Εγκαινιάζεται σήμερα 3 Ιουνίου η ομαδική έκθεση-εγκατάσταση "Servare Intaminatum. Κλιματική Κρίση – Από το Αόρατο στο Ορατό ή πώς να αναπαραστήσεις το αδιανόητο", ένα εγχείρημα που καταλαμβάνει τον Λόφο Νυμφών και συγκεκριμένα τον χώρο του Εθνικού Αστεροσκοπείου και απεικονίζει με -επί το πλείστον- δυστοπικό και πεσιμιστικό τρόπο το ίχνος του ανθρώπου στη γη. Τα έργα, που αφομοιώνονται και μοιάζουν να "κατοικούν" μόνιμα ανάμεσα στα δέντρα και τα πράσινα και καφέ χρώματα του λόφου, δεν αποτελούν μια ακόμη προσπάθεια ανάδειξης της κλιματικής κρίσης και της οικολογικής καταστροφής ως μεμονωμένα φαινόμενα, αλλά δημιουργούν μια σχεσιακή ιδιότητα ανάμεσα στα ίδια και τον επισκέπτη: αν η γη είναι το σπίτι που κληρονομήσαμε, θα το κληροδοτήσουμε στην ίδια κατάσταση που το λάβαμε, στην επόμενη γενιά; Η κλιματική κρίση μέσα στο πλαίσιο αυτό, δεν αποτελεί ένα γεωλογικό φαινόμενο, αλλά ένα βίαιο αποτέλεσμα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων και κρίσεων που πηγάζουν από το ίδιο σημείο: το μοντέρνο καπιταλιστικό σύστημα, στο οποίο γίνονται πολλαπλές αναφορές και κριτικά σχόλια μέσα στην έκθεση.

Ο τίτλος φυσικά δεν είναι καθόλου τυχαίος. Αναφέρεται στο ένα από τα δύο κτίρια του Αστεροσκοπείου, στα οποία η έκθεση μοιράζεται και καταλήγει μετά την διαδρομή που μας προτείνει το σκαλισμένο από την ομάδα μονοπάτι. Servare Intaminatum σημαίνει να παραμένει κάτι ανέπαφο, και αποτελεί την ονομασία του κτιρίου του Σίνα στον Λόφο. Όπως αναφέρει και ο επιμελητής Δημήτρης Τρίκας για τη γενική φιλοσοφία της έκθεσης, η έκθεση δεν ωθεί ένα καθεστώς ακινησίας και αδράνειας του ανθρώπου στη γη, αλλά μια αναστοχαστική διαδικασία μέσω της οποίας το υποκείμενο ωφείλει να αναγνωρίσει το ίχνος που αφήνει μέσα στον χρόνο και πώς μπορεί να συνυπάρξει με κάθε μορφή ζωής με φροντίδα και αλληλοσεβασμό. Μπορούμε μάλιστα να πούμε πως, η πορεία που ακολουθούμε κλιμακώνεται, προς ένα νοητό -και κυριολεκτικό- τέλος, με τα έργα να πλησιάζουν όλο και περισσότερο μια σκοτεινή και πεσιμιστική προσέγγιση της κρίσης.

Τι είδαμε στην πορεία μας προς το "τέλος"
Το μονοπάτι λοιπόν, με τα δύο κτίρια (Σίνα και Συγγρού) και τη σπηλιά στην οποία καταλήγει, δημιουργεί έναν μικρόκοσμο, "μια αστική ουτοπία" όπως την χαρακτήρισε ο επιμελητής, όπου καλούμαστε να ανακαλύψουμε τα έργα και τη φιλοσοφία τους. Η πλειοψηφία των έργων είναι χειροποίητου χαρακτήρα ή αναλογικής εικόνας, ενώ τα ψηφιακά είναι μονάχα δύο. Ξεκινάμε από ένα ξύλινο περίπτερο καλυμμένο με ριζόχαρτο και φωτογραφίες ζώων, που από τη μία παραπέμπουν σεν μια -εμφανώς πιο ήσυχη και γαλήνια- μικρογραφία ενός μουσείου, από την άλλη σε θέατρο σκιών, με τον τρόπο με τον οποία το φως πηγάζει από το εσωτερικό του περιπτέρου. Ανεμοδείκτες, γήινα χρώματα, πολλές υφές και μαλλί, "συζούν" αρμονικά με το δάσος όσο προχωρούμε, λειτουργώντας όμως ταυτόχρονα ως μικρά προειδοποιητικά σημάδια για την ανθρώπινη παρέμβαση στον φυσικό χώρο. Μια αιφνιδιαστική δέσμευση δημιουργείται ανάμεσα σε άνθρωπο (επισκέπτη) και υπόλοιπα έμβια όντα με τους γλυπτικούς ζωόμορφους "φύλακες της γης" που διάσκορποι παραμονεύουν κρυμμένοι σε δέντρα και γωνίες.

Φτάνοντας στο βασικό κτίριο της έκθεσης, το κτίριο Σίνα (Servare Intaminatum) μας υποδέχονται στα αριστερά μεγενθυμένες φωτογραφίες από παραρτήματα αμαξιών που θυμίζουν δίκτυα, εντόσθια ή ιστούς, ενώ στα δεξιά η εγκατάσταση αποκτά μια οικοφεμινιστική χροιά. Με πλέγματα μαύρης μεμβράνης (παραπομπή στη χειροτεχνία και την οικοτεχνία) και ένα μεγάλο λευκό ύφασμα προίκας, εκτεθειμένα απόλυτα στον χρόνο και την σκόνη, και μια γλυπτική μορφή ακίνητη γυναίκας δεμένη στα πόδια και τα μάτια με ένα ζώο να στέκει δίπλα της, η εγκατάσταση αρνείται να διαχωρίσει οικολογία, φυλή, φύλο και τάξη, και αντιθέτως προτείνει ένα συνολικό εναλλακτικό αφήγημη θέασης του κόσμου και των κρίσεων. Μέσα στο κτίριο, αντικρίζουμε φωτογραφίες από ημιτελή έργα δρόμων, που τελικά καταστρέφουν τη φύση, αισθητικά, οικολογικά, αλλά και οικονομικά, επιβεβαιώνοντας τις προτεραιτότητες του καπιταλισμού για εφήμερες επενδύσεις προς εξυπηρέτηση μεγάλων συμφερόντων. Σε αντιπαραβολή με τα μεγάλα αυτά έργα, βλέπουμε πολλά σχέδια-μελέτες πάνω στην αρχιτεκτονική της καλύβας, του κατεξοχήν αγροτικού σπιτιού που σέβεται αμφότερα χειρωνακτική εργασία και ανθρώπινες ανάγκες αλλά και τις ανάγκες της γης και του οικοσυστήματος.

Κατηφορίζοντας ξανά προς τα κάτω, συναντάμε μια μεγάλη εγκατάσταση, η οποία επιμένοντας στην αίσθηση του ημιτελούς, χρησιμοποιεί καμμένα ξύλα από την Πεντέλη για να δημιουργήσει ένα εναλλακτικό αστικό δίκτυο, που ακροβατεί ανάμεσα στη ζωή και την πλήρη καταστροφή. Το "ψυχοτοπίο" αυτό δίνει το σημαντικότατο προνόμιο της νοητικής επεξεργασίας της καταστροφής μέσα από μεγάλη απόσταση, συνεπώς και ασφάλεια. Δεν υπάρχει πλέον κίνδυνος, υπάρχει όμως ήδη το αποτέλεσμα. Συνεχίζοντας, συναντάμε κατασκευές από ξύλο και θραύσματα μαρμάρου που σχολιάζουν τη λαϊκή ποπ κουλτούρα αλλά και ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας, ενώ ανάμεσα στα έργα παρατηρούμε και ένα έργο του Αληθεινού, όπου μια πρόχειρη στοίβα χαρτονομισμάτων, μας υπενθυμίζει να κοιτάξουμε την οικολογική κρίση ως απόρροια οικονομικών συμφερόντων, αλλά και να αναλογιστούμε τον έλεγχο που ασκεί στη ζωή μας η διαρκής διεκδίκηση και αναζήτηση κεφαλαίου.


Έπειτα, παίζουμε ακόμη πιο έντονα με τα όρια τεχνητού και φυσικού, με συνθέσεις ρητίνης που προκαλούν ήχο από τον αέρα, με σωλήνες από τεχνικά έργα φυσικού αερίου -που έχουν καταλάβει την αθηναϊκή πόλη και δημιουργούν έναν εκκωφαντικό ήχο που πλέον μας μοιάζει μόνιμος-, με μια γλυπτική "κουβέρτα" φαρμάκων που αγκαλιάζει τον βράχο και τον πνίγει παράλληλα, με τον ίδιο τρόπο που οι φαρμακοβιομηχανίες λειτουργούν και αναπτύσονται μέσα στο σύγχρονο καθημερινό καθεστώς.

Λίγο πριν φτάσουμε στην τελική σπηλιά, μπαίνουμε στο δεύτερο κτίριο, το κτίριο Συγγρού, όπου συναντάμε το πρώτο ψηφιακό έργο, ένα περιβάλλον σχεσιακής και διαδραστικής αρχιτεκτονικής, όπου ο επισκέπτης ορίζει τι θα δει και τι θα ακούσει βάσει των κινήσεών του στον ξύλινο χώρο. Διασχίζοντας και το τελευταίο μέρος του μονοπατιού φτάνουμε στη σπηλιά, η οποία κατά βάση κατοικείται από δύο επι μέρους εγκαταστάσεις. Η πρώτη αφορά τη μνήμη και τον χώρο, με οικιακά αντικείμενα από σιλικόνη να αιωρούνται και να βρίσκουν νέο τόπο κατοικίας: από το συμβατικό σπίτι, ως ανθρώπινη κατασκευή, στην πρωτόγονη σπηλιά.

Η μνήμη λειτουργεί ως προειδοποίηση, όσο προχωράμε και καταλήγουμε στην τελική εγκατάσταση, όπου η διαχρονική έννοια του "fou" ("τρελός") ξεφεύγει από τις κλασικές μεσαιωνικές ερμηνείες και αποκτά μια νέα παγανιστική διάθεση ακολουθώντας το γνωστό στυλ του Πάνου Σκλαβενίτη. Με βίντεο και χειροποιίητες γλυπτικές μορφές, ακολουθούμε τελετουργίες της Ελλάδας, μύθους, αστικά αφηγήματα και σύγχρονες μορφές όπως καρτούν, στα οποία ο άνθρωπος φαίνεται να γίνεται ένα βουκολικό σύμβολο τρέλας, που κυριαρχεί τον νέο, δυστοπικό κόσμο. Πόσο μακριά, ή μάλλον, πόσο κοντά μας είναι τελικά ο κόσμος αυτός; Ποιο ακριβώς θα είναι το τέλος της γης;
Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 4 Ιουλίου.
Περισσότερες πληροφορίες
Servare Intaminatum. Κλιματική Κρίση – Από το Αόρατο στο Ορατό ή πώς να αναπαραστήσεις το αδιανόητο
Η έκθεση καλεί τους επισκέπτες να αναγνωρίσουν και να επανεξετάσουν την κλιματική κρίση όχι μόνο ως περιβαλλοντική καταστροφή, αλλά ως απόρροια των συστημάτων που κυριαρχούν στον πλανήτη. Πρόκειται για μια συλλογικού τύπου καλλιτεχνική παρέμβαση στον χώρο του Αστεροσκοπείου.


