©Bea Borgers
Στην Πειραιώς 260, ο Νοτιοκορεάτης καλλιτέχνης Τζάχα Κου παρουσίασε το "Haribo Kimchi", μια παράσταση που κινήθηκε με φυσικότητα ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα, την κοινωνική παρατήρηση και τη σκηνική πρωτοτυπία. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, βρεθήκαμε σε μια μη συμβατική θεατρική συνθήκη: μπροστά μας είχε στηθεί μια πραγματική καντίνα street food και ο Κου ξεκίνησε να μαγειρεύει, αφού πρώτα προσκάλεσε δύο θεατές να καθίσουν για να δοκιμάσουν τα πιάτα του. ΄Ήταν μια έμπρακτη ενσωμάτωση της έννοιας της φιλοξενίας μέσα στην παράσταση, που δημιουργούσε από την αρχή μια αίσθηση οικειότητας και εγγύτητας, σαν να μας καλούσε σε ένα κοινό τραπέζι.
Το φαγητό δεν λειτούργησε ως ένα ευρηματικό σκηνικό τέχνασμα, αλλά ως ο πυρήνας της αφήγησης, καθώς μέσα από τις γεύσεις, τις συνταγές και τις αναμνήσεις που τις συνόδευαν, ο Κου μίλησε για την καταγωγή, την ταυτότητα και τις ρίζες του, αλλά και για τη δική του διαδρομή από τη Νότια Κορέα στο Βερολίνο και αργότερα στις Βρυξέλλες.

Με λόγο άμεσο και συγκινητικό, μοιράστηκε σκέψεις για τη μετανάστευση, την αίσθηση του ανήκειν και τη συνεχή αναζήτηση της ταυτότητας ή -όπως είπε, χαρακτηριστικά- την ανακάλυψη των διαφορετικών εκδοχών του εαυτού που αποκαλύπτονται σε κάθε τόπο. Μας θύμισε, επίσης, πως το φαγητό είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια καθημερινή ανάγκη: είναι φροντίδα, μνήμη και ένας τρόπος να διατηρούμε ζωντανή τη σύνδεσή μας με τις ρίζες μας.
Η παράσταση βασίστηκε στη δύναμη του storytelling, στη γοητευτική διαδικασία του μοιράσματος μιας προσωπικής ιστορίας. Ωστόσο, η αφήγηση αυτής της προσωπικής ιστορίας άνοιγε διαρκώς προς ένα ευρύτερο πεδίο προβληματισμού. Μέσα από τη δική του εμπειρία, αναδύονταν σκέψεις για τις πολιτισμικές διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσης, για τη σημασία τού να κουβαλά κανείς τις ρίζες του όπου κι αν βρεθεί, αλλά και για την ανάγκη να αναγνωρίσουμε ότι οι διαδρομές που ακολουθούμε είναι εξίσου σημαντικές με την αφετηρία μας.
Επίσης, σκέψεις για την ταυτότητα που διαμορφώνεται ανάμεσα στις ρίζες και τις διαδρομές μας, κάτι που συμπυκνώνεται εύστοχα και στον τίτλο της παράστασης, όπου το κορεατικό kimchi συναντά τα ζελεδάκια της Haribo. Η παράσταση υπενθύμιζε ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι μια ιστορία αδιάκοπης μετακίνησης, συνάντησης και μετασχηματισμού.

΄Όλα αυτά με τρόπο απλό, ανεπιτήδευτο, με κάποια υπόγεια μελαγχολία αλλά και με χιούμορ, αφού ρόλο στην αφήγηση είχαν επίσης τρεις απρόσμενοι "συμπρωταγωνιστές": ένα ζελεδάκι-αρκουδάκι, ένα σαλιγκάρι και ένα χέλι, που αποτύπωσαν λοξά αλλά εύστοχα μερικά από τα κεντρικά ερωτήματα του έργου.
Το "Haribo Kimchi" υπήρξε μια βαθιά ανθρωποκεντρική παράσταση και, ακριβώς γι’ αυτό, πολιτική με τον πιο ουσιαστικό τρόπο. Χωρίς διδακτισμό και χωρίς μεγάλες διακηρύξεις, επέλεξε την τρυφερότητα, την αμεσότητα και την προσωπική μαρτυρία, καταφέρνοντας να μιλήσει για ζητήματα που μας αγγίζουν και μας αφορούν προσωπικά όσο και συλλογικά.
Περισσότερες πληροφορίες
Haribo Kimchi
Μαγειρεύοντας ζωντανά επί σκηνής, ο Νοτιοκορεάτης Τζάχα Κου μιλά για την πολιτισμική ταυτότητα με όλες τις συγκρούσεις και τα παράδοξά της. Με φόντο ένα pojangmacha («ποτζανγκμάτσα»), ένα από τα τυπικά νυχτερινά στέκια για γρήγορο φαγητό που συναντά κανείς στους δρόμους της Νότιας Κορέας, μάς συστήνει τρεις εικονικούς χαρακτήρες –ένα σαλιγκάρι, ένα χέλι και ένα ζελεδάκι-αρκουδάκι– που εξερευνούν το φαγητό ως καταφύγιο. Με αστείρευτο χιούμορ που αποκτά εικαστικές διαστάσεις, μας παίρνει μαζί του σε ένα γαστρονομικό ταξίδι, μια περιδιάβαση στις μνήμες και την ιστορία τους, για όσους νιώθουν την ανάγκη να επανασυνδεθούν με τις ρίζες τους. Η απρόσμενη γεύση της σούπας με φύκια, ο κοφτός ήχος του μαχαιριού καθώς κόβει το αγγούρι, και το τσιτσίρισμα των μανιταριών πάνω στην πυρακτωμένη εστία εμπλέκουν τους θεατές σε μια πολυαισθητηριακή εμπειρία με επίκεντρο τη γεύση και την παράδοση. Σε μια σειρά από προσωπικές και παράλογα τρυφερές ιστορίες, οι πρωταγωνιστές διηγούνται την εξέλιξη της κουλτούρας του kimchi, τον πικρό πόνο του απροκάλυπτου ρατσισμού, τη ντροπή της προσπάθειας να «χωρέσεις» και τη βαθιά umami γεύση που μας μεταφέρει στην πατρίδα των παιδικών μας χρόνων.