Ο Σταμάτης Κραουνάκης μετατρέπει τη σκηνή σε ένα ζωντανό, παλλόμενο μανιφέστο ζωής! Με εκείνη την αθεράπευτη, όμορφη τρέλα που κουβαλάει αποφάσισε φέτος το καλοκαίρι να "καταλάβει" το Ωδείο Ηρώδου Αττικού στις 12 και 13 Ιουνίου. Το όχημά του; Η "Λυσιστράτη - Μια ξεκαρδιστική όπερα", όχι μία κλασική αναπαράσταση της αριστοφανικής κωμωδίας, αλλά μια τολμηρή, σύγχρονη μουσική "κραυγή", όπου το γέλιο μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης και η κωμωδία γίνεται το πιο κομψό, αλλά και αιχμηρό σχόλιο για την εποχή μας.
Η αγάπη του Κραουνάκη για τον Αριστοφάνη κρύβει μια σχέση χτισμένη με χρόνια μελέτης και πνευματικής συγγένειας. Άνθρωπος με εκρηκτικό χιούμορ και μια μοναδική αίσθηση της λαϊκής θεατρικότητας –κάτι που έχουμε ζήσει έντονα μέσα από τις θρυλικές μέρες της Σπείρας Σπείρας αλλά και από ανατρεπτικές δουλειές του, όπως οι "Εκκλησιάζουσες"– βλέπει τον αρχαίο κωμωδιογράφο ως μια ζωντανή παρτιτούρα. "Τον έχω μελετήσει σε βάθος", εξομολογείται ο ίδιος.

"Τα έργα του έχουν ρυθμό, μουσικότητα, είναι σχεδόν παρτιτούρες. Δεν είναι μόνο λόγος –είναι μουσική δομή". Για τον Κραουνάκη, η αττική κωμωδία κουβαλάει μια μεταφυσική ενέργεια, γεννημένη κάτω από μια πολύ συγκεκριμένη γεωγραφία. "Η αττική κωμωδία έχει αυτή τη δύναμη γιατί γεννήθηκε μέσα σε φως. Ο αττικός ήλιος, το τοπίο, η ενέργεια: όλα αυτά δίνουν μια δύναμη ζωής ακόμα και μέσα στο χάος. Η κωμωδία δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα· είναι τρόπος να αντέξεις την πραγματικότητα".
Από το 1986 στο σήμερα: Μια ολοκαίνουργια ανάγνωση
Ίσως θυμάστε πως ο Κραουνάκης, είχε συναντήσει ξανά τη "Λυσιστράτη" στο παλαιότερο ανέβασμα του Ανδρέα Βουτσινά. Ο ίδιος βάζει τα πράγματα στη θέση τους με απόλυτη σαφήνεια: "Πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι η σημερινή παράσταση δεν έχει καμία σχέση με εκείνη του 1986. Πρόκειται για μια εντελώς νέα δημιουργία". Αυτή η νέα δημιουργία κυοφορήθηκε και ολοκληρώθηκε σε ένα περιβάλλον που μοιάζει σχεδόν ασκητικό, μακριά από τους φρενήρεις ρυθμούς της πρωτεύουσας. Ο Κραουνάκης μετακόμισε σε ένα σπίτι στο βουνό, μέσα στο πράσινο και την απόλυτη ησυχία. Αυτή η γεωγραφική και εσωτερική μετατόπιση άλλαξε ριζικά τον τρόπο που ακούει και συνθέτει. "Είναι ένας τόπος που σε αναγκάζει να σταματήσεις, να ακούσεις και να σκεφτείς αλλιώς", λέει για την καθημερινότητά του στο βουνό. "Δουλεύω εξαιρετικά εδώ. Η φύση, τα κενά της ημέρας, η απόσταση από τον θόρυβο… όλα αυτά ανοίγουν χώρο για ιδέες. Είναι σαν να σου επιτρέπει ο τόπος να δημιουργήσεις πιο καθαρά".

Αν και το λιμπρέτο το είχε γράψει ήδη από τη δεκαετία του ’90, ήταν εκεί, μέσα στην ορεινή απομόνωση, που το έργο βρήκε τον τελικό του δρόμο, τον σωστό ρυθμό και τη δομή του για να μεταμορφωθεί σε μια σύγχρονη, μοντέρνα όπερα όπου τα πάντα είναι τραγουδιστά. "Ήθελα να εκμεταλλευτώ τις φωνές των ηθοποιών και να φτιάξω ένα ζωντανό, πολυφωνικό σύμπαν", εξηγεί, τονίζοντας ότι η μουσική εδώ δεν έχει τον ρόλο ενός απλού διακοσμητικού χαλιού, αλλά είναι ο ίδιος ο αφηγητής της ιστορίας. "Η μουσική δεν συνοδεύει· αφηγείται. Υπάρχουν τραγουδιστικοί μονόλογοι, σύνολα, και ένα πολύ δυνατό τελετουργικό φινάλε. Και πώς γεννιέται η μουσική μέσα σε μια δουλειά; Μέσα από τους άλλους. Για παράδειγμα, ένα παίξιμο ηθοποιού μπορεί να σου γεννήσει όλη τη μουσική μιας παράστασης. Η τέχνη είναι διάλογος, όχι μοναχική πράξη".

Η γλώσσα και το καστ-φωτιά
Ένα από τα πιο συναρπαστικά στοιχεία αυτής της προσπάθειας είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Κραουνάκης προσεγγίζει το κείμενο. Τα αρχαία ελληνικά και η δομή του πρωτοτύπου λειτουργούν ως εργαλείο για να δει σε βάθος τις ανθρώπινες σταθερές. Η πρόκληση, βέβαια, της μεταφοράς ενός τέτοιου μνημειώδους έργου σε μια αμιγώς μουσική φόρμα ήταν τεράστια και η οικονομία του λόγου απαίτησε χειρουργική ακρίβεια. "Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν αναμφίβολα η συμπύκνωση. Το αρχικό κείμενο ήταν τεράστιο και η πρόκληση ήταν στο να διατηρηθεί η ουσία του, καθιστώντας το παράλληλα σκηνικά λειτουργικό. Όταν ένα έργο είναι τραγουδιστό, οι ρυθμοί αλλάζουν και ο χρόνος διαστέλλεται, απαιτώντας μια εντελώς διαφορετική οικονομία λόγου. Σε αυτή τη λεπτή ισορροπία, καθοριστική ήταν η συμβολή της θεατρολόγου Ευανθίας Στιβανάκη".
Από αυτή τη διαδικασία ξεπήδησε ένα καστ-φωτιά, μια ομάδα που, όπως λέει ο ίδιος ο συνθέτης, δημιουργήθηκε σχεδόν οργανικά, σαν από θαύμα. "Το καστ δημιουργήθηκε σχεδόν… μόνο του. Δεν ήταν αποτέλεσμα στρατηγικής επιλογής, αλλά μια στιγμή όπου οι σωστοί άνθρωποι ήρθαν την κατάλληλη στιγμή, φέρνοντας μαζί τους αφοσίωση και μια σπάνια συλλογική ενέργεια". Και οι περσόνες που ανεβαίνουν στη σκηνή του Ηρωδείου είναι βγαλμένες από τα σπλάχνα της κοινωνίας μας, γεμάτες αντιθέσεις και οικουμενικότητα.
Στο επίκεντρο αυτού του κόσμου, η σπουδαία Ελένη Ουζουνίδου ενσαρκώνει την παντοτινή, διαχρονική ηρωίδα, μια Λυσιστράτη-σύμβολο που μεταφέρει το δικό της, σύγχρονο μανιφέστο κατά του πολέμου και υπέρ της ένωσης. Δίπλα της, σε μια παρουσία-έκπληξη που προκαλεί δέος, η Δήμητρα Γαλάνη εμφανίζεται ως θεά Αθηνά. "Η Δήμητρα λέει ένα υπέροχο τραγούδι για την πόλη της Αθήνας. Μου κάνει την τιμή να συμμετέχει σε αυτήν την παράσταση. Με τη Δήμητρα μας συνδέουν πολλά και θα κάνουμε πολύ ωραία πράγματα μαζί", αποκαλύπτει με ενθουσιασμό ο Σταμάτης.
Το μωσαϊκό των χαρακτήρων συμπληρώνεται από μια ομάδα εκλεκτών συνεργατών που φέρνουν στη σκηνή ιδιαίτερες φιγούρες και συμβολισμούς –από την Ινδή και τη Μινωίτισσα, μέχρι τη "Μπάμπουσκα" Κορυφαία, έναν Απόλλωνα-κομπέρ και έναν Ιεροψάλτη. Στην παράσταση παίζουν οι: Χριστόφορος Σταμπόγλης, Έλενα Καφούρου, Γεωργία Αμοργιαννιώτη, Πένυ Ξενάκη, Αργυρώ Καπαρού, Κώστας Μπουγιώτης, Κώστας Βενετσάνος κ.ά.

Πολύτιμες συνέργειες
Για να μεταμορφωθεί ο τεράστιος όγκος του αρχαίου κειμένου σε μια συμπαγή, σύγχρονη μουσική δραματουργία, χρειάστηκαν πολύτιμες συμμαχίες. Ο Γιώργος Χατζιδάκις και ο Λάκης Λαζόπουλος –που έγραψε τους στίχους για το εμβληματικό –"Όλα γι’ αυτή την πόλη"– συνέβαλαν καθοριστικά στη δόμηση του έργου. Φυσικά, η Λίνα Νικολακοπούλου είναι παρούσα, με αγαπημένα κομμάτια από την κοινή τους διαδρομή ("Πάμε κοπέλες", "Το νήμα", "Χορικό της συμφιλίωσης") να αναμειγνύονται με το ολοκαίνουργιο υλικό. Αυτή η συλλογικότητα καθορίζει ολόκληρη τη στάση ζωής του Σταμάτη, μια κληρονομιά από το πατρικό του σπίτι: "Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο ζωή με τραπέζια ανοιχτά". Με την ίδια φιλοσοφία μπαίνει και στις συνεργασίες του: "Πηγαίνω χωρίς καχυποψία. Αν κάτι πάει στραβά, θα το δω τότε".
Στο οπτικό κομμάτι, το απλό αλλά τολμηρό σκηνικό υπογράφει ο ανερχόμενος διεθνής Έλληνας δημιουργός Takis: "Έχουμε εμπνευστεί από αρχαιολογικές εικόνες, τις έχουμε ξεσηκώσει από αγγεία και τις έχουμε κάνει και λιγάκι πιο shocking", εξηγεί ο συνθέτης. Την ίδια στιγμή, η κίνηση και το σώμα παίρνουν φωτιά μέσα από τις χορογραφίες του Θοδωρή Πανά, υπό τους υποβλητικούς φωτισμούς της Στέλλας Κάλτσου.

Η κωμωδία ως πολιτική πράξη
Πίσω όμως από τα λαμπερά φώτα, τις εκρηκτικές μελωδίες και το χιούμορ, η "Λυσιστράτη" του Κραουνάκη κρύβει μια διάσταση πιο σκοτεινή, πιο πολιτική και ανθρώπινη. Ο Αριστοφάνης έγραψε το έργο κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, βλέποντας τον κόσμο του να καταρρέει και αυτή η αίσθηση της παρακμής βρίσκει τρομακτικές αναλογίες στο σήμερα. "Η κωμωδία του Αριστοφάνη δεν είναι απλώς χιούμορ. Είναι η καταγραφή του τέλους ενός μεγάλου πολιτισμού. Ζούσε την παρακμή της εποχής του και την αποτύπωσε με χιούμορ. Αυτό είναι και το συγκλονιστικό: η κωμωδία γίνεται πράξη αντίστασης. Σήμερα υπάρχει μια αντίστοιχη αίσθηση. Ζούμε κι εμείς μια δύσκολη εποχή, αλλά η ιστορία δείχνει ότι οι κύκλοι γυρίζουν. Η ανθρωπότητα θα προχωρήσει". Η σάτιρα στην παράσταση λειτουργεί ως καθαρή πολιτική πράξη.

Για να δώσει μάλιστα ένα ακόμα πιο έντονο στίγμα, ο Κραουνάκης έχει ενσωματώσει μέχρι και στοιχεία από την ιστορική ομιλία του Ξενοφώντος Ζολώτα με τις ελληνικές λέξεις σε ξένο ακροατήριο. Παράλληλα, παίζει διαρκώς με τις ανατροπές των προσδοκιών του θεατή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή του πειρασμού, η οποία ξεκινά ως μια κλασική φάρσα και μετατρέπεται σε ένα υπαρξιακό σοκ: "Ξεκινάει αστεία, σχεδόν φαρσική, και τελειώνει δραματικά. Αυτό είναι το σοκ. Δύο άνθρωποι που θέλουν να ενωθούν και δεν μπορούν. Και στέκονται απέναντι στο κοινό, γυμνοί συναισθηματικά. Είναι και κραυγή απόγνωσης. Δεν είναι μόνο αντίσταση. Είναι η εποχή μας. Μια εποχή που θέλει επαφή και δεν τη βρίσκει".
Ο ίδιος αρνείται να παραδοθεί στον κυνισμό: "Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην είμαστε αισιόδοξοι. Αυτό που κάνουμε είναι καταφύγιο". Αυτό το καταφύγιο μοιράζεται με το κοινό στο Ηρώδειο, ζητώντας από τους ηθοποιούς του να βρουν τη γέφυρα που τους συνδέει με τις κερκίδες. "Κάτω υπάρχουν άνθρωποι που σας μοιάζουν. Αν δεν βρείτε αυτή τη γέφυρα, δεν υπάρχει θέατρο. Και ξέρεις κάτι; Η "ουτοπία” του Αριστοφάνη είναι πιο αληθινή από τον σημερινό μας ρεαλισμό".
Προπώληση εισιτηρίων: more.com
Περισσότερες πληροφορίες
Λυσιστράτη - Μια ξεκαρδιστική όπερα
Η αντιπολεμική αριστοφανική κωμωδία του 411 π.Χ. γίνεται μια σύγχρονη πολυφωνική όπερα, που ισορροπεί ανάμεσα στο λυρικό, το λαϊκό και το καμπαρέ, με τη συμβολή της Λίνας Νικολακοπούλου, του Γιώργου Χατζιδάκι και του Λάκη Λαζόπουλου στο λιμπρέτο. Στο έργο, η ηρωίδα καλεί τις γυναίκες της Αθήνας αλλά και από άλλες εχθρικές της πόλεις σε μια «απεργία του έρωτα» με στόχο να παραλύσει την πολεμική μηχανή των ανδρών. Όταν ο Αριστοφάνης μετακινεί τη γυναίκα από το πεδίο του «Οίκου» στο πεδίο του «Δήμου», δεν εκτελεί απλώς ένα θεατρικό σχήμα, αλλά μια πολιτική μετατόπιση μεγατόνων.


