©️Δημήτρης Λούτσιος
Η Λευκωσία είναι μια πόλη που ενσαρκώνει όσο λίγες τον όρο "ζώσα ιστορία". Η μόνη σήμερα διχοτομημένη πρωτεύουσα της Ευρώπης, ένα πραγματικό σταυροδρόμι πολιτισμών και επιρροών (βυζαντινών, ενετικών, οθωμανικών, βρετανικών), κουβαλά ακόμη τα ίχνη της τουρκικής εισβολής του 1974. Μια πόλη με ανοιχτές πληγές και ταυτόχρονα με διαρκή κίνηση, φανερώνει σε κάθε γωνιά της τη συνύπαρξη (αλλά και τη σύγκρουση) Δύσης και Ανατολής, μοντέρνου και παράδοσης, συνθέτοντας ένα μοναδικό πολιτισμικό τοπίο.

Σε αυτό το περιβάλλον δρα εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, η παραγωγή του οποίου θα κλείσει το φετινό προγραμματισμό του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου. Συγκεκριμένα, στις 28 και 29 Αυγούστου θα παρουσιαστεί στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου ο "΄Ίων" του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου, με κεντρικές ερμηνείες της Στέλλας Φυρογένη, του Νεοκλή Νεοκλέους και του -κατόχου του βραβείου Χορν- Γιάννη Τσουμαράκη. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα στο αμφιθέατρο Μακάριος Γ΄ της Σχολής Τυφλών στη Λευκωσία στις 16-18 Ιουλίου, και το "α" ήταν εκεί.

Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου
Ο ΘΟΚ μετράει ιστορία μεγαλύτερη των 55 χρόνων, από το 1970, χρονιά κατά την οποία ψηφίστηκε η ίδρυση του. Το 1971 πραγματοποίησε την πρώτη του παράσταση, ενώ πρώτος του διευθυντής υπήρξε ο Νίκος Χατζίσκος. Σήμερα, πρόεδρος του ΔΣ είναι ο Παντελής Βουτουρής και Διευθύντρια (που εκτελεί και χρέη Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης) η Μαρίνα Μαλένη.
Ανά τα χρόνια, με τον ΘΟΚ συνεργάστηκαν σημαντικοί σκηνοθέτες (Σωκράτης Καραντινός, Νίκος Χαραλάμπους, Βλαδίμηρος Καυκαρίδης, Μιχάλης Κακογιάννης, Διαγόρας Χρονόπουλος κ.ά.), και ηθοποιοί όπως οι Δέσποινα Μπεμπεδέλη, Ειρήνη Παππά, Τζένη Γαϊτανοπούλου, Αννίτα Σαντοριναίου. Εδρεύει στη Λευκωσία, ενώ το 2012 απέκτησε μόνιμη στέγη, σε ένα εντυπωσιακό σύγχρονο κτήριο, που στεγάζει την κεντρική και τη νέα σκηνή του, χωρητικότητας περίπου 500 και 200 θέσεων, αντίστοιχα.

Οι "Ικέτιδες" του Ευριπίδη ήταν η πρώτη παράταση του ΘΟΚ που παίχτηκε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, σε σκηνοθεσία του Νίκου Χαραλάμπους - παράσταση που πλέον θεωρείται ιστορική. Πρόκειται για παραγωγή του 1978, η οποία παρουσιάστηκε σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κρήτη το 1979 και στην Επίδαυρο το 1980 (και αργότερα έφτασε ως τη Σοβιετική Ένωση και τις ΗΠΑ), αφήνοντας εποχή για τη σύνδεση που πραγματοποίησε μεταξύ της ευριπίδειας τραγωδίας και τη -νωπή ακόμη- τουρκική εισβολή του 1974.
΄Έκτοτε ο ΘΟΚ είχε κάθε καλοκαίρι μία θέση στο πρόγραμμα των Επιδαυρίων, έως το 2012. Το 2017 πραγματοποίησε μία ακόμη εμφάνιση που έκανε αίσθηση, με τους "Πέρσες", που σκηνοθέτησε ο ΄Άρης Μπινιάρης. Ακολούθησαν, δύο συμπαραγωγές (το 2019 με το Εθνικό Θέατρο και τις "Ικέτιδες" και το 2025 με το ΚΘΒΕ και το "ζ-η-θ, ο Ξένος") και τώρα επιστρέφει στην αργολική ορχήστρα, αυτή τη φορά με αποκλειστικά δική του παραγωγή.

Ο "΄Ίων" του Ευριπίδη
Πρόκειται για ένα από τα αινιγματικά και αμφίρροπα έργα του αρχαίου δράματος, καθώς δεν αποτελεί "καθαρή" τραγωδία, αλλά κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ τραγικού και κωμικού, μύθου και πραγματικότητας, μυστικισμού και σκεπτικισμού. Στο επίκεντρο βρίσκεται το ζήτημα της ταυτότητας και του ανήκειν, όπως ενσαρκώνεται στην ιστορία του νεαρού Ίωνα, ο οποίος μεγαλώνει στο μαντείο του Απόλλωνα, υπό την προστασία της Πυθίας, χωρίς να γνωρίζει ποια είναι η καταγωγή του.
Η δράση διαδραματίζεται στους Δελφούς, ένα "κατώφλι" ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο, όπου θα καταφτάσουν η Κρέουσα και ο Ξούθος, ζητώντας χρησμό από τον Απόλλωνα, εξαιτίας της αδυναμίας τους να αποκτήσουν παιδιά. Μέσα από συγκρούσεις, αποκαλύψεις, θεϊκές παρεμβάσεις, ανθρώπινα σχέδια που δεν ευοδώνονται και συνεχείς ανατροπές, θα αποκαλυφθεί η αλήθεια, την οποία οι θεατές ήδη γνωρίζουν: ο ΄Ίων είναι γιος της Κρέουσας, καρπός του βιασμού της από τον θεό Απόλλωνα. Τελικά, θα επανενωθεί με τη μητέρα του και θα εγκατασταθεί στο θρόνο της Αθήνας.

Μάλιστα, καθώς το έργο γράφτηκε στα χρόνια της "Νικίειας ειρήνης", ο Ευριπίδης επιθυμώντας να τονώσει το ηθικό των συμπατριωτών του, προέβαλε την Κρέουσα ως πρόγονο των ελληνικών φυλών: σύμφωνα με το μύθο, από τον ΄Ίωνα θα γεννηθούν οι ΄Ίωνες, ενώ η Κρέουσα θα αποκτήσει ακόμη δύο παιδιά, τον Δώρο και τον Αχαιό, προγόνους των Δωριέων και των Αχαιών, αντίστοιχα.
Η παράσταση
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος διάβασε το έργο τονίζοντας τον μεταιχμιακό του χαρακτήρα. Μέσα στο σκηνικό του Βασίλη Παπατσαρούχα που παρέπεμπε εξίσου στους Δελφούς ως "ομφαλό της γης" και στην έννοια της διάθλασης και των αντικατοπτρισμών, προσέγγισε την ιστορία ως ένα σύνθετο σκηνικό παιχνίδι. Η κωμικότητα και η ελαφρότητα διαπέρασαν την παράσταση, η οποία σχολίασε, με τον δικό της τρόπο, την ανθρώπινη ανάγκη να στηριχθεί κανείς σε μια πεποίθηση, μια επιθυμία, σε έναν (ή και 2!) από μηχανής θεό, αλλά και την ευκολία μεταστροφής, όταν αλλάζουν τα δεδομένα.

Με σύγχρονο ύφος, έφερε στη σκηνή μια πολλαπλή ιστορία αντιπαραβολής ανάμεσα στην άγνοια και τη γνώση, την αλήθεια και την ψευδαίσθηση, το φως και το σκοτάδι. Το εύρημα του διπλού Ερμή ενίσχυσε αυτή την ανάγνωση, με τον Αντρέα Κουτσόφτα και τον Βασίλη Χαραλάμπους να προσφέρουν μια περιπαιχτική, γεμάτη θεατρικότητα έναρξη, ενώ οι ερμηνείες των υπόλοιπων ρόλων (του ΄Ίωνα από τον Γιάννη Τσουμαράκη, του Ξούθου από τον Νεοκλή Νεοκλέους, της Πυθίας από τον Γιάννη Βαρβαρέσο, της Αθηνάς από τη Μαργαρίτα Ζαχαρίου) κινήθηκαν με συνέπεια σε αυτό το διττό όριο ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία.
Την ίδια στιγμή, η σκηνοθεσία ανέδειξε τις δραματικές ποιότητες του έργου, προσφέροντας μια εξαιρετική Κρέουσα από τη Στέλλα Φυρογένη, ερμηνευμένη με στιβαρότητα, εσωτερικότητα και ουσία. Παράλληλα, υπογράμμισε ζητήματα έμφυλης εξουσίας και βίας, χωρίς να καταφεύγει σε διδακτισμό, ενώ αντιμετώπισε με σαφήνεια το διαχρονικό "πρόβλημα" του Χορού. Ο Χορός είχε ενεργό και όχι διακοσμητικό ρόλο, λειτουργώντας ως φορέας ουσιαστικού σχολιασμού, ενώ μετασχηματιζόταν πολυπρισματικά από χορικό σε χορικό, αλλάζοντας ταυτότητα, κίνηση, συναίσθημα και εκφραστικά μέσα (η κίνηση και η χορογραφία είναι του Φώτη Νικολάου).

Συνολικά, μια παράσταση με συνεκτική αισθητική ταυτότητα, η οποία διαπερνά όλα τα επιμέρους στοιχεία της: από τη σκηνοθετική γραμμή και τις ερμηνείες έως τα κοστούμια, που συνέδεαν αρχαϊκά στοιχεία με στοιχεία κωμικότητας, τη μουσική της Nama Dama -εκτελεσμένη ζωντανά επί σκηνής- που κινήθηκε ανάμεσα σε σύγχρονους και παραδοσιακούς ήχους, και την έμμετρη μετάφραση του ίδιου του σκηνοθέτη.

