© Ευαγγελία Αφροδίτη Κοκκίνη
Έφυγε σε ηλικία 66 ετών ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης, έπειτα από πολύχρονη μάχη με τη σπάνια ασθένεια του αίματος που αντιμετώπιζε. Ήταν γεννημένος στην Αθήνα, γιος της ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη και του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη. Σπούδασε αρχιτεκτονική και εργάστηκε στον χώρο αυτό σε έργα στην Ελλάδα και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση, παιδικά βιβλία, σενάριο αλλά και λογοτεχνική κριτική. Τον ξαναδιαβάζουμε μέσα από τις πρόσφατες συνεντεύξεις που είχε δώσει στο Αθηνόραμα.
Για τη γραφή
"Για μένα (το γράψιμο) είναι επιθυμία. Επιθυμία έκφρασης, επικοινωνίας, κατάθεσης, επαφής και εξωτερίκευσης. Επειδή, εκ φύσεως, έχω μία δυσφορία με την πραγματικότητα γύρω μου, αναζητώ το κάτι παραπάνω. Αυτό το βρίσκω στην τέχνη, στη δημιουργία."
Για τους ήρωές του
Όχι, οι δικοί μου ήρωες, δε νομίζω να με ταλαιπωρούν πολύ, δεν με επισκέπτονται σε άλλα βιβλία, δεν έχω φτιάξει μία ομάδα ηρώων που κινείται από βιβλίο σε βιβλίο. Κάθε φορά που τελειώνω κάποιο κείμενο νομίζω ότι εγώ είμαι που τους φέρομαι άσχημα. Μήπως τους εγκαταλείπω δηλαδή, τους σβήνω από μέσα μου;
Για την πρώτη ανάμνηση που έδωσε τροφή σε έργο του
"Ταυτίζεται με την πρώτη ανάμνηση της ζωής μου, την οποία και έβαλα στο πρώτο μου μυθιστόρημα, τον "Έβδομο Ελέφαντα". Περίπου τριών, εν μέσω καλοκαιριού, ήμουν στο Λαγονήσι μαζί με τους γονείς μου. Είχα σκαρφαλώσει πάνω στα κεραμίδια ενός μονώροφου κτιρίου και στεκόμουν στην άκρη. Από κάτω υπήρχε μία αξίνα και ένα φτυάρι. Μόλις τα είδα ξεκίνησα να σκέφτομαι έντονα το ότι είναι πιθανό να πέσω, και πως αν πέσω στην αξίνα σίγουρα θα πεθάνω ενώ αν πέσω το φτυάρι έχω κάποιες πιθανότητες. Όσο το σκεφτόμουν τόσο μεγάλωνε στ κεφάλι μου η πιθανότητα του να πέσω. Και τελικά έπεσα – ευτυχώς, πάνω στο φτυάρι."
Για την Αθήνα
"Από τα χρόνια που δούλευα ως αρχιτέκτονας, μελετούσα την Αθήνα. Είναι μία άκρως ενδιαφέρουσα πόλη. Άναρχη, γεμάτη εναλλαγές, με μία μεγάλη ιστορία αλλεπάλληλων στρώσεων, που το κάθε κομμάτι της ιστορίας φέρει το αποτύπωμά του στο σήμερα. Δεν μιλάμε για κάτι αψεγάδιαστο, για μία πόλη-σκηνικό. Είναι αληθινή, δεν καμώνεται και μπορεί διαρκώς να σε εκπλήξει με το τι κρύβει στην επόμενη γωνία. Κάτι, μάλιστα, που δεν συνειδητοποιούμε είναι πως πρόκειται για μία παραθαλάσσια πόλη. Αν γίνουν μερικές αλλαγές στη διευκόλυνση της πρόσβασης, είμαστε δύο βήματα μακριά από τη θάλασσα."
Για το κέντρο της πόλης
"Αν εξαιρέσουμε τα τέσσερα χρόνια που έμεινα στο Λονδίνο, σχεδόν όλη την υπόλοιπη ζωή μου την έχω ζήσει στο γνωστό τρίγωνο Εξάρχεια-Κολωνάκι-Σόλωνος. Έχω παρακολουθήσει αυτήν την περιοχή σε όλες της τις φάσεις. Οι εικόνες που έχω είναι άπειρες και αρκετές από αυτές έχουν βρει τη θέση τους στα βιβλία μου. Το Πανεπιστήμιο, με όλη την ένταση που έφερε και που διαμόρφωσε την πορεία μου, η πλατεία των Εξαρχείων, βαριά φορτισμένη και δεμένη με τους γνωστούς θρύλους των Εξαρχείων όπως τον Άσιμο και την Γώγου, ο "Ένοικος" στην Καλλιδρομίου, που έκανε κορνίζα τα εξώφυλλα των νέων βιβλίων και κρατούσε συζητήσεις περί λογοτεχνίας μέχρι το πρωί…"

Για τον "ανυψωμένο ρεαλισμό" των έργων του
"Για εμένα κάθε ρεαλισμός είναι ανυψωμένος, υπό την έννοια ότι οτιδήποτε κι αν βλέπεις μπορεί να σου γεννά άπειρες σκέψεις και προεκτάσεις. Είναι αυτό που λέω πως τα πιο ενδιαφέροντα όνειρα δεν είναι αυτά που βλέπουμε στον ύπνο μας, αλλά οι στιγμές ονειροφαντασιώσεων που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας. Από μικρός, όντας σε ένα περιβάλλον θεαμάτων, είχα καταλάβει πως είχα δύο ρόλους. Αφενός ήμουν μέσα σε μία κατάσταση και δρούσα και αφετέρου την παρατηρούσα. Αυτό το δίπολο είναι ένας υπαρκτός ρεαλισμός που μοιραία υπάρχει και στα έργα μου."
Για τη θεατρική γραφή
"Αν και από μικρός βρισκόμουν μέσα στα παρασκήνια του θεάτρου και γενικά των θεαμάτων, άργησα να μπω στη θεατρική συγγραφή. Για μένα, ξεκάθαρα είναι το πιο δύσκολο είδος. Στην πεζογραφία έχεις την ελευθερία να κινηθείς όπως θέλεις, μια και όλα είναι ελεγχόμενα από εσένα. Μπορείς να βάλεις την κάμερα του αφηγητή πάνω στον ήρωα, σε τρίτο πρόσωπο ή πάνω από την ίδια την ιστορία. Είναι μία διαδικασία που αρχίζεις και ολοκληρώνεις μόνος σου μόλις τελειώσεις –ή εγκαταλείψεις, όπως λέω εγώ– το βιβλίο και το παραδόσεις.
Από την άλλη, στο θεατρικό καλείσαι να συνεργαστείς με άλλους ανθρώπους και να συμφωνήσεις σε μία σύμπραξη. Παράγεις, ουσιαστικά, ένα κείμενο-"μη κείμενο", που απευθύνεται στο εδώ και τώρα της θεατρικής σκηνής, όπου θεατές και οι ηθοποιοί μπαίνουν σε μία συνωμοσία. Είναι ένα συμβάν πληθυντικού αριθμού, και όχι ενικού όπως η συγγραφή."
Για το θέατρο ως εμπειρία
"Εκείνο που αποζητώ είναι συγκίνηση, σαγήνη σχεδόν, ενεργοποίηση, δοξαστικές στιγμές. Η λύτρωση εκτός από ευχολόγιο είναι κάτι που ακούγεται οριστικό - δεν με ενδιαφέρουν οι κλειστοί οργανισμοί, οι περίκλειστες δομές, όσα "τελειώνουν" ή κάνουν τον κύκλο τους. Με αφορούν έργα που είναι ανοιχτά και ευέλικτα, πρισματικά, έργα με χαραμάδες που αναπνέουν. Θέλω να φεύγω με μια ερεθιστική εισπνοή από το θέατρο όχι με ανακουφιστική εκπνοή."
Για την πολιτική στάση του καλλιτέχνη
"Ένας καλλιτέχνης είναι όπως όλοι οι άνθρωποι - αν θέλει να εκτεθεί, καλώς, αν δεν θέλει, δικαίωμά του. Ο καλλιτέχνης την πολιτική και κοινωνική του θέση την έχει πάρει ήδη με το έργο του - από και πέρα είναι εντελώς αδιάφορο το τι κάνει αφού έχει γράψει και την τελευταία σελίδα, ή αφού και ο φωτιστής κλείσει τα φώτα της πλατείας. Ό,τι κάνει και ο κάθε πολίτης της χώρας."
Για την ελληνική λογοτεχνία
"Η διαφορά είναι πως σε άλλες χώρες οι συγγραφείς αντιμετωπίζονται με έναν πραγματικά σοβαρό τρόπο. Ο καθένας έχει το δικό του προσωπικό ατζέντη, κάτι που εδώ μοιάζει πρωτάκουστο. Αν εξαιρέσεις ελάχιστες περιπτώσεις, εδώ ο συγγραφέας γίνεται manager του εαυτού σου, σε ένα one man show που καταλήγει άρρωστο. Επίσης, η ελληνική λογοτεχνία –που πραγματικά θεωρώ πολύ υψηλού επιπέδου– παραμένει αυθεντική, χωρίς σχολές και με πολλές διαφορετικές φωνές μέσα της, που όμως ταυτόχρονα κάνει δύσκολο το να φτιάξεις ένα συνολικό "brand" για να την προωθήσεις, όπως συνέβη με σκανδιναβικό αστυνομικό ή τον μαγικό ρεαλισμό. Έτσι, δυστυχώς, η εικόνα που ακόμα έχουν στο εξωτερικό για τον εδώ πολιτισμό είναι Ζορμπάς, ούζο και Μαρία Κάλλας.
Μυθοπλασία και πραγματικότητα
"Κάθε μυθοπλασία είναι αυτοβιογραφική όπως έχει πει ο Μπόρχες. Είναι σαν ένα ανάποδο στριπτίζ. Αρχίζεις με σένα, με τον εαυτό σου γυμνό, και στην πορεία έχεις βάλει τόσα ενδύματα στον ήρωά σου που μπορεί και να μην θυμάσαι από που ξεκίνησες, ενώ εκείνος μπορεί να έχει μεταμορφωθεί ριζικά, να έχει αλλάξει φύλο, περίοδο που ζει, ακόμα και υπόσταση."
Για τον θάνατο
"Ο φόβος του θανάτου εκφράζεται μέσα μου ως κάτι το όχι τόσο βαθύ. Η μεταθανάτια κατάσταση είναι η μεγάλη μου απορία. Έχω υπάρξει πριν τη γένεση; Δυνητικά όχι. Θα υπάρξω και υπάρχω κατά την ζωή μου, αλλά αφού πεθάνω δεν έχω ιδέα τι πρόκειται να συμβεί. Πάντως ο ίδιος ο θάνατος είναι νομίζω κάτι πολύ φυσικό και θα πρέπει όσο το δυνατόν να μη μας φοβίζει. "



