Μπορεί ο λογοτεχνικός λόγος να λειτουργήσει ως τόπος ενσυναίσθησης, αναστοχασμού και νοηματοδότησης της εμπειρίας; Η Μαρία Λιάκου στο βιβλίο Η ενσωμάτωση του θεραπευτικού λόγου στη λογοτεχνία, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο από τις Εκδόσεις Κοβάλτιο απαντά καταφατικά.
Η ίδια, μεταφέρει στο νέο βιβλίο την εμπειρία της, τόσο από την εργασία της ως κοινωνική λειτουργός και εκπαιδεύτρια ενηλίκων, αλλά και ως αναγνώστρια. Με αφορμή τη νέα αυτή έκδοση, μίλησε στο "α" για την οπτική της, τα όσα εξηγεί στις σελίδες της αλλά και για το πώς η λογοτεχνία ανακουφίζει συνοδοιπορώντας.
Το βιβλίο αναδεικνύει μια ενδεχομένως όχι διαδεδομένη διάσταση της λογοτεχνίας. Αυτή της θεραπευτικής της ιδιότητας. Η έμπνευση για τη συγγραφή του εκκινεί από την ιδιότητά σας ως κοινωνική λειτουργός/εκπαιδεύτρια ή από αυτή ως αναγνώστρια;
Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διαχωρίσω αυτές τις δύο ιδιότητες, καθώς η μία τροφοδοτεί την άλλη. Ως κοινωνική λειτουργός, ερχόμουν καθημερινά σε επαφή με τα κοινωνικά προβλήματα (το τραύμα, την απώλεια, την οικονομική στέρηση, την ασθένεια, τη μοναξιά, τη διαφορετικότητα, τον στιγματισμό, και άλλα), αλλά και την ανάγκη του ανθρώπου να νοηματοδοτήσει την εμπειρία του. Ως αναγνώστρια, βρήκα στη λογοτεχνία το "εργαστήριο", όπου αυτές οι εμπειρίες μεταπλάθονται σε σύμβολα, σε λέξεις και εικόνες. Η έμπνευση γεννήθηκε στο σημείο τομής τους: εκεί που η κλινική παρατήρηση συναντά την αισθητική απόλαυση. Ως αναγνώστρια, έχω νιώσει τη λογοτεχνία να λειτουργεί πιο υπόγεια: να φωτίζει, να μετατοπίζει, να δίνει μορφή σε κάτι άρρητο. Το βιβλίο γράφτηκε ακριβώς σε αυτό το σημείο συνάντησης -εκεί όπου η επαγγελματική γνώση συνομιλεί με το προσωπικό βίωμα της ανάγνωσης. Το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα της πεποίθησης μου ότι ο λόγος -είτε θεραπευτικός είτε λογοτεχνικός- έχει την κοινή αποστολή να μας βοηθήσει να "κατοικήσουμε" τον εαυτό μας με μεγαλύτερη αποδοχή.

Σε ένα από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου εστιάζετε στη σημασία της βραδείας ανάγνωσης ως πράξη αντίστασης στους σύγχρονους ρυθμούς. Θα θέλατε να εξηγήσετε στο αναγνωστικό κοινό αυτή την πράξη αντίστασης;
Ζούμε σε μια εποχή "αδηφάγας" κατανάλωσης πληροφοριών, όπου η ταχύτητα θεωρείται αρετή. Η βραδεία ανάγνωση δεν είναι τεχνική, είναι στάση. Είναι μια πράξη επανάστασης, γιατί απαιτεί το πιο πολύτιμο αγαθό μας: τον χρόνο και την προσοχή μας. Αντιστεκόμαστε στον κατακερματισμό της σκέψης που επιβάλλουν οι οθόνες. Σε έναν πολιτισμό που μας εκπαιδεύει στη γρήγορη κατανάλωση -εικόνων, πληροφοριών, ακόμη και συναισθημάτων- η επιλογή να μείνεις σε ένα κείμενο, να επιστρέψεις σε μια φράση, να αντέξεις την ασάφεια, είναι μια μορφή αντίστασης. Δεν διαβάζουμε για να "τελειώσουμε" το βιβλίο, αλλά για να επιτρέψουμε στο βιβλίο να δουλέψει μέσα μας. Αυτή η καθυστέρηση, αυτή η παύση, είναι που ανοίγει τον χώρο της εσωτερικής επεξεργασίας. Είναι η μετάβαση από το "τι έγινε μετά" στο "πώς νιώθω εγώ με αυτό που συμβαίνει".

Πώς πιστεύετε ότι η άνθηση των σύγχρονων λεσχών ανάγνωσης (από τις παραδοσιακές μέχρι τις ψηφιακές κοινότητες) επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τη θεραπευτική δύναμη της λογοτεχνίας; Αλλάζει η θεραπευτική εμπειρία όταν η ανάγνωση γίνεται συλλογική και δημόσια αντί για ατομική; Επίσης, υπάρχει κάποια διάκριση μεταξύ της λέσχης ανάγνωσης και των ομάδων ανάγνωσης;
Οι σύγχρονες λέσχες ανάγνωσης, είτε φυσικές είτε ψηφιακές, μετατοπίζουν την ανάγνωση από μια αυστηρά ιδιωτική πράξη σε μια κοινή εμπειρία. Αυτό μπορεί να ενισχύσει τη "θεραπευτική" διάσταση, γιατί η ταύτιση και η αναγνώριση δεν μένουν εσωτερικές, αλλά μοιράζονται και αποκτούν γλώσσα.
Ωστόσο, η θεραπευτική δύναμη ενισχύεται όταν η ανάγνωση γίνεται συλλογική, γιατί εκεί το ατομικό βίωμα καθρεφτίζεται στα μάτια του "Άλλου". Η ψηφιακή εποχή και το #BookTok επανέφεραν τη λογοτεχνία στο προσκήνιο, φέρνοντας νέους αναγνώστες σε επαφή με τα βιβλία και δημιουργώντας ζωντανές κοινότητες ανταλλαγής εμπειριών. Ταυτόχρονα, όμως, ενίσχυσαν την τάση για γρήγορη κατανάλωση, απλοποίηση της αναγνωστικής εμπειρίας και συχνά την υποκατάσταση της ουσιαστικής σχέσης με το κείμενο από την ανάγκη για άμεση εντύπωση και δημόσια έκφραση.
Σε ό,τι αφορά τη διάκριση, θα έλεγα ότι η λέσχη ανάγνωσης δίνει έμφαση στη συζήτηση γύρω από το κείμενο, την πλοκή, τους χαρακτήρες, τις εντυπώσεις- και στη χαρά της κοινής αναγνωστικής εμπειρίας.
Μια ομάδα ανάγνωσης δεν μένει μόνο στο "τι λέει" το βιβλίο, αλλά στρέφεται και στο "τι μου κάνει", τι συναισθήματα αισθάνομαι. Οι συμμετέχοντες χρησιμοποιούν το κείμενο ως αφορμή για να μιλήσουν πιο προσωπικά, να συνδέσουν όσα διαβάζουν με δικές τους εμπειρίες και να δώσουν νόημα σε αυτά μέσα από τον διάλογο. Έτσι, η ανάγνωση γίνεται μια πιο εσωτερική και βιωματική διαδικασία, που δεν περιορίζεται στην ανάλυση του κειμένου.
Θεωρείτε η λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει ως "χώρος θεραπείας" χωρίς να υποκαθιστά την ψυχοθεραπευτική διαδικασία;
Η λογοτεχνία δεν είναι θεραπεία με την κλινική έννοια, αλλά είναι θεραπευτική. Ενώ η ψυχοθεραπεία εστιάζει στη δουλειά με τον θεραπευτή πάνω στο προσωπικό ιστορικό, η λογοτεχνία προσφέρει τη "μεταφορική απόσταση". Μας επιτρέπει να δούμε τις δικές μας σκιές μέσα από τους χαρακτήρες ενός βιβλίου, προσφέροντας ανακούφιση και κάθαρση. Λειτουργεί ως ένας προθάλαμος αυτογνωσίας ή ως συμπληρωματικό εργαλείο που διευρύνει την ενσυναίσθηση και τη συναισθηματική μας νοημοσύνη. Η λογοτεχνία, δηλαδή, μπορεί να λειτουργήσει ως ένας ασφαλής ενδιάμεσος χώρος: ένας τόπος δοκιμής, αναγνώρισης και συμβολισμού. Δεν αντικαθιστά την ψυχοθεραπεία, γιατί δεν έχει τη δομή, το πλαίσιο και τη σχέση που αυτή προϋποθέτει. Μπορεί όμως να προετοιμάσει, να συνοδεύσει ή να εμβαθύνει μια τέτοια διαδικασία. Με άλλα λόγια, δεν θεραπεύει "αντί" κάποιου, αλλά ανοίγει δρόμους για να συμβεί η επεξεργασία.
Υπάρχουν συγκεκριμένα λογοτεχνικά είδη ή κείμενα που θεωρείτε ότι ευνοούν περισσότερο αυτή την επουλωτική εμπειρία;
Αν και είναι υποκειμενικό, η ποίηση κατέχει εξέχουσα θέση λόγω της πυκνότητας και του ρυθμού της, που μιλά απευθείας στο ασυνείδητο. Επίσης, η αυτοβιογραφική λογοτεχνία και τα μυθιστορήματα μαθητείας (Bildungsroman) βοηθούν τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τη διαδικασία της εσωτερικής μεταμόρφωσης. Ωστόσο, η θεραπευτική ιδιότητα δεν βρίσκεται στο "είδος", αλλά στην αλήθεια του κειμένου. Οποιοδήποτε κείμενο μας "ξεβολεύει" και μας αναγκάζει να αναμετρηθούμε με τις βεβαιότητές μας, μπορεί να αποβεί επουλωτικό.
Πώς πιστεύετε ότι μπορεί ο σύγχρονος αναγνώστης να αντισταθεί στην επιφανειακή κατανάλωση περιεχομένου;
Χρειάζεται να επαναφέρουμε την τελετουργία. Να ορίσουμε έναν φυσικό χώρο και χρόνο χωρίς ψηφιακούς περισπασμούς. Ίσως το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίσει ότι η ανάγνωση δεν είναι υποχρέωση ούτε επίδοση. Δεν χρειάζεται να διαβάζουμε πολλά, αλλά να διαβάζουμε με παρουσία. Να επιλέγουμε λιγότερα κείμενα, να τα αφήνουμε να μας απασχολούν, να επιστρέφουμε σε αυτά. Επίσης, να αποδεχτούμε ότι η κατανόηση δεν είναι άμεση. Η ουσιαστική ανάγνωση απαιτεί χρόνο, και αυτό σήμερα είναι μια συνειδητή επιλογή.
Τέλος, αναφέρετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να ενισχύσει τη δημοκρατική συμμετοχή. Στην πράξη, πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο;
Η δημοκρατία βασίζεται στην ικανότητα να κατανοούμε τη θέση του άλλου. Η λογοτεχνία είναι η κατεξοχήν άσκηση ενσυναίσθησης. Διαβάζοντας, μπαίνουμε στο μυαλό ανθρώπων με διαφορετικές ζωές, κουλτούρες και αξίες. Αυτή η διεύρυνση του ορίζοντα μας κάνει λιγότερο δογματικούς και πιο ανεκτικούς. Ένας πολίτης που διαβάζει, είναι ένας πολίτης που μπορεί να διακρίνει τις αποχρώσεις, να αμφισβητεί τα στερεότυπα και να αναζητά το κοινό καλό πέρα από το ατομικό συμφέρον. Η λογοτεχνία δηλαδή καλλιεργεί την ικανότητα να ακούμε άλλες φωνές και να αντέχουμε την πολλαπλότητα των οπτικών. Αυτή είναι μια βαθιά δημοκρατική δεξιότητα. Στην πράξη, αυτό μπορεί να ενισχυθεί μέσα από ανοιχτές κοινότητες ανάγνωσης, εκπαιδευτικά προγράμματα, ή ακόμη και μέσα από τη συστηματική παρουσία της λογοτεχνίας σε δημόσιους χώρους διαλόγου. Όταν μαθαίνουμε να διαβάζουμε τον "άλλον" μέσα από ένα κείμενο, γινόμαστε πιο ικανοί να τον αναγνωρίσουμε και στην πραγματική ζωή.
Στην πράξη, η λογοτεχνία μας εκπαιδεύει στον διάλογο και την κριτική σκέψη -τα θεμέλια δηλαδή κάθε υγιούς δημοκρατίας.
* Το βιβλίο Η ενσωμάτωση του θεραπευτικού λόγου στη λογοτεχνία κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κοβάλτιο.


