Με αφορμή το καλοκαίρι, σαλπάρουμε σε ένα ατμοσφαιρικό ταξίδι στην παγκόσμια λογοτεχνία, με μυθιστορήματα όπως ο "Μόμπι Ντικ" και "Ο Γέρος και η Θάλασσα" που κρύβουν μέσα τους την αύρα της θάλασσας.

Γουέιτζερ - Ντέιβιντ Γκραν
Στις 28 Ιανουαρίου 1742 ένα μισοδιαλυμένο πλοιάριο, με τα πανιά κουρελιασμένα και το κατάρτι κομμάτια, ξεβράστηκε στις ακτές της Βραζιλίας. Επιβάτες του ήταν τριάντα άντρες, σχεδόν ολότελα αποστεωμένοι. Τα όσα αφηγήθηκαν έμοιαζαν απίστευτα. Οι άντρες ανήκαν στο πλήρωμα του Πλοίου της Αυτού Μεγαλειότητος Γουέιτζερ. Το Γουέιτζερ, που είχε αποπλεύσει δύο χρόνια νωρίτερα από την Αγγλία για να εκτελέσει μια μυστική αποστολή, τσακίστηκε σ’ ένα ερημονήσι στ’ ανοιχτά της Παταγονίας. Μετά από μήνες στο αφιλόξενο νησί οι άντρες εκείνοι κατάφεραν να κατασκευάσουν ένα θλιβερό πλεούμενο και να διασχίσουν μ’ αυτό πάνω από 3.000 μίλια άγριας θάλασσας. Τους υποδέχτηκαν σαν ήρωες.
Έξι μήνες αργότερα ένα άλλο, ακόμα πιο άθλιο πλοιάριο ξεβράστηκε στις ακτές της Χιλής. Σ’ αυτό επέβαιναν μονάχα τρεις άντρες, οι οποίοι αφηγήθηκαν μια πολύ διαφορετική ιστορία: οι τριάντα ναυτικοί που είχαν φτάσει στη Βραζιλία δεν ήταν ήρωες ― ήταν στασιαστές. Η διαμάχη που ακολούθησε, με εκατέρωθεν κατηγορίες για ανταρσία, προδοσία και φόνο, υποχρέωσε το Ναυαρχείο να διατάξει δίκη ώστε να κριθεί ποιος έλεγε αλήθεια. Τον ένοχο τον περίμενε η κρεμάλα.
Εκδόσεις Δώμα / Μετάφραση: Δέσποινα Κανελλοπούλου

Ο γέρος και η θάλασσα - Έρνεστ Χέμινγουεϊ
Ο Σαντιάγο, ένας γέρος μοναχικός ψαράς που οι άλλοι θεωρούν γρουσούζη, θα δώσει τη μεγαλύτερη κι ίσως την τελευταία μάχη του με τον μεγάλο ξιφία στα ανοιχτά της Κούβας. Θα χρησιμοποιήσει όλη τη μαστοριά, το μυαλό και την τέχνη του. Τρεις μέρες θα κρατήσει η μάχη κι ο Σαντιάγο θα νικήσει. Όταν, αργά την τρίτη νύχτα, θα μπει στο λιμάνι, δίπλα στη μικρή του βάρκα θα πλέει μονάχα το άσπρο κόκαλο από το τεράστιο ψάρι που καταβρόχθισαν στη διαδρομή τους οι καρχαρίες. Μια σημαντική στιγμή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα από τα αξεπέραστα έργα του μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα, το σπουδαιότερο ίσως κείμενο που γράφτηκε ποτέ για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση.
Εκδόσεις Καστανιώτη / Μετάφραση: Φώντας Κονδύλης

Αρόδου - Στέλιος Μάινας
Ο Μιχάλης τα ξέρει τα νερά, όσο κι αν με τα χρόνια η μπούκα είχε αλλάξει. Ευτυχώς όλα πηγαίνουν κατ’ ευχήν και φτάνουν στο γουέτινγκ πόιντ χωρίς προβλήματα, ένα μίλι απ’ το καραμοσάλι της γέφυρας. Νύχτα πια, και η μύτη της Χερσονήσου Καουλούν δεσπόζει κατάφωτη. Πηγαίνει στην καμπίνα ν’ αλλάξει ένα καθαρό πουκάμισο, να μην κατέβει απεριποίητος στην πόλη, όταν μπαίνει ο μαρκόνης με μια σελίδα απ’ τον τηλέγραφο στο χέρι. "Καπετάνιο, αρόδο μέχρι την Πέμπτη έδωσαν τα Οθόριτις, τι κάνουμε;" Γεννημένος σ’ ένα καΐκι στη Μαύρη Θάλασσα, ο Μιχάλης μεγάλωσε με το αλάτι του πελάγου στις φλέβες του. Απ’ τα καίκια των προγόνων του μέχρι τα γκαζάδικα, τα κάργκο και τα τζενεράλια, τα ταξίδια τον έφεραν μακριά, αλλά η θάλασσα του πήρε περισσότερα απ’ όσα του χάρισε. Έρωτες που ναυάγησαν, παιδιά που χάθηκαν, φιλίες που σφυρηλατήθηκαν και δοκιμάστηκαν στις τρικυμίες. Στο Χονγκ Κονγκ, καθώς παραγγέλνει ένα γαμπριάτικο κοστούμι στον παλιό του ράφτη, η ζωή του περνά σαν φευγαλέα αντανάκλαση στα νερά του λιμανιού. Λίγες μέρες απομένουν μέχρι να δέσει για πάντα το καράβι του. Έχει σχέδια, όνειρα, μα πάνω απ’ όλα έχει τη θάλασσα μέσα του. Κι όταν κουβαλάς τη θάλασσα μέσα σου, κανείς δεν μπορεί να ξέρει ποια θα είναι η τελευταία σου ρότα.
Εκδόσεις Ψυχογιός

Βάρδια - Νίκος Καββαδίας
Μέσα στο βιβλίο υπάρχει καταρχάς η ιστορία ενός ταξιδιού. Στη θάλασσα της Κίνας, ένα παμπάλαιο φορτηγό, σαραβαλιασμένο -ένα από κείνα τα σαπιοκάραβα που είχαν ήδη πουληθεί για παλιοσίδερα και που οι έλληνες εφοπλιστές τα πήγαιναν για επιδιόρθωση στο Ρότερνταμ και ύστερα τά 'βαζαν να γυρίζουν τις θάλασσες για χρόνια ακόμα- έχει βάλει πλώρη για το Σαντούν. Αλλά το ουσιώδες έγκειται στις συνομιλίες. Σ' αυτές ακριβώς θεμελιώνεται το έργο. Στις ατελείωτες ώρες της βάρδιας, οι ναυτικοί -ο θερμαστής, ο καπετάνιος ή ο ασυρματιστής, όπως ήταν ο συγγραφέας- αναμασούν από κοινού την κατάστασή τους. Τη ζωή τους την αντιλαμβάνονται ως κατάρα, αλλά μια κατάρα που την αποδέχονται και την επιζητούν: δεν υπάρχει γι' αυτούς χειρότερη δυστυχία από τη ζωή στη στεριά, την αναγκαστική αργία, την αποχώρηση που τους θάβουν ζωντανούς. Υπάρχει μια παράδοξη διαλεκτική αγάπης και μίσους, δυσπιστίας και συνενοχής ανάμεσα σ' αυτούς τους ναυτικούς και το πλοίο τους: αιχμάλωτοι και ξεριζωμένοι μαζί, απεχθάνονται καθετί που θα μπορούσε να τους ελευθερώσει, να σταματήσει την πορεία τους. Μέσω των συζητήσεών τους εισάγονται στην αφήγηση ανέκδοτα και αναμνήσεις - μια ολόκληρη σειρά από ιστορίες, εκτεταμένες ή σύντομες, κωμικές ή φρικιαστικές, πάντα συναρπαστικές, που συνιστούν ένα δεύτερο πλάνο του έργου. Τις πιο μακριές αφηγήσεις τις κάνει ο ασυρματιστής που εκπροσωπεί σαφώς το συγγραφέα και εξάλλου ονομάζεται Νικόλας, όπως εκείνος. Όταν η αφήγηση περνάει στο πρώτο πρόσωπο, περίπου στη μέση του βιβλίου, το μυθιστόρημα φτάνει στην αρτίωσή του.

Μόμπι Ντικ - Χέρμαν Μέλβιλ
"Λέγε με Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια -δεν έχει σημασία πόσο ακριβώς- έχοντας λίγα ή καθόλου χρήματα στο πουγκί μου και τίποτα ιδιαίτερο που να με ενδιαφέρει στη στεριά, σκέφτηκα να ταξιδέψω λίγο στη θάλασσα και να δω το υδάτινο μέρος του κόσμου. Είναι ένας τρόπος που έχω να διώχνω το σπλήνιασμα και να ρυθμίζω το κυκλοφοριακό. Όταν πιάνω τον εαυτό μου να στραβώνει το στόμα όταν μες στην ψυχή μου είναι Νοέμβρης υγρός, που ψιλοβρέχει όταν πιάνω τον εαυτό μου να σταματάει άθελα μπρος σε φερετροπωλεία και να γίνεται ουραγός κάθε κηδείας που συναντώ και ειδικά όταν οι υποχονδρίες μου με κυβερνούν τόσο, που χρειάζεται ένας δυνατός ηθικός φραγμός να με εμποδίσει να βγω επίτηδες στο δρόμο και μεθοδικά να ρίξω χάμω τα καπέλα του κόσμου - τότε θεωρώ πως ήρθε πια η ώρα να μπαρκάρω, όσο πιο γρήγορα μπορώ. Είναι το δικό μου υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Με μια φιλοσοφική χειρονομία όλο μεγαλοπρέπεια, ο Κάτων ρίχνεται πάνω στο σπαθί του εγώ παίρνω ήσυχα το πλοίο. Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σ' αυτό. Αν το ήξεραν έφτανε όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, με τον τρόπο τους, αργά ή γρήγορα, θα έτρεφαν πάνω-κάτω τα ίδια αισθήματα με μένα για τον ωκεανό. (Από την έκδοση)
