Maike Rafail©
Η επιλογή των πρωταγωνιστών από τον Χρήστο Θεοδωρίδη για την πρώτη του κάθοδο στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου (3 & 4 Απριλίου) λειτουργεί ως σαφής ένδειξη της σκηνοθετικής του πρόθεσης. Η Μαρία Ναυπλιώτου (Άτοσσα) και ο Δημήτρης Καταλειφός (Δαρείος) φέρουν μια ώριμη, εσωτερική υποκριτική ποιότητα, ενώ οι Αναστάσης Ροϊλός (Ξέρξης) και Σταύρος Σβήγκος (Αγγελιοφόρος) εκπροσωπούν μια νεότερη γενιά με έντονη σκηνική ενέργεια. Μαζί με τον 18μελή Χορό, συγκροτούν ένα σύνολο που λειτουργεί συλλογικά, υπογραμμίζοντας πως οι "Πέρσες" εκπροσωπούν μια κοινωνία που θρηνεί.

Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με τη συνολική πορεία του Χρήστου Θεοδωρίδη. Ένας Θεσσαλονικιός που άφησε την πόλη του για να αναμετρηθεί με την Αθήνα, βρήκε στο θεατρόφιλο κοινό της πρωτεύουσας μια ουσιαστική και ανοιχτή ανταπόκριση. Οι παραστάσεις του — από το devised "Έσπασε" (2011), το πολυσυζητημένο "Συνέδριο για το Ιράν" (2024), έως την πιο πρόσφατη σκηνοθεσία του, την "Ιεροτελεστία" που παρουσιάστηκε φέτος στο Εθνικό Θέατρο — αγαπήθηκαν όχι επειδή καθησύχαζαν, αλλά επειδή δοκίμαζαν τα όρια της σκηνικής εμπειρίας. Ο ίδιος έχει αποδείξει πως δεν στηρίζεται μόνο στο ταλέντο, αλλά σε μια καθαρή και συνεπή ματιά πάνω στην τέχνη της υποκριτικής· μια προσέγγιση που δεν αναπαριστά απλώς, αλλά αναζητά, δεν επιβεβαιώνει, αλλά θέτει διαρκώς ερωτήματα.

Η πρώτη του εμφάνιση στην Επίδαυρο δεν είναι, έτσι, μια τυπική "άφιξη", αλλά μια ουσιαστική δοκιμασία: μια συνάντηση με τον πυρήνα της θεατρικής παράδοσης, που απαιτεί θέση και ευθύνη. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή των "Περσών" του Αισχύλος αποκτά ιδιαίτερο βάρος.

"Αχ, μια φορά πόσο μεγάλη και γλυκιά ήταν στ’ αλήθεια η ζωή μας…"
"Τώρα πάει του βασιλιά μας η εξουσία…"
Οι "Πέρσες" αφηγούνται την οδύνη των ηττημένων μετά τη συντριβή των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το έργο παρουσιάστηκε το 472 π.Χ., μόλις οκτώ χρόνια μετά τη ναυμαχία (480 π.Χ.). Για τα δεδομένα της αρχαίας τραγωδίας, που συνήθως αντλεί από τον μυθολογικό κύκλο, αυτή η χρονική εγγύτητα είναι εξαιρετικά μικρή. Ο Αισχύλος γράφει ουσιαστικά για ένα "ζωντανό" γεγονός, που το κοινό του είχε βιώσει άμεσα ή έμμεσα. Έτσι, η τραγωδία αποκτά χαρακτήρα σχεδόν δημοσιογραφικό, ένα είδος σκηνικού "ρεπορτάζ" της ήττας.

Στα Σούσα, η Άτοσσα και ο Χορός περιμένουν νέα από την εκστρατεία· η είδηση της συντριβής οδηγεί σε έναν αδιάκοπο θρήνο, όπου το προσωπικό και το συλλογικό συγχωνεύονται. Ο Θεοδωρίδης διαβάζει το έργο ως μια διαχρονική αντιπολεμική κραυγή. Με λιτά μέσα και έμφαση στη σωματικότητα, τον λόγο και τη μουσικότητα, μετατρέπει τον Χορό σε φορέα μνήμης και τραύματος. Έτσι, η πρώτη του Επίδαυρος δεν αποτελεί απλώς ένα καλλιτεχνικό ορόσημο, αλλά μια συνειδητή τοποθέτηση: το αρχαίο δράμα ως ζωντανός, πολιτικός λόγος που συνομιλεί με το παρόν.

Προπώληση εισιτηρίων: more.com

