Ο Μιλτιάδης Χατζηγιάννης, με καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Mr. Arri, πρόσφατα μάλιστα απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, μόλις έκλεισε τον κύκλο της πρώτης του -όπως ο ίδιος διευκρινίζει- "επίσημης" ατομικής έκθεσης "The Revival of My Childhood Obsessions – Part 2", στον χώρο πολιτισμού ALAYA. Με αφορμή την έκθεσή του, είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μαζί του για τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα, την επιμονή της παιδικής εμπειρίας και μνήμης που λειτουργεί ως έμπνευση για τη δουλειά του, αλλά και τα μελλοντικά του σχέδια.
Συστήθηκες στο ευρύ κοινό με μια θεματική που αφορά την παιδική σου ηλικία. Με ποιον τρόπο σε ενδιαφέρει η προσέγγιση αυτή στην καλλιτεχνική σου δημιουργία;
Από πολύ μικρός νιώθω ότι είχα πολλές εμμονές. Κάποιες άλλαζαν σταδιακά, και άλλες παραμένουν ακέραιες μέχρι και σήμερα. Δεν έχω μιλήσει για όλες, επιλέγω να μιλήσω για τον κινηματογράφο, το θέατρο σκιών και τον χαρακτήρα ως αυτοδύναμη χαρακτήρα-φιγούρα. Μιλώντας για αυτές τις εμμονές, και μέσω της δουλειάς μου αλλά και μέσω της καθημερινότητάς μου γενικότερα, αισθάνομαι πως αναβιώνω το αίσθημα της παιδικής μου ηλικίας με δημιουργικό τρόπο, και αυτό με οδηγεί σε κάποια λύτρωση. Νιώθω δηλαδή, πως το χρωστάω στον εαυτό μου να μιλήσω για όλα όσα έχω αισθανθεί και βιώσει ως παιδί.
Πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με την τέχνη και πώς οδηγήθηκες στη δημιουργία της παρούσας έκθεσης;
Στην πραγματικότητα δε θεωρώ ότι αυτή η έκθεση είναι η πρώτη μου. Ως πρώτη μου έκθεση αισθάνομαι εκείνη τη φορά στο Δημοτικό, όταν κρέμασα όλους τους Καραγκιόζηδες που είχα φτιάξει στο δωμάτιό μου. Ή και λίγο πιο μετά, όταν δημιούργησα ένα ολόκληρο βίντεο κλαμπ στο σπίτι μου όπως το φανταζόταν ο μικρός Μιλτιάδης, και ως μόνους επισκέπτες είχα τους γονείς μου και εμένα τον ίδιο. Και στα χρόνια των σπουδών μου φυσικά, ό,τι δημιούργησα μέσα στα εργαστήρια της σχολής, τα θεωρώ μικρές εκθέσεις. Αυτό που αλλάζει είναι η αύξηση του κοινού. Η έκθεση αυτή, παρουσιάστηκε πρώτη φορά ως η πτυχιακή μου εργασία και ήταν ένα πολύ σημαντικό, πιο "επίσημο" βήμα για μένα.

Πώς είναι η αλληλεπίδρασή σου με το κοινό και ποια τα σχόλια που ακούς;
Νομίζω μέχρι τώρα έχω εισπράξει όμορφα λόγια, πάντα όμως υπάρχει και η κακή κριτική και είμαι εδώ για να την ακούσω. Είναι πολύ σημαντικό για μένα πως όσα από τα άτομα που έχουν έρθει στο Part 2, είχαν επισκεφτεί και την πτυχιακή μου (Part 1), την απόλαυσαν και τις δυο φορές. Μου αρέσει να νιώθω πως είμαι συνεπής και ειλικρινής με το έργο μου απέναντι στο κοινό και αυτό πάντα φέρνει αμοιβαιότητα.
Ποια είναι η σκέψη σου συνήθως πίσω από την επιλογή των υλικών σου;
Γενικά ως προς αυτό λειτουργώ αυθόρμητα. Συνήθως βρίσκω κάτι που μου κάνει το κλικ τυχαία και μου δίνει έμπνευση να δουλέψω με αυτό. Ίσως έχω μια αδυναμία στις διαφανείς επιφάνειες, κάτι που ξεκινάει από παλιά, από συσκευασίες DVD που είχαν ένα διαφανές μέρος. Η υλικότητα και η υφή αυτού πάντα με ιντρίγκαρε.

Υπάρχουν καλλιτέχνες που σε έχουν επηρεάσει;
Είναι πάρα πολλοί, ενδεικτικά θα αναφέρω τους Δημήτρη Πουλάκη (candybonnes), Ευγένιο Σπαθάρη,Σπύρο Αγγελόπουλο, Allison Schulnik, George Condo, Francisco Goya, Kara Walker, KAWS, Kenny Scharf.
Πιστεύεις ότι, τουλάχιστον στην Ελλάδα, μπορείς να κάνεις την τέχνη σου επάγγελμα, να βασίζεσαι σε αυτήν βιοποριστικά; Και κυρίως είναι κάτι που εσύ θες;
Προσπαθώ να είμαι αισιόδοξος πιστεύοντας πως αν αγαπάς κάτι αληθινά και δουλεύεις κάθε μέρα σκληρά για αυτό, θα δικαιωθείς με κάποιον τρόπο. Για να γίνει αυτό όμως, προσωπικά πιστεύω πως πρέπει να είσαι εμμονικός, πολύ επίμονος, να έρχεσαι σε καθημερινές προκλήσεις με τον εαυτό σου. Χρειάζεται να κοπιάσεις έντονα για να πετύχεις. Να σημειώσω επίσης, πως σε όλη αυτήν την προσπάθεια και για την υλοποίηση της έκθεσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω την οικογένειά μου, Νικόλαο Χατζηγιάννη, Μάρθα Αναστάσογλου και Φωτεινή Αναστάσογλου και τους καλλιτέχνες Γιώργο Παπαστυλιανού, Πάνο Μπρούσαλη, Στάθη Νούλα, Βίκτωρ Ντίαζ Σάντσεζ, Κωνσταντίνα Πεντερή, Γιάννη Καλογερόπουλο, Γιώργο Κατσαπρακάκη.
Όπως μας ενημέρωσε στο τέλος της συζήτησής μας, επιλέγει να μην μοιραστεί τα μελλοντικά του σχέδια, αλλά μας διεβεβαιώνει πως αυτός σίγουρα θα επιμείνει και ελπίζει η έκθεση αυτή ότι ήταν πράγματι μια αρχή για μια μεγάλη σταδιοδρομία.


