Κάπου θα πήρε το μάτι σου πως μόλις λίγα 24ωρα πριν και στο De Kromhouthal του Άμστερνταμ, ο θεσμός των 50 Best Bars ανακοίνωσε την πρώτη ευρωπαϊκή λίστα του. Στα Europe's 50 Best Bars 2026 λοιπόν και στις δύο πρώτες θέσεις αυτών ξεχωρίζουν δύο αθηναϊκά μπαρ (Line και The Bar in Front of the Bar) ενώ τρία ακόμη (Barro Negro, Baba Au Rum, The Clumsies) παίζουν στην ιερή ευ πίνειν 50άδα της Γηραιάς Ηπείρου, στην οποία μάλιστα συναντάται και ένα ακόμη γαλανόλευκο μπαρ, ο Γορίλας του Αχιλλέα Πλακίδα από τη Θεσσαλονίκη.


Οι βραβεύσεις όμως και η παρουσία σε σημαντικές λίστες (ευρωπαϊκές και παγκόσμιες) είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Το Line και τα όσα πέτυχε, η διαρκής παρουσία των The Clumsies και Baba Au Rum στο global πρόσκήνιο εδώ και χρόνια αλλά και η δυναμική των The Bar in Front of the Bar και Barro Negro -συν και κάποια άλλα αξιόλογα μέρη όπως το Avra του Four Seasons που η απουσία του από τα Europe's 50 Best Bars με σόκαρε, ομολογώ- πρέπει να θεωρούνται επιβεβαίωση μιας πορείας που εξελίσσεται για τουλάχιστον μια δεκαετία και, προφανώς, όλο αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός πως κάποιοι φτιάχνουν ωραία ποτά.

Αρκετοί δε γνωρίζουν -ανάμεσά τους και η Πολιτεία, ας μην κρυβόμαστε, που δεν έχει πάρει χαμπάρι πως το σύμπαν των μπαρ και τα ελληνικά spirits μπορούν ακόμη και να γίνουν δυνητικά πολύ δυνατό χαρτί του ευρύτερου τουριστικού προϊόντος- πως πίσω από την επιτυχία που δημιουργεί τίτλους σε περιοδικά, εφημερίδες και sites υπάρχει μια συνολική φιλοσοφία που χαρακτηρίζει τα καλύτερα μπαρ της Αθήνας και της χώρας μας.
Δημιουργικότητα, έρευνα, βιωσιμότητα, αξιοποίηση τοπικών πρώτων υλών και στενή σύνδεση με τη γαστρονομία συνθέτουν μια νέα εμπειρία φιλοξενίας, που ξεπερνά τα όρια ενός κλασικού cocktail bar και αγγίζει ακόμη και το σύνολο των συγκινήσεων που σερβίρει η ίδια η πρωτεύουσα στον επισκέπτη. Την ίδια στιγμή, τα ίδια αυτά μέρη (και οι ανθρώποι τους) διατηρούν στενή τη σχέση τους με το local κοινό, με τρόπο οργανικό και άμεσο - αυτός δεν είναι άλλωστε ο σκοπός των μπαρ;


Η Αθήνα έχει καταφέρει να διαμορφώσει μια ξεχωριστή ταυτότητα, η οποία επηρεάζει τη διεθνή σκηνή της μιξολογίας και προσελκύει ενδιαφέρον από κάθε γωνιά του μάταιου τούτου κόσμου. Αν και το Λονδίνο εξακολουθεί να διαθέτει τα περισσότερα μπαρ στην ευρωπαϊκή κατάταξη, η πόλη μας -ας μην κρυβόμαστε- είναι εκείνη που σήμερα καθορίζει τις τάσεις και θέτει τα νέα ποιοτικά πρότυπα, αποδεικνύοντας ότι αποτελεί το νέο επίκεντρο της ευρωπαϊκής cocktail κουλτούρας.
Πώς φτάσαμε έως εδώ
Αρχικά, όποιον σημαντικό άνθρωπο από το χώρο του ποτού από το εξωτερικό κι αν ρωτήσεις, θα σου πει το ίδιο πράγμα: εγγύτητα. Το γεγονός ότι σε walking distance, κυρίως στο κέντρο της Αθήνας (αλλά και σε γειτονιές, όπως ας πούμε το Χαλάνδρι), συναντάς πολλά αξιόλογα μπαρ, είναι κάτι μοναδικό και σπάνιο, ειδικά σε σχέση με άλλες "μητροπόλεις" του κλάδου.

Και όπως λέει και η δημοφιλής άποψη, είναι πάντοτε καλό να έχεις επιλογές. Σε λίγα λεπτά, για παράδειγμα, μπορείς να βρεθείς περπάτώντας σε μερικά από τα κορυφαία μπαρ της οικουμένης. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν συναντάς πια και στις γειτονιές της πρωτεύουσας πολλά ακόμη αξιόλογα μαγαζιά (ας μην επεκταθούμε καλύτερα σε περαιτέρω ονόματα γιατί πολύ πιθανόν να αδικήσουμε κάποια), τα οποία διαθέτουν ψυχή και προσωπικότητα, αλλά γνωρίζουν ακόμη πώς να είναι φιλόξενα.


Παράλληλα και συμπληρωματικά με αυτό, λειτουργεί η αλληλεπίδραση με guru του είδους από κάθε γωνιά της Γης. Άτομα καταρτισμένα, ανοιχτόμυαλα και καταξιωμένα, που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να συζητήσουν και να ανταλλάξουν ιδέες. Η ιστορία πλέον, πάντως, γράφει ότι οι περισσότεροι εξ αυτών φεύγουν εντυπωσιασμένοι από το επίπεδο, ειδικά τα τελευταία χρόνια, αποτελώντας τον καλύτερο πρέσβη του κλάδου στη διεθνή σκηνή.
Κάτι που, με τη σειρά του, οδηγεί σε κάτι πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα, αν τουλάχιστον το σκεφτόσουν λίγα χρόνια πριν: Να έρχονται ακόμη και τουρίστες στην Αθήνα αποκλειστικά για τα μπαρ της. Και αυτό δεν είναι κάτι που έβγαλα από το μυαλό μου, αλλά πραγματικό γεγονός.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι (πλέον) ο επαγγελματισμός. Αν μέχρι 10-15 χρόνια πριν ρωτούσες κάποιον τι δουλειά κάνει και σου έλεγε ότι είναι bartender ή ιδιοκτήτης μπαρ, ενδεχομένως να συνέχιζες την κουβέντα με μια επερώτηση του στυλ "οk, και η κανονική σου δουλειά ποια είναι;". Αυτό είναι κάτι που έχει διαφοροποιηθεί σε τεράστιο βαθμό, κυρίως λόγω της σωστής και διαφορετικής προσέγγισης των ίδιων των ανθρώπων του χώρου. Υπάρχει πλέον γνώση και συνεχής εκπαίδευση, απόλυτος σεβασμός στον επισκέπτη και γενικότερα μια γκάμα υπηρεσιών που παλαιότερα ίσως και να μην υπήρχε – τουλάχιστον όχι στο βαθμό που συναντάται σήμερα.
Αυτό μπορεί να μεταφραστεί από ταξίδια στο εξωτερικό και νέα προϊόντα που συστήθηκαν καλύτερα μέχρι συμμετοχές σε διαγωνισμούς και εκθέσεις ή φεστιβάλ που αντιμετωπίζουν με τον ορθό τρόπο το αντικείμενο, όπως το Athens Bar Show ή το Athens Cocktail Festival.


Κάτι που μέχρι πρότινος ήταν παντελώς άγνωστο στους επαγγελματίες της εστίασης γενικά στην Ελλάδα, το concept, έγινε πια κανόνας. Και μη νομίσεις πως η συμβολή του τελευταίου είναι αμελητέα. Το concept μπορεί να είναι αυτό που σου δίνει ταυτότητα, σε οριοθετεί, σου επιτρέπει να είσαι δημιουργικός και να μην ξεφεύγεις, σε κατευθύνει χωρίς να χρειάζεται να καταφύγεις σε υπερβολές.
Όλα τα παραπάνω ασφαλώς και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, ώστε να γεννηθούν ωραίες και απροσποίητα cool ιδέες και να ανέβει σημαντικά ο πήχης. Ευτυχώς, για όλους μας, πολλές από αυτές τις ιδέες μετουσιώθηκαν σε πράξεις. Έτσι, τα απρόσωπα, μαζικά μαγαζιά –και κακά τα ψέμματα, οι ψωνισμένοι bartenders του παρελθόντος– έχουν παραδώσει τη σκυτάλη σε χώρους πιο οικείους και ενδιαφέροντες και ανθρώπους που βάζουν τον εαυτό τους στη θέση του πελάτη και σκέφτονται πώς οι ίδιοι θα ήθελαν να εξυπηρετηθούν ως αντίστοιχοι πελάτες σε μαγαζιά.

Τέλος, ένας ακόμη λόγος ίσως και να είναι, σε μικρότερο βαθμό, η εκπαίδευση και του ίδιου του κοινού: ο κατεξοχήν social drinker Έλληνας των περασμένων γενιών προσαρμόστηκε στο πνεύμα της εποχής, γνώρισε νέα brands και ποτά διαφορετικού είδους από αυτά που συνήθιζε να πίνει (και για διαφορετικό σκοπό είναι η αλήθεια παλαιότερα) και τα αγάπησε. Το κοινό –όχι στο σύνολό του, αλλά κατά πολύ μεγάλο μέρος– άκουσε, έμαθε και εν τέλει εκτίμησε την κουλτούρα του ποτού στη χώρα μας.
Ακολούθησε το Αθηνόραμα στο Facebook, Tik Tok και το Instagram.



