Ελίνα Γιουνανλή
Η παράσταση που υπογράφει ο Νίκος Καραθάνος (σε διασκευή του Γιάννη Αποσκίτη) δεν επιχειρεί να αντιγράψει τη γνωστή ταινία αλλά ούτε και να την αποδομήσει επιδεικτικά. Στέκεται με τρυφερότητα, χιούμορ και βαθιά επίγνωση απέναντι στον μύθο της, μετατρέποντας μια οικεία ιστορία σε μια παράσταση που μοιάζει ταυτόχρονα με ανάμνηση και σχόλιο πάνω στη συλλογική μας νοσταλγία. Η σκηνοθεσία κινείται σε δύο επίπεδα και, μάλιστα, καταθέτει για το καθένα μια πολυεπίπεδη ανάγνωση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ταινία, όχι ως υπόθεση αλλά ως δείγμα ενός κινηματογραφικού είδους και μιας ολόκληρης κληρονομιάς, ως μνήμη μιας εποχής και κομμάτι του ίδιου του συλλογικού μας ασυνείδητου.

Ο Καραθάνος αποτίει φόρο τιμής σε αυτό το σύμπαν χωρίς ίχνος εξωραϊσμού ή στείρας μίμησης. Η παράσταση χρησιμοποιεί δικούς της κώδικες, οι οποίοι εναλλάσσονται αδιάκοπα: η δράση μοιάζει να αναδύεται σαν από όνειρο και να "μοντάρεται" ζωντανά μπροστά στα μάτια μας, άλλοτε αποκαλύπτοντας τη θεατρική της κατασκευή, άλλοτε περιπαίζοντας τους κινηματογραφικούς κώδικες του τότε και άλλοτε βυθιζόμενη στην ψευδαίσθηση της κινηματογραφικής πιστότητας.
Εξίσου με την πλοκή, αν όχι περισσότερο, η παράσταση ενδιαφέρεται για το ίδιο το "οικοδόμημα" της Finos Film και κυρίως για τις εμβληματικές φυσιογνωμίες, τους ταλαντούχους και κυρίως ιδιοσυγκρασιακούς ηθοποιούς που το συγκρότησαν. Οι μορφές των ηθοποιών –με κυρίαρχη εκείνη του Διονύση Παπαγιαννόπουλου– επιστρέφουν όχι μόνο μέσα από τις φωτογραφίες του σκηνικού, αλλά και μέσα από μάσκες, λειτουργώντας σχεδόν φασματικά, ενισχύοντας τη βαθιά ονειρική και εξωπραγματική διάσταση της παράστασης.

Παράλληλα, υπάρχει το ίδιο το story: μια ιστορία έρωτα με φόντο τη διαχρονική Ελλάδα του ρουσφετιού, των πολιτικών παιχνιδιών, του συμφέροντος. Ο Καραθάνος προσεγγίζει αυτή την Ελλάδα με κριτική ματιά αλλά και εμφανή τρυφερότητα. Χωρίς διδακτισμό, ηθικολογία ή εύκολη επικαιροποίηση, φωτίζει τόσο τον κωμικό χαρακτήρα της ιστορίας όσο και την πίκρα –ακόμη και τη δραματικότητα– που υποβόσκει κάτω από αυτόν.
Οι ηθοποιοί υπηρετούν ιδανικά αυτή τη συνομιλία ανάμεσα στο τότε και το τώρα· κανείς δεν αντιγράφει τους ηθοποιούς της ταινίας, οι περισσότεροι όμως φέρουν κάτι από το στίγμα της ερμηνείας τους. Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη στο ρόλο της Τζένης έχει το τσαγανό και το ταμπεραμέντο της Καρέζη, πάνω στην οποία χτίστηκε ο ρόλος, ο Χρήστος Λούλης αποδίδει απολαυστικά τη γοητεία και την αφέλεια του Μαντά/Μπάρκουλη, ο ΄Αγγελος Παπαδημητρίου, σε μια ευφυή σκηνοθετική επιλογή, ερμηνεύει τη στοργική Ματίνα της Ζαφειρίου, ενώ ίδιος ο Καραθάνος στο ρόλο του Σκούταρη συνομιλεί υπέροχα με τη μνήμη του Παπαγιαννόπουλου.

Συνολικά, οι ηθοποιοί είναι απολαυστικοί: Χάρις Αλεξίου, Κώστας Μπερικόπουλος, Ιωάννα Μαυρέα, Γιάννης Κότσιφας, ενώ η Ζέτα Μακρυπούλια μοιάζει σαν να έχει βγει απευθείας από τη φινέτσα των 60s. Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη δεν επιχειρεί να αποκρύψει τη θεατρική του ψευδαίσθηση: συνομιλεί με τον κινηματογράφο, την ασπρόμαυρη τηλεόραση και με χαρακτηριστικά σκηνικά στοιχεία της εποχής και της ταινίας (όπως το τυπικό αιγαιοπελαγίτικο εκκλησάκι, που από ένα σημείο και ύστερα γίνεται επίκεντρο της δράσης), ενώ η μουσική του ΄Αγγελου Τριανταφύλλου, με ήχους που συνομιλούν πότε με το σήμερα και πότε με τα λαϊκά ακούσματα της εποχής, πυκνώνει την ατμόσφαιρα και οδηγεί στο κορυφαίο φινάλε.
Περισσότερες πληροφορίες
Τζένη Τζένη
Μια μουσικοθεατρική παράσταση-γιορτή για την Ελλάδα που χάσαμε, σε διασκευή Γιάννη Αποσκίτη. «Ένα ηλιόλουστο ρέκβιεμ» που μετατρέπει την κινηματογραφική μνήμη της κλασικής ταινίας της Φίνος Φιλμ σε ποιητική σκηνική εμπειρία. Με νοσταλγία για την χαμένη αυτή αφέλεια των καλοκαιρινών βραδιών, και με ένα θίασο “σκιών”, φαντασμάτων των ηρώων της κλασικής ταινίας, στήνει ένα καλοκαιρινό, ηλιόλουστο ρέκβιεμ, έναν θρήνο για το τέλος αυτής της εποχής και συνάμα μια γιορτή για την αθανασία που της χάρισε η ασημένια οθόνη. Μέσα σε αυτό το γιορτινό και πένθιμο κλίμα, οι ηθοποιοί του θιάσου αναζητούν αυτές τις θεϊκές μορφές που συνόδεψαν τα κυριακάτικα τραπέζια των παιδικών τους χρόνων, σε μια Ελλάδα που να καταδύεται καθημερινά στο πέλαγος των αναμνήσεων της, αναζητώντας τον εαυτό της, ξανά και ξανά.