Απόστολος Κουτσιανικούλης©
Λίγες θέσεις απομένουν για την τελευταία παράσταση του έργου "Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα" στην Πειραιώς 260, στις 22 Ιουλίου 2026. Ο βραβευμένος ηθοποιός Θέμης Πάνου ερμηνεύει ξανά τον απαιτητικό γυναικείο μονόλογο, υποδυόμενος μια νεαρή δασκάλα που, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, αφήνει την ηπειρωτική Ελλάδα για τον πρώτο της διορισμό σε ένα απομονωμένο νησί των Κυκλάδων. Το ταξίδι της γίνεται αφορμή για μια βαθιά εσωτερική διαδρομή, όπου η μνήμη, η απώλεια και η ανάγκη για έναν νέο τόπο συνυπάρχουν με το εκτυφλωτικό κυκλαδίτικο φως και την αίσθηση της απομόνωσης. Η παράσταση αποτελεί μέρος του SYSTEMA – For the Greek Performing Arts, της σύμπραξης του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026, του Εθνικού Θεάτρου και του Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, με στόχο την προώθηση της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας στο εξωτερικό.
Το κείμενο της Βίλιας Χατζοπούλου, που συνυπογράφει και τη σκηνοθεσία μαζί με τον Θέμη Πάνου, ξεδιπλώνει μια αφήγηση που κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μία, το εσωτερικό τοπίο της ηρωίδας, γεμάτο πρόσωπα, μνήμες και τραύματα που επιμένουν, και από την άλλη, το λιτό, σχεδόν άγριο κυκλαδίτικο τοπίο, όπου η θάλασσα λειτουργεί ταυτόχρονα ως σύνορο και ως πέρασμα. Ανάμεσα στα δύο, η ηρωίδα καλείται να πάρει μια απόφαση που θα καθορίσει την ταυτότητά της.

Η σκηνική πρόταση ακολουθεί αυτή τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δήμητρας Λιάκουρα, και οι φωτισμοί της Στέβης Κουτσοθανάση, αντίστοιχα, συνομιλούν με έναν λιτό ηχητικό κόσμο, όπου κυριαρχούν η ανθρώπινη φωνή, το τραγούδι και οι φυσικοί ήχοι, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που αναδεικνύει τη μοναξιά, αλλά και τη διαδικασία της προσωπικής ωρίμανσης.
Περισσότερα για το έργο
1950. Στον πρώτο της διορισμό, μια δασκάλα αφήνει την ηπειρωτική Ελλάδα και ταξιδεύει σε ένα μικρό νησί των Κυκλάδων για να διδάξει σε ένα μονοθέσιο δημοτικό σχολείο. Αυτή η μετακίνηση πάνω στον χάρτη πυροδοτεί έναν εσωτερικό μονόλογο, ο οποίος γεννιέται είτε από μια επιτακτική ανάγκη είτε από μια βαθιά, άγνωστη μέχρι τότε, επιθυμία. Είναι, πάντως, ο μόνος τρόπος που διαθέτει για να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα σε όσα έμειναν πίσω και σε όσα αρχίζουν.

Η αφήγηση κινείται σε δύο δρόμους. Ο πρώτος είναι η εσωτερική γεωγραφία της ηρωίδας, μια ενδοχώρα που απαρτίζεται από σκέψεις, μνήμες, πρόσωπα και σχέσεις που δεν σβήνουν – σαν μια πληγή που επιμένει και δεν κλείνει. Ο δεύτερος είναι το εξωτερικό τοπίο – το εκτυφλωτικό φως των Κυκλάδων της δεκαετίας του ’50, η θάλασσα, η απομόνωση, η ανοιχτή γραμμή του ορίζοντα. Και ανάμεσα σε αυτούς τους δύο, το νησί. Όμως, υπάρχει και ένα άλλο νησί, μια δρασκελιά απέναντι, μια μικρή κουκίδα στον χάρτη που σύντομα θα τη φέρει αντιμέτωπη με μια απόφαση που θα τη μεταμορφώσει, ωθώντας την να γίνει αυτό που είναι.
Τον ρόλο της δασκάλας ερμηνεύει ο Θέμης Πάνου. Ισορροπώντας ανάμεσα στα δύο νησιά της ιστορίας και τεντώνοντας το σώμα σαν γέφυρα, προσπαθεί να ενώσει τις δύο στεριές που τις χωρίζει η θάλασσα για χάρη των προσώπων που πάσχουν – μια τίμια μάχη και αγωνία που γίνεται το μέτρο των ανθρώπων.

Σκηνικά και φωτισμοί ακολουθούν την ηρωίδα τόσο στον εσωτερικό της μετεωρισμό όσο και στο ανοιχτό τοπίο: στη στεριά, στη θάλασσα και στην απέναντι στεριά. Οι ήχοι παραμένουν φυσικοί και λιτοί –η ανθρώπινη φωνή, ο λόγος και το τραγούδι, τα βήματα, το σώμα που βυθίζεται στο νερό– συνθέτοντας έναν κόσμο όπου το μέσα και το έξω συναντιούνται.
Οι μαθητές της δασκάλας αγνοούν τι υπάρχει πέρα από τη θάλασσά τους. 'Όμως, μαζί τους αγνοεί και εκείνη. Και δίπλα τους, μέσα από τη δυσκολία, την έλλειψη και την ανάγκη, θα μάθει. Η διδασκαλία γίνεται μια ανταλλαγή μέσα από την οποία, τελικά, θα αναγνωρίσει ότι η κρίση και η εσωτερική δοκιμασία είναι μια νησίδα ωρίμανσης.
Σχεδιασμός ήχου: Αλεξάνδρα Κατερινοπούλου
Σχεδιασμός βιντεοπροβολών:Αποστόλης Κουτσιανικούλης
Τραγούδι: Σμαράγδα Κάκκινου
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα
Ο σπουδαίος ηθοποιός Θ. Πάνου ερμηνεύει το ρόλο μιας νεαρής δασκάλας που έρχεται αντιμέτωπη με την απομόνωση ενός κυκλαδίτικου νησιού του 1950 και τις μνήμες του παρελθόντος που τη στοιχειώνουν. Με το σώμα του σαν γέφυρα, ο ηθοποιός προσπαθεί να ενώσει το εσωτερικό τραύμα της ηρωίδας με το ανοιχτό Αιγαίο. Όταν μάλιστα ένα απέναντι, μικρότερο νησί τη φέρει αντιμέτωπη με μια σκληρή απόφαση, τα πάντα θα αλλάξουν. Με πολύ λιτά μέσα —φυσικούς ήχους, βήματα, μια φωνή— το έργο μάς δείχνει πώς η απομόνωση και η δυσκολία γίνονται τελικά ο μόνος δρόμος για να ωριμάσεις.


