Σήμερα, αποχαιρετάμε ένα από τα πιο φωτεινά, κομψά και αγαπημένα παιδιά της τέχνης. Η Μάρω Κοντού, η γυναίκα που ταύτισε το όνομά της με την αρχοντιά, τη φινέτσα και το πηγαίο ταλέντο, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών. Αν και η καταγωγή της κρατούσε από τα ιστορικά Ψαρά, η Μάρω ήταν μια βέρα Αθηναία, γεννημένη στο Κουκάκι, που έφερε πάντα μαζί της τον αέρα της παλιάς, κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας.
Για όλους εμάς που μεγαλώσαμε με τις ταινίες της, η απώλειά της μοιάζει με το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Η Μάρω Κοντού ήταν η προσωποποίηση της "κυρίας" του ελληνικού σινεμά και θεάτρου, μια προσωπικότητα πολυσχιδής που συνδύαζε την καλλιέργεια, τη μόρφωση —έχοντας σπουδάσει χορό και Φιλολογία— και μια απαράμιλλη, φυσική ευγένεια.

Από τον Χορό της τραγωδίας στον Δημήτρη Χορν
Τα πρώτα της βήματα ξεκίνησαν με μια αυστηρή, κλασική παιδεία. Για τέσσερα χρόνια (1954–1958), υπό την καθοδήγηση του σπουδαίου Δημήτρη Ροντήρη, υπηρέτησε με αφοσίωση τον χορό της Αρχαίας Τραγωδίας στο Εθνικό Θέατρο. Η αναγνώριση του ταλέντου της δεν άργησε να έρθει: η Ανώτατη Κρατική Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας τής χορήγησε άδεια εξαιρετικού ταλέντου. Το θεατρικό της ντεμπούτο το 1959 ήταν μυθικό. Στάθηκε στο σανίδι δίπλα στον μοναδικό Δημήτρη Χορν στο έργο "Ρομανσέρο", ξεκινώντας μια λαμπρή διαδρομή που θα αριθμούσε τελικά 90 θεατρικές παραστάσεις.
Από τη μυστηριώδη Μαγδαληνή στον "Θωμά τον δίψυχο" και τη Βαλεντίνη στον "Ταξιδιώτη χωρίς αποσκευές" (και τα δύο δίπλα στον Χορν), μέχρι την Γκάμπυ στις "Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται", η Μάρω Κοντού απέδειξε ότι μπορούσε να ελίσσεται με την ίδια άνεση ανάμεσα στο δράμα, την κοσμοπολίτικη κομεντί και το κλασικό ρεπερτόριο. Αυτή η αστείρευτη θεατρική της ενέργεια δεν σταμάτησε ποτέ να τροφοδοτεί τη σκηνή, ακόμη και στις πιο πρόσφατες δεκαετίες της καριέρας της. Από τη συμμετοχή της στο λαμπερό μιούζικαλ "Nine" στο Θέατρο Πάνθεον μέχρι το θρυλικό "Grease" (2017), η Μάρω Κοντού παρέμενε μια μαγνητική παρουσία που γεφύρωνε το χθες με το σήμερα.
Μια παρουσία που θαυμάσαμε και αγαπήσαμε ξανά τα τελευταία χρόνια μέσα από τη συχνότητα του Mega, όπου ως δυναμική Μαρία Αναγνώστου στη "Γη της Ελιάς" (2021–2026) απέδειξε πως η υποκριτική της δεινότητα και το σπινθηροβόλο βλέμμα της παρέμεναν ολοζώντανα και ακαταμάχητα μέχρι τέλους.
Μάλιστα, σε μια από τις πιο πρόσφατες και εξομολογητικές τηλεοπτικές της στιγμές, τη μοιράστηκε μαζί μας στην εκπομπή "Πάμε μια βόλτα;" με τη Νίκη Λυμπεράκη. Σε εκείνη τη διαδρομή-απολογισμό, η Μάρω Κοντού, περπατώντας στις γειτονιές της Αθήνας που τόσο αγάπησε, δηλώνει με τη χαρακτηριστική της ειλικρίνεια: "Τα έχω ζήσει όλα" (Πρεμιέρα απόψε στις 20:50 στο MEGA).

Η πιο χαρακτηριστική, ωστόσο, πρόσφατη θεατρική της στιγμή γράφτηκε το 2018, όταν επέστρεψε με έναν ρόλο-έκπληξη στην υπερπαραγωγή "Χτυποκάρδια στο Θρανίο" στο Θέατρο Ήβη. Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Λάκη Λαζόπουλου, ενσάρκωσε υποδειγματικά την αυστηρή αλλά βαθιά κομψή Διευθύντρια του σχολείου της Λίζας Πετροβασίλη. Μάλιστα, σε εκείνη την παράσταση χάρισε στο κοινό μια σπάνια, συγκινητική στιγμή ερμηνεύοντας ξανά Μάνο Χατζιδάκι στη σκηνή. Ήταν η ζωντανή απόδειξη πως, από τα πρώτα της βήματα στην Επίδαυρο μέχρι τις τελευταίες της υποκλίσεις, η Μάρω Κοντού δεν έχασε ποτέ την αύρα, τη φινέτσα και το πάθος της για το σανίδι.

Η κινηματογραφική μαγεία των 61 ταινιών
Αν όμως το θέατρο ήταν η μεγάλη της αγάπη, ο κινηματογράφος ήταν αυτός που την έβαλε για πάντα στα σπίτια και τις καρδιές μας μέσα από 61 ταινίες μεγάλου μήκους. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την ερμηνεία της ως "Ελενίτσα" δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου στο αριστουργηματικό "Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα" (1965); Ένας ρόλος-σταθμός, τον οποίο μάλιστα αναβίωσε συγκινητικά δεκαετίες αργότερα, το 2012, στην ταινία "Αν..." του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Οι χαρακτήρες που ενσάρκωσε άφησαν εποχή:
Η πανέμορφη και μελαγχολική Ρίτα στο "Αλίμονο στους νέους" (1961), όπου μάγευε τον Δημήτρη Χορν.
Η σπαρταριστή Μπιάνκα στο "Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη" (1968), όπου παρέδωσε μαθήματα κωμικού χρονισμού.
Η γεμάτη μπρίο Φωφώ στο "Ο φίλος μου ο Λευτεράκης" (1963).
Η δυναμική Στέλλα που μεταμορφώνεται σε "Αλέκο" στο πρωτοποριακό για την εποχή "Αχ!.. Και να 'μουν άντρας" (1966).
Η ζηλιάρα αλλά κομψή Ρένα στα "Κίτρινα Γάντια" (1960).

Παρουσία στα κοινά
Η πολιτική της σταδιοδρομία υπήρξε η φυσική συνέχεια της διάθεσής της για προσφορά και ενεργό παρουσία στα κοινά. Με την ίδια φινέτσα και σοβαρότητα που τη χαρακτήριζαν στην τέχνη, η Μάρω Κοντού υπηρέτησε ως βουλευτής στην Α΄ Περιφέρεια Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και ως δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου (1994–2002). Από τη θέση της προέδρου του Δημοτικού Ραδιοφώνου "Αθήνα 9.84" έως τη διοίκηση του Κέντρου Βρεφών "ΜΗΤΕΡΑ", απέδειξε πως η αρχοντιά της δεν ήταν μόνο σκηνική, αλλά και μια βαθιά στάση ζωής απέναντι στην κοινωνία.
Καλό ταξίδι, "κυρία" Μάρω. Η τελευταία σου υπόκλιση θα συνοδεύεται για πάντα από το πιο θερμό μας χειροκρότημα.

Δήλωση της Υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη για την απώλεια της Μάρως Κοντού
Πληροφορούμενη την απώλεια της Μάρως Κοντού, η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα
Μενδώνη έκανε την ακόλουθη δήλωση:
Με ιδιαίτερη θλίψη πληροφορήθηκα την απώλεια της Μάρως Κοντού, μιας αγαπημένης πρωταγωνίστριας, με πορεία άνω των επτά δεκαετιών στην Τέχνη και με ανεκτίμητη προσφορά, που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε από τις ερμηνείες της στο θέατρο και στις μεγάλες ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Ηθοποιός που συνδύαζε φυσικό κάλλος και μια σπάνια γοητεία, με πηγαίο ταλέντο, έπλασε ρόλους διαχρονικούς, που θα εξακολουθούν να μας χαρίζουν συγκίνηση και χαρά, έχοντας σφραγίσει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους που ερμήνευσε. Θα μας μείνει αξέχαστη με την καταλυτική παρουσία της στη μεγάλη οθόνη και στο θέατρο, καθώς αναμετρήθηκε με σπουδαίους και απαιτητικούς ρόλους του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Τα επιλεκτικά περάσματά της από την τηλεόραση ήρθαν να επιστεγάσουν τη γόνιμη σταδιοδρομία της και να διευρύνουν την αγάπη που έτρεφε γι’ αυτήν το κοινό.
Άνθρωπος με βαθιά μόρφωση και έντονες ανησυχίες, η Μάρω Κοντού διέπρεψε ως καλλιτέχνιδα, χωρίς ποτέ να σπαταλήσει το ταλέντο της και να υποβιβάσει τη μακρόχρονη πορεία της, στο επίπεδο της άσκοπής δημοσιότητας. Το ίδιο ανιδιοτελής και γόνιμη υπήρξε και η ενασχόλησή της με τον δημόσιο βίο, από τα έδρανα της Βουλής των Ελλήνων και από το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων, όπου προσέφερε υπηρεσίες, συμβάλλοντας στην καθημερινότητα των Αθηναίων.
Στην τελευταία μας συνομιλία ενημερώνοντάς την ότι η οικία Κοκοβίκου, στην οδό Τριπόδων θα αποτελέσει ναό για τον ελληνικό κινηματογράφο δεν μου εξέφρασε μόνο τη χαρά της αλλά μου τόνισε πως ο φίλος της Γιώργος Κωνσταντίνου είναι ένας μοναδικός ηθοποιός ήθους και ταλέντου. Το ίδιο ανεπίληπτο ταλέντο και ήθος, μιας άλλης εποχής, που και η ίδια διέθετε, συμβαδίζοντας με τη διακριτική και αταλάντευτη αφοσίωσή της στην Τέχνη, χαρίζοντάς της, πανάξια, την καθολική αναγνώριση και αγάπη. Αυτός ήταν ο σπάνιος συνδυασμός που ενσάρκωνε η Μάρω Κοντού, που θα μας συντροφεύει, για πολλά χρόνια, με τους αξέχαστους ρόλους της.
Στην οικογένειά της, τους συναδέλφους της και τους αμέτρητους φίλους της
απευθύνω τα ειλικρινέστατα μου συλλυπητήρια.