Πέμπτη 16 Απριλίου και η μεγάλη έκθεση του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης "Why Look At Animals?" κλείνει με μια μέρα ελεύθερης εισόδου, ξεναγήσεις, ηχητικά δρώμενα και μια περφόμανς, η οποία έκανε πραγματικά τον χώρο δικό της με τους δικούς της όρους. Ο Πάνος Σκλαβενίτης, με την ζωντανή αυτή εγκατάσταση με τίτλο "Castrametation", "επιβλήθηκε" χωρικά, όχι μόνο με τα χρωματιστά και ογκώδη κοστούμια που δημιούργησε, αλλά και με το επιτελεστικό δρώμενο που άπλωσε σε κάθε σημείο εντός και εκτός του μουσειακού χώρου.

Αν πάμε στην ετυμολογική αφετηρία της ίδιας της λέξης, ο όρος castrametation, σημαίνει την τέχνη της στρατηγικής κατασκήνωσης, της προσωρινής διαμονής και δημιουργίας καταφυγίου με σκοπό την επιβίωση και την άμυνα. Ενώ λοιπόν, ο όρος αναφέρεται σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, που ο ανθρώπινος νους τη συνδέει με διανοητικές διεργασίες -εντός ενός "πολιτισμικού" και ανθρωποκεντρικού πλαισίου- η εγκατάσταση χτυπάει ένα καμπανάκι: μας υπενθυμίζει πως η ανάγκη για επιβίωση του ανθρώπου βασίζεται σε μεθόδους που προέρχονται από τα συμπεριφοριακά μοτίβα των μη ανθρώπινων όντων. Έτσι λοιπόν, με κοστούμια γεμάτα στοιχεία που παραπέμπουν στη μη ανθρώπινη φύση και τις στρατηγικές αυτών των πλασμάτων (όπως το φώλιασμα, ή οι αγέλες), ο Σκλαβενίτης επαναφέρει την κυριαρχία αυτών των μεθόδων σε ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως ο τρόπος οργάνωση της πόλης, της κοινωνίας ή και η παραγωγή της ίδιας της τέχνης.

Η εγκατάσταση- περφόμανς, ξεκινούσε από το ισόγειο, και εξαπλωνόταν στον πρώτο και τον τελευταίο όροφο του ΕΜΣΤ, δημιουργώντας μια συνεχή -και αιφνιδιαστική συχνά- αλληλεπίδραση με το κοινό. Οι αυθόρμητες συλλογικές κινήσεις των μορφών στο ισόγειο, τα επιβλητικά περάσματα που δημιουργούσαν ανάμεσα στο κοινό, οι φιγούρες με τα έντονα χρώματα και τα λέπια που περιπλανιούνταν σε όλο το κτίριο αναμειγνύοντας το μη ανθρώπινο με το ανθρώπινο σχεδόν καταναγκαστικά αλλά και φυσικά, οι γουρουνόμορφες φιγούρες που πετούσαν βίαια κεφάλια όμοια -αλλά σίγουρα με όψη λιγότερη χαριτωμένη- με τα δικά τους στο δάπεδο σε μια ασταμάτητη, μηχανική και εφιαλτική επανάληψη μέχρι να τα φθείρουν πλήρως, και η δυστοπική μορφή με το δρεπάνι στον τελευταίο όροφο, δημιουργούσαν ένα περιβάλλον από το οποίο νιώθεις πως δεν μπορείς να ξεφύγεις, και το οποίο συνειδητοποιείς ότι ο ίδιος μπορεί να χτίζεις και στην πραγματική ζωή, εκτός των ορίων του μουσείου.
Η περφόμανς, η οποία διήρκησε λίγο λιγότερο από δύο ώρες, κράτησε τον λατρευτικό και δοξαστικό χαρακτήρα της μέχρι το τέλος, δίνοντας τη μεγαλοπρεπή αίσθηση των τελετουργιών. Ο Σκλαβενίτης και η ομάδα του δε δίστασαν να βγουν εκτός του μουσείου φέρνοντας την τέχνη τους μέσα στον αστικό ιστό και την πραγματική ζωή, κάνοντας μια κυκλική "περιφορά", και πετυχαίνοντας να κάνουν ανθρώπους εκτός του κοινού, να σταματήσουν, να ρωτήσουν και να ενδιαφερθούν για το εγχείρημα, πετυχαίνοντας δηλαδή μια ακόμη πιο καθολική και ειλικρινή αντίδραση στη δράση τους, στοχεύοντας σε ένα κοινό που σε άλλη περίπτωση δύσκολα θα ενδιαφερόταν για την παρακολούθηση της περφόμανς.

Η περφόμανς έκλεισε με την επιστροφή και συγκέντρωση όλων των μορφών στο ισόγειο, σε ένα αποκορύφωμα και συνονθύλευμα διάσπαρτων κινήσεων που δημιουργούσαν ένα χάος, σπάζοντας πλέον ολοκληρωτικά τα όρια της σχέσης του κοινού με την περφόμανς, σωματικά και συναισθηματικά. Στο τέλος, η ομάδα αφαίρεσε τα κοστούμια και τις μάσκες αποκαλύπτωντας τα πρόσωπά τους και γυρνώντας στην...ανθρώπινη ιδιότητά τους.

