Μια τρυφερή εκκεντρικότητα σκάρωσε ο γνωστός σκηνοθέτης και ηθοποιός, ανασταίνοντας το περίφημο δραματικό ειδύλλιο του 1893 σε μια παράσταση συνόλου, συγκινητική, ποιητική όσο και σουρεαλιστική αλλά και… απελπισμένα ελληνική

Πώς ανεβάζει κάποιος, χωρίς να το παρωδεί, ένα βουκολικό δράμα που ξεκινά με τη φράση «Καλώς τήνε την πέρδικα, πο’ καμα μαύρα μάτια ως να τη δω» και τελειώνει με το «έχετε γεια ψηλά βουνά και λόγγοι και λαγκάδια και κάμποι και ξεχειμαδιά και σεις έρμα μαντριά μου»; Πώς εμφανίζει τους ηθοποιούς ως φουστανελάτους λεβέντηδες χωρίς να γίνει γραφικός; Πώς εντέλει σκηνοθετεί την «Γκόλφω» του 19ου αιώνα τον 21ο αιώνα χωρίς να την «κοροϊδεύει», αλλά συμπαρασύροντας ηθοποιούς και θεατές στη συγκίνηση, στο βαθύ αίσθημα, στην ξεχασμένη της ντοπιολαλιά και στις μνήμες που κουβαλά; Ο Νίκος Καραθάνος μοιάζει να απάντησε «τρυφερά κι εκκεντρικά».
Γιατί η παράστασή του έχει ψυχή και τρέλα, ποίηση και σουρεαλισμό. Προπάντων όμως έχει μια αδιαπραγμάτευτη αγάπη για ό,τι σήμερα σημαίνουν «ζωντανό θέατρο» και «πατρίδα». Γιατί πατρίδα μας είναι ο δεκαπεντασύλλαβος της δημοτικής ποίησης στον οποίο είναι γραμμένη η «Γκόλφω» κι έτσι όπως ακούγεται σήμερα φαντάζει σαν ξόρκι αποτροπαϊκό για ό,τι… ξενικό μας φορέθηκε ως μόδα και ως ανάγκη. Πατρίδα μας όμως είναι και η θλιβερή συνειδητοποίηση πως ο Τάσος προδίδει την Γκόλφω για… τα λεφτά. Αχ, αυτό το καταραμένο ελληνικό σαράκι! Με το παθιάρικο φιλί των πρεσβύτερων του θιάσου Γιάννη Βογιατζή και Αλίκης Αλεξανδράκη (πόσο αληθινοί και συγκινητικοί) ξεκινά η παράσταση, υπενθυμίζοντάς μας πως ο έρωτας δεν έχει ηλικία. το ίδιο όμως και η «Γκόλφω». Έτσι αγέραστη και γεμάτη πάθος τη θέλει ο σκηνοθέτης, μια μαύρη –κατάμαυρη– και βουκολική εκδοχή του σαιξπηρικού «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», βουτηγμένη στην γκροτέσκο μελαγχολία ή και στο σκοτάδι μέσα στο οποίο την έγραψε ο –τυφλός– Σπυρίδων Περεσιάδης.
Η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου εικονοποιεί αγέρωχα την παράσταση, σε μία από τις τολμηρότερες σε επίπεδο ύφους, τεχνοτροπίας και φόρμας σκηνογραφικές-ενδυματολογικές προτάσεις που έχουμε δει. Μαύρες φουστανέλες φορούν οι ηθοποιοί και μαύρα υπερμεγέθη πουφ είναι το σκηνικό τους. Πάνω σε αυτά σκαρφαλώνουν και χορεύουν τα αποδομημένα τσάμικα και τους αμανέδες που συνέθεσε με νεανική τόλμη ο Άγγελος Τριανταφύλλου. έξοχη είναι και η επιμέλεια κίνησης της Αμάλια Μπένετ. Αυτά τα πουφ, φωτισμένα από τον Λευτέρη Παυλόπουλο με τρόπο λυρικό και απόκοσμο, μεταμορφώνονται σε λόγγους και βουνά, για να φανεί κάποια στιγμή στο βάθος της σκηνής, με υπόκρουση ένα ηπειρώτικο μοιρολόι, ένας ζωγραφικός ορίζοντας γεμάτος φωτοσκιάσεις. Και από κει να προβάλει μόνο για μία στιγμή ένα ηλιοβασίλεμα που –το ξέρεις καλά– δεν μπορεί παρά να είναι ελληνικό, βγαλμένο από τις βυζαντινές αγιογραφίες, τους πίνακες του Γύζη και του Λύτρα.
Με κορυφαία στιγμή το διονυσιακής υφής «μαύρο γλέντι» του θιάσου, όταν όλοι περιδινούνται χορεύοντας παράφορα στη σκηνή, με μπροστάρη τον έξοχο Άγγελο Παπαδημητρίου ως... αρχιτσέλιγκα, η παράσταση είχε πολλές αξέχαστες σκηνές: κένταυροι θα ’ρθουν να παρηγορήσουν στην αγκαλιά τους την Γκόλφω μετά την προδοσία, ντυμένη σαν… αρκούδα θα προβάλει η Σταυρούλα (εξαιρετικά ερμηνευμένη, στην κόψη του γελοίου και του τραγικού, από τη Μαρία Διακοπαναγιώτου), κι αισιόδοξα θα κλείσει το δράμα τούτο με το τρεχαλητό του Γιάννη Βογιατζή. Σύσσωμος ο θίασος θα δώσει σπουδαίες ερμηνευτικές στιγμές, από τον Χάρη Φραγκούλη με το φλογερό ταμπεραμέντο μέχρι τη λυρικότατη Εύη Σαουλίδου και τη Χριστίνα Μαξούρη με την εξαίσια φωνή και από τον Μιχάλη Σαράντη μέχρι τον Γιάννη Κότσιφα και τον Γιώργο Μπινιάρη (με τις φοβερές αποφθεγματικές ατάκες του).
Η παράσταση κάπου υστερεί σε ζητήματα δομής και πύκνωσης, η δική μου βασική ένσταση είναι όμως μόνο μία: ο σκηνοθέτης μοίρασε τους ρόλους του Τάσου και της Γκόλφως σε τρεις γενιές ηθοποιών, στο νέο ζευγάρι, στους μεσήλικους και τους ηλικιωμένους. Το εύρημα αυτό, γνωστό στο θέατρο, ενέχει εδώ μόνο θεωρητικό ενδιαφέρον. Κατά τη γνώμη μου, η ενδιάμεση «ηλικία» δεν χρειαζόταν έστω κι αν ερμηνεύτηκε με γνώση από τους Νίκο Καραθάνο και Λυδία Φωτοπούλου. ο Τάσος και η Γκόλφω δεν ζουν ποτέ αυτήν τη μεταβατική ηλικία. Πεθαίνουν πάνω στον ανθό της νιότης τους. Ενδιάμεσο στάδιο ωριμότητας δεν ζουν. Και ακριβώς εδώ έγκειται η τραγωδία τους, εδώ και η δική μας κάθαρση.
ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ REX-ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ» Πανεπιστημίου 48, 2103305074. Διάρκεια: 90
Περισσότερες πληροφορίες
Γκόλφω
Τρεις γενιές ηθοποιών συναντιούνται επί σκηνής σε μια σύγχρονη εκδοχή του γνωστού βουκολικού δραματικού ειδυλλίου του 19ου αιώνα.