάρχουν, για τον χώρο; Υπάρχει κάποιο project-όνειρο που θέλεις να πραγματοποιήσεις;
Τα πιο άμεσα σχέδια είναι να καταφέρει το να παραμείνει βιώσιμο και λειτουργικό, να βρει τις ισορροπίες του και να αντέξει την ελληνική πραγματικότητα, με όλες τις δυσκολίες και τις τρικλοποδιές που συνεπάγεται το να διατηρείς μια μικρή ανεξάρτητη επιχείρηση σε αυτή τη χώρα.
Μακροπρόθεσμα, θα ήθελα το Mammot να συνδεθεί περισσότερο με τη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή και να εξασφαλίσει χρηματοδοτήσεις που θα του επιτρέψουν να περάσει από τη φιλοξενία στην παραγωγή. Να μπορεί να υποστηρίζει νέες παραστάσεις, εκθέσεις και καλλιτεχνικές έρευνες, να προσφέρει αμειβόμενα residencies και να δημιουργεί ουσιαστικές συνθήκες δουλειάς για τους καλλιτέχνες.
Ένα project-όνειρο; Ένα fashion show με performers και στο κέντρο τη Sama’ Abdulhadi να παίζει DJ set. Για να δούμε.

