Ένα από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι η έντονη στροφή προς την κοινωνική αυτοβιογραφία, εκεί που λογοτεχνία και αυτοβιογραφία συναντώνται παράγοντας εκδοτικά έργα (και) με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα.
Από τα πιο πρόσφατα χαρακτηριστικά παραδείγματα, είναι η επιτυχία του Έντουαρντ Λουί, ο οποίος έχει παραδώσει στο κοινό βιβλία με θέματα, όπως η κοινωνική τάξη, η ομοφοβία και ο ρατσισμός, αντλώντας έμπνευση από προσωπικά βιώματα στον οικογενειακό του κύκλο. Πριν από τον γάλλο Λουί, που έχει αναδειχθεί σε αγαπημένο της νέας γενιάς στην Ελλάδα, η συμπατριώτισά του και πλέον νομπελίστρια Ανρί Ενρό, είχε εισάγει με τα έργα της τον όρο "συλλογική αυτοβιογραφία", όρος που περιγράφει έργα, όπου η αυτοβιογραφία μπλέκει με τη μυθοπλασία, κάνοντας παράλληλα ένα πέρασμα από κοινωνιολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Φυσικά, πριν την Ενρό, υπήρξαν και άλλοι συγγραφείς που κινήθηκαν σε αντίστοιχα νερά (εντελώς ενδεικτικά Τζέιμς Μπόλντουιν), αλλά ο διάλογος αυτός έχει γίνει εντονότερος και πιο επίκαιρος στις μέρες μας.
Μια τέτοια εκδοχή στα ελληνικά γράμματα, φαίνεται πως είναι και το βιβλίο Ο πατέρας μου, η πόλη μου και τα τριάντα μου δια χειρός του Qabel. Το "φαίνεται" δεν είναι τυχαία τοποθετημένο στην προηγούμενη πρόταση. Ο Qabel είναι συγγραφέας χωρίς διαδικτυακά ίχνη στα social media και με απουσία βιογραφικού στο βιβλίο του. Αν μη τι άλλο εντυπωσιακό (τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον εκδοτικό οίκο του), εν έτη 2026, που επαγγελματίες (όχι μόνο των εκδόσεων) χτίζουν το κοινό του μέσα από τη δημόσια εικόνα τους, να έχουμε να κάνουμε με μια πλήρη ανωνυμία και απουσία πραγματικής ταυτότητας. Πέρα από το έργο του Qabel, αυτό το βιβλίο, δεν γνωρίζουμε απολύτως τίποτα γι’ αυτόν.
Ως εκ τούτου, έστω και με επιφύλαξη, μπορούμε να τοποθετήσουμε το βιβλίο του εντός της παράδοσης της κοινωνικής αυτοβιογραφίας. Όπως δηλώνει και ο τίτλος, το έργο οργανώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες:
- τη σχέση με τον πατέρα
- τη σχέση με την πόλη
- τη μεταβατική ηλικία των τριάντα.
Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, κάτι που ταυτίζει μοιραία ήρωα-συγγραφέα, ο Qabel – με όνομα που παραπέμπει σε γάλλο ή αραβικής καταγωγής συγγραφέα- παρουσιάζει τα βιώματα του, αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς. Όχι τυχαία, άλλωστε, σε αρκετά σημεία ο συγγραφέας επιλέγει την χρήση του πρώτου πληθυντικού, δίνοντας συλλογική διάσταση στο βίωμα και μετατρέποντας την εμπειρία του καθρέφτη ενός συνολικού "εμείς".
Στη λογοτεχνία του Qabel αναδύονται ιστορίες της νεότερης γενιάς, ένα από μόνο του ενδιαφέρον στοιχείο. Και αν ο Βιντσέντζο Λατρόνικο μιλά για τη γενιά των σημερινών 40άρηδων, ο Qabel περιγράφει με ένα πλέγμα ιστοριών και καθημερινών στιγμών τη συνθήκη που βιώνουν οι σημερινοί 30άρηδες.
Οι χαρακτήρες του βιβλίου κινούνται συχνά κοντά στο στερεότυπο -οι συγχωριανοί που λειτουργούν με γνώμονα το ατομικό συμφέρον, η συγκαταβατική μητέρα- χωρίς όμως να χάνεται η λειτουργικότητά τους μέσα στο αφηγηματικό σύνολο. Την ίδια στιγμή, τα 30 σηματοδοτούν το τέλος μιας εποχής, αλλά και ένα νέο κεφάλαιο, μια κομβική στιγμή στη ζωή του ήρωα, ο οποίος εμφανίζεται να ακροβατεί ανάμεσα στην αβεβαιότητα και την προσδοκία.
Υπαρξιακά αδιέξοδα, αίσθημα ανηδονίας που απορρέει από την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, όλα αυτά που έκαναν το εκδοτικό φαινόμενο του καλοκαιριού που μας πέρασε τηνΤελειότητα επανέρχονται δοσμένα μέσα από ένα πλέγμα ιστοριών γύρω από δύσκολες φιλίες, κοινωνικές επιταγές, οικογενιακά τραύματα και οπισθοχωρήσεις με φόντο μια άγνωστη παραθαλάσσια περιοχή στην Ελλάδα.
Λιγότερο πολιτικός από τον Λατρόνικο, ο Qabel παραδίδει τα παραπάνω στους αναγνώστες μέσω μιας αφήγησης που ρέει, χωρίς να έχει πραγματικά κάποιο σπουδαίο γεγονός που να χτίζεται γύρω απ' αυτό το βιβλίο του.
Η ανάγνωση, άλλωστε, δεν είναι και δεν ήταν ποτέ μια μονοσήμαντη διαδικασία. Ο λόγος του/της συγγραφέα λειτουργεί στο αναγνωστικό κοινό ως ερέθισμα, που ανακαλεί μνήμες, ενεργοποιεί προσωπικά βιώματα και καλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με τις δικές του εμπειρίες. Και τελικά, ίσως, να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε αυτό το συλλογικό "εμείς". Το εάν ο Qabel καταφέρνει, παρά το γεγονός ότι εκφράζει τις σκέψεις μιας ολόκληρης γενιάς και χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο κάποιες φορές, να σπάσει το ατομικό, κρατάω επιφυλάξεις. Το βιβλίο φέρνει σε ημερολογιακή καταγραφή, κάτι που ίσως σε κάποια σημεία κουράζει αναγνωστικά. Σίγουρα, πάντως, Ο Qabel εκπλήσσει θετικά με το πρώτο λογοτεχνικό του στίγμα.



