Υπάρχουν εικόνες που δεν εμφανίζονται ποτέ ολόκληρες. Παραμένουν στο όριο ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, περισσότερο ως αίσθηση παρά ως σαφής μορφή. Μια λάμψη, μια αντανάκλαση, ένα ίχνος που προλαβαίνουμε να δούμε πριν επιστρέψει στο σκοτάδι. Σε αυτή τη λεπτή περιοχή κινείται η ζωγραφική του Αλέξανδρου Καπετάνου και, ειδικότερα, η ενότητα έργων "Σκοτεινό γυαλί", που παρουσιάζεται από τις 26 Αυγούστου έως τις 12 Οκτωβρίου στην Αίθουσα Νικόλαος Γύζης του Ιδρύματος Τηνιακού Πολιτισμού.
Η έκθεση, σε επιμέλεια του ιστορικού τέχνης και επιμελητή Χριστόφορου Μαρίνου, συγκεντρώνει ελαιογραφίες που δημιουργήθηκαν μεταξύ 2022 και 2025 και έχουν ως αφετηρία τον "Γυάλινο κόσμο" του Tennessee Williams. Ο Καπετάνου αντλεί από το θεατρικό έργο όχι τόσο τις μορφές και την πλοκή, όσο μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα: τη μνήμη ως χώρο ασταθή, το φως ως φορέα συναισθήματος και τη Λώρα Γουίνγκφιλντ ως μορφή εύθραυστη και διαρκώς έτοιμη να χαθεί από το οπτικό πεδίο.

Από τον "Γυάλινο κόσμο" στο "Σκοτεινό γυαλί"
Στον "Γυάλινο κόσμο", ο φωτισμός δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό στοιχείο. Ο Tennessee Williams ζητά ένα φως μη ρεαλιστικό, θαμπό και επιλεκτικό, που να φωτίζει όχι μόνο όσα συμβαίνουν, αλλά κυρίως όσα έχουν παραμείνει στη μνήμη. Από αυτή την αντίληψη του μνημονικού φωτός ξεκινά η ενότητα του Καπετάνου. Οι πολυέλαιοι που εμφανίζονται στους πίνακές του προέρχονται από τους σκηνικούς φωτισμούς της παράστασης "Ο γυάλινος κόσμος", σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη. Ο καλλιτέχνης τους φωτογράφισε κατά τη διάρκεια των παραστάσεων και στη συνέχεια απομάκρυνε σταδιακά όλα τα περιττά σκηνογραφικά στοιχεία, κρατώντας τη λάμπα, τη λάμψη και τις αντανακλάσεις της.
Στις ελαιογραφίες, ο πολυέλαιος χάνει την οικιακή και θεατρική του ταυτότητα. Αιωρείται μέσα στο μαύρο σαν απομεινάρι φωτός. Το αναγνωρίσιμο αντικείμενο υποχωρεί και στη θέση του εμφανίζονται λευκές και υπόλευκες αντανακλάσεις, λεπτές γραμμές και μικρές εκρήξεις φωτεινής ύλης. Η ζωγραφική εστιάζει έτσι στη στιγμή κατά την οποία η μορφή μόλις αρχίζει να διακρίνεται — ή ετοιμάζεται να εξαφανιστεί.

Το μαύρο ως χώρος
Το μαύρο στους πίνακες του Καπετάνου είναι ο χώρος μέσα στον οποίο το φως αποκτά ένταση. Δημιουργείται σε στρώσεις και διατηρεί μικρές μεταβολές στην πυκνότητα και την υφή του, οι οποίες αποκαλύπτονται σταδιακά όσο το βλέμμα παραμένει στην επιφάνεια. Έτσι, κάθε μικρή φωτεινή κηλίδα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το φως δεν καταλαμβάνει τον χώρο· τον διαπερνά. Και ακριβώς επειδή περιβάλλεται από σκοτάδι, γίνεται ίχνος παρουσίας, σαν κάτι που έχει απομείνει από μια εικόνα ή μια ανάμνηση.
Η σχέση με τη Λώρα του Williams είναι καθοριστική. Η ηρωίδα, που ζει σε έναν εύθραυστο "γυάλινο κόσμο", μεταφέρεται στη ζωγραφική ως μια αίσθηση ευαλωτότητας. Ο πολυέλαιος γίνεται ένα είδος πορτρέτου χωρίς πρόσωπο: ένα φωτεινό, εύθραυστο σώμα που αναζητά τη θέση του μέσα στο σκοτάδι.

Το φως της Τήνου
Η παρουσίαση της έκθεσης στην Τήνο προσθέτει μια ιδιαίτερη διάσταση στα έργα. Σε έναν τόπο όπου το φως έχει έντονη υλική και θρησκευτική παρουσία, οι μικρές ανταύγειες του Καπετάνου μπορούν να θυμίσουν κερί μέσα σε έναν σκοτεινό ναό ή μια στιγμιαία λάμψη πάνω σε γυαλί. Χωρίς να γίνεται περιγραφική, η ζωγραφική συνομιλεί έτσι με την εμπειρία του τόπου και με τη σχέση ανάμεσα στο φως, την ύλη, τη μνήμη και τη σιωπή.
Στο "Σκοτεινό γυαλί", η εικόνα παραμένει μεταβλητή και διαφεύγουσα. Εμφανίζεται για λίγο και στη συνέχεια επιστρέφει στη μνήμη. Ο Καπετάνου δεν ζωγραφίζει τόσο το αντικείμενο όσο τη στιγμή της εμφάνισής του: εκείνη τη σύντομη εμπειρία κατά την οποία κάτι γίνεται ορατό πριν χαθεί. Μια ζωγραφική χαμηλών τόνων αλλά έντονης εσωτερικής φόρτισης, που ζητά από το βλέμμα χρόνο και προσοχή.
Ώρες λειτουργίας:
- Δευτέρα, Τετάρτη & Πέμπτη: 09:00–15:00
- Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή: 10:00–14:00 & 19:00–21:30
- Τρίτη: Κλειστά


