Padiglione Centrale Giardini © Photo by Francesco Galli
"Από τη στιγμή που συμμετέχουν οι ΗΠΑ με περίπτερο, γεγονός απολύτως σουρεαλιστικό, δεν νομίζω ότι έχει νόημα να συζητάμε περαιτέρω” απάντησε ο Ανδρέας Αγγελιδάκης, ο καλλιτέχνης που θα εκπροσωπήσει φέτος την Ελλάδα στη Μπιενάλε Βενετίας, σε ερώτηση δημοσιογράφου κατά τη συνέντευξη Τύπου για το ελληνικό περίπτερο, ως προς το πως τοποθετείται για τη συμμετοχή του Ισραήλ, προσθέτοντας ότι είναι κατά των αποκλεισμών γενικά. Και η αλήθεια είναι ότι όσο και να συντάσσεσαι με τις διαμαρτυρίες - προσωπικές αλλά και συλλογικές και θεσμικές - που κατέκλυσαν τις τελευταίες εβδομάδες τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την απόφαση της Μπιεναλε να συμμετέχει κανονικά το Ισραήλ, από τη στιγμή που κανείς δεν μιλά εν μέσω πολέμου για το περίπτερο των ΗΠΑ το αίσθημα που κυριαρχεί είναι ο διχασμός, αν όχι η υποκρισία της όλης συζήτησης. Άλλωστε φέτος επιστρέφει στα Giardini, τους κήπους με τα ιστορικά εθνικά περίπτερα, και η Ρωσία, για πρώτη χρονιά μετά τη μεγάλης κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία οπότε η συζήτηση τελειώνει κάπου εδώ. Business as usual. Ή μήπως όχι; Μπορεί να υπάρξει θεσμική κριτική μέσα σε αυτό το πλαίσιο;
Ισραήλ: το "Ρόδο του Τίποτα" ανθίζει στην Αίθουσα Όπλων
Η απόφαση της Μπιενάλε να συμπεριληφθεί με επίσημη συμμετοχή το Ισραήλ και, όπως ανακοινώθηκε πρόσφατα και η Ρωσία, εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία και της γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Γάζα, έχουν μετατρέψει τη Μπιενάλε σε πεδίο σφοδρών αντιπαραθέσεων. Η διοργάνωση, η οποία επισήμως επικαλείται τη "θεσμική ουδετερότητα", βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες για "art-washing" και πολιτική σκοπιμότητα.
Παρά τις συνεχιζόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, το Ισραήλ επιβεβαίωσε τη συμμετοχή του στη Μπιενάλε με τον γλύπτη Belu-Simion Fainaru και το έργο "Το Ρόδο του Τίποτα" (Rose of Nothingness). Η εγκατάσταση είναι μια μνημειακή κατασκευή, η οποία χρησιμοποιεί ένα σύστημα δεκαέξι σωλήνων για να στάζει μαύρο νερό σε μια δεξαμενή. Ο καλλιτέχνης εμπνέεται από την ποιητική του Paul Celan, κυρίως την έννοια του "μαύρου γάλακτος", ενώ ο αριθμός δεκαέξι παραπέμπει στον συμβολισμό της Καμπάλα. Ο Fainaru περιγράφει το έργο ως μια "χωρική σελίδα του Ταλμούδ χωρίς γράμματα", που προσκαλεί σε περισυλλογή πάνω στη μνήμη και τη συνείδηση.
Ο Fainaru δηλώνει ότι είναι "ιδιαίτερα χαρούμενος να εκπροσωπεί το Ισραήλ σε τόσο περίπλοκες εποχές" και ότι αντιτίθεται σε κάθε μορφή μποϊκοτάζ, υποστηρίζοντας ότι η τέχνη πρέπει να είναι ένας χώρος διαλόγου και ελπίδας, πέρα από τα πολιτικά εμπόδια.
Η ακτιβιστική ομάδα "Συμμαχία Τέχνη Όχι Γενοκτονία”/ Art Not Genocide Alliance (ANGA) και καλλιτέχνες και θεσμοί που καταγγέλλουν τη συμμετοχή του Ισραήλ και κάνουν λόγο για art-washing επισημαίνοντας μάλιστα ότι το έργο εξυμνεί την ισραηλινή τεχνολογία άρδευσης, νομιμοποιώντας έτσι τον εθνικό μύθο ότι το Ισραήλ "έκανε την έρημο να ανθίσει" τονίζοντας παράλληλα, ότι το Ισραήλ ελέγχει περίπου το 80% των υδάτινων πόρων της Δυτικής Όχθης, χρησιμοποιώντας το νερό ως όπλο καταναγκασμού και μηχανισμό ελέγχου. Χαρακτηρίζουν επίσης τη χρήση της ποίησης του Celan, ενός επιζώντα του Ολοκαυτώματος, ως οικειοποίηση της ιστορικής οδύνης για να δικαιολογηθεί η γενοκτονία στη Γάζα.
Θυμίζουμε ότι στην προηγούμενη Μπιενάλε Βενετίας το 2024, η Ισραηλινή καλλιτέχνις Ruth Patir αποφάσισε να στήσει το έργο της στο περίπτερο, αλλά να το κρατήσει κλειστό μέχρι να επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός και απελευθέρωση των ομήρων. Η κίνηση αυτή, ενώ θεωρήθηκε πράξη προσωπικής διαμαρτυρίας, επέτρεψε στην καλλιτέχνιδα να διατηρήσει τα οφέλη της συμμετοχής (όπως την επιχορήγηση) χωρίς να αναλάβει πολιτικό ρίσκο, με το κλειστό περίπτερο του Ισραήλ να φυλάσσεται από αστυνομικούς και το έργο της να αγοράζεται αργότερα από το Εβραϊκό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Φέτος, βέβαια, η απόφαση της Μπιενάλε να φιλοξενήσει το περίπτερο του Ισραήλ στο Arsenale, τον δεύτερο επίσημο χώρο της Μπιενάλε Βενετίας (λόγω ανακαίνισης του περιπτέρου που βρίσκεται στα Giardini) έχει επιφέρει επιπλέον κριτική ειδικότερα εφόσον δεν ζητήθηκε καν από το Ισραήλ να αναζητήσει έναν χώρο προς ενοικίαση ανά την πόλη, όπως συμβαίνει με αρκετές χώρες που δεν έχουν μόνιμα δικά τους περίπτερα, αλλά παραχωρήθηκε η Αίθουσα Όπλων Γ, που ιστορικά χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση όπλων, μια απόφαση "συμβολικά ταιριαστή” όπως γράφτηκε στο Hyperallergic για ένα περίπτερο που λειτουργεί περισσότερο ως γεωπολιτική χειρονομία παρά ως καλλιτεχνική πρόταση.
"Η τοποθέτηση του Ισραηλινού Περιπτέρου στην "καρδιά" της Μπιενάλε συνιστά μια μορφή πολιτισμικής νομιμοποίησης. Συμβάλλει στην κανονικοποίηση και την αισθητικοποίηση της κρατικής βίας, μετατρέποντας μια ζωτικής σημασίας πλατφόρμα διεθνούς πολιτισμικής ανταλλαγής σε όχημα "art-washing".
Ανάμεσα στους θεσμούς που έχουν εκφράσει την αντίδρασή τους για την εν λόγω απόφαση είναι και η ευρωπαϊκή συνομοσπονδία μουσείων, οργανισμών τέχνης και πανεπιστημίων L’Internationale κάνοντας λόγο για μια απόφαση με σαφείς νομικο-διοικητικές και συμβολικές προεκτάσεις. Αναφέρουν χαρακτηριστικά: "Σε αντίθεση με τα περίπτερα στους Giardini, που αντανακλούν μακροχρόνιες εθνικές παρουσίες στον ιστορικό χώρο της Μπιενάλε, η συμμετοχή στο Αρσενάλε προκύπτει από πρόσκληση του ίδιου του Ιδρύματος της Μπιενάλε. Η φιλοξενία ενός εθνικού περιπτέρου σε αυτό το πλαίσιο δεν είναι ουδέτερη ή τυχαία: συνιστά ρητή θεσμική επικύρωση. (...) Η τοποθέτηση του Ισραηλινού Περιπτέρου στην "καρδιά" της Μπιενάλε συνιστά μια μορφή πολιτισμικής νομιμοποίησης. Συμβάλλει στην κανονικοποίηση και την αισθητικοποίηση της κρατικής βίας, μετατρέποντας μια ζωτικής σημασίας πλατφόρμα διεθνούς πολιτισμικής ανταλλαγής σε όχημα "art-washing".

Η επιλογή αυτή είναι ακόμη πιο ανησυχητική υπό το φως των γεγονότων της προηγούμενης Μπιενάλε. Το 2024, πολλά μέλη του L’Internationale εντάχθηκαν στη συμμαχία Art Not Genocide Alliance (ANGA), η οποία κινητοποίησε χιλιάδες καλλιτέχνες, επιμελητές, συγγραφείς και εργαζόμενους στον πολιτισμό παγκοσμίως για να απαιτήσουν λογοδοσία από τη Μπιενάλε. Η κινητοποίηση της ANGA έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο κλείσιμο του Ισραηλινού Περιπτέρου και συνέβαλε στην ενίσχυση των παλαιστινιακών φωνών που διαφορετικά περιθωριοποιούνταν ή αποκλείονταν. Η τρέχουσα απόφαση να ενταχθεί το ισραηλινό κράτος στον κεντρικό εκθεσιακό χώρο της Μπιενάλε αποτελεί, συνεπώς, μια συνειδητή πολιτική δήλωση — την οποία το L’Internationale απορρίπτει κατηγορηματικά.”
Σε απάντηση της τρέχουσας απόφασης της Μπιενάλε, η ANGA έχει ξεκινήσει μια νέα καμπάνια που συγκεντρώνει υποστήριξη από έναν αυξανόμενο αριθμό υπογραφόντων. Αυτή η κινητοποίηση δεν σηματοδοτεί μόνο διαφωνία, αλλά και μια αυξανόμενη άρνηση καλλιτεχνών και εργαζομένων στον πολιτισμό να αποδεχθούν τη χρήση των καλλιτεχνικών θεσμών ως ασπίδων για την κρατική βία.
Ρωσία: "Το Δέντρο Ριζώνει στον Ουρανό" των Giardini

Το ρωσικό περίπτερο πρόκειται να ανοίξει ξανά για τη Μπιενάλε του 2026, έπειτα από απουσία δύο διοργανώσεων που ακολούθησε την εισβολή στην Ουκρανία. Η έκθεση, με τίτλο "Το Δέντρο Ριζώνει στον Ουρανό", θα φιλοξενήσει πάνω από 50 νέους καλλιτέχνες από τη Ρωσία, καθώς και χώρες της Λατινικής Αμερικής και Αφρικής, με στόχο να προβάλει μια "πολυγλωσσική πολυφωνία πολιτισμών" που απορρίπτει την περιφερειακή θέση σε σχέση με τη Δύση.
Ο Ρώσος απεσταλμένος για τις διεθνείς πολιτιστικές ανταλλαγές, Μιχαήλ Σβιντκόι, δήλωσε ότι η Ρωσία "ποτέ δεν έφυγε" και πως η επαναλειτουργία δεν είναι "επιστροφή", αλλά αναζήτηση νέων μορφών δημιουργικής δράσης, τονίζοντας ότι ο πολιτισμός πρέπει να υπερισχύει της στιγμιαίας πολιτικής. Η Ουκρανία αλλά και καλλιτέχνες και θεσμοί απ’ όλο τον κόσμο χαρακτήρισαν την κίνηση "πολιτική μεταμφιεσμένη σε τέχνη" και "ξέπλυμα" των ρωσικών εγκλημάτων. Το ουκρανικό περίπτερο ανακοίνωσε ότι θα εκθέσει ένα γλυπτό ελαφιού που διασώθηκε από επιθέσεις στο Ντονέτσκ, ως άμεση καλλιτεχνική αντίδραση.

Μετά τις εκτενείς διαμαρτυρίες για την απόφαση της Μπιενάλε να επιτρέψει στη Ρωσία να έχει περίπτερο, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταδικάζει την απόφαση, προειδοποιώντας ότι θέτει σε κίνδυνο τη χρηματοδότηση της ΕΕ για την εκδήλωση, και τον Ιταλό υπουργό Πολιτισμού Αλεσάντρο Τζούλι να καλεί τη Μπιενάλε να ανακαλέσει την πρόσκληση προς τους Ρώσους, ο πρόεδρος της Μπιενάλε Βενετίας Πιετραντζέλο Μπουταφουόκο, δήλωσε ότι η φετινή έκθεση θα προσφέρει επίσης μια πλατφόρμα σε διαφωνούντες.
Συγκεκριμένα ανέφερε στον Τύπο ότι ετοιμάζει δύο πρότζεκτ, ένα που τιμά την 50ή επέτειο της Μπιενάλε της Διαφωνίας, προσκαλώντας πέντε εξέχουσες προσωπικότητες που σήμερα είναι ανεπιθύμητες από τις κυβερνήσεις τους, από τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, την Κίνα, τη Ρωσία και ακόμη και την ΕΕ", κι ένα που έχει τίτλο "Η Στήλη και το Θεμέλιο της Αλήθειας”, πέντε βραδιές αφιερωμένες στον Πάβελ Φλορένσκι", αναφερόμενος στον Ρώσο ορθόδοξο ιερέα, επιστήμονα και φιλόσοφο που εκτελέστηκε από τους Σοβιετικούς το 1937.
Η Μπιενάλε της διαφωνίας έλαβε χώρα στη Βενετία το 1977 με αφορμή την 60η επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης εξετάζοντας το φαινόμενο της διαφωνίας ως εναλλακτική λύση στην επίσημη αισθητική και ιδεολογία στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ και φιλοξενώντας κυρίως αντικαθεστωτικούς σοβιετικούς καλλιτέχνες. Η Σοβιετική Ένωση διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι η ανεπίσημη κουλτούρα, η οποία δεν αναγνωριζόταν από τους επίσημους θεσμούς της ίδιας της χώρας, επρόκειτο να προβληθεί στο εξωτερικό ως αντιπροσωπευτική. Μετά τα εγκαίνια της κεντρικής έκθεσης τέχνης "Η νέα σοβιετική τέχνη: μια ανεπίσημη προοπτική”, οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ της ΕΣΣΔ και της Ιταλίας ήταν τόσο τεταμένες που η Σοβιετική Ένωση δεν συμμετείχε στη Μπιενάλε της Βενετίας για αρκετά χρόνια.
Οι Pussy Riot κοινοποίησαν επιστολή προς τον πρόεδρο της Μπιενάλε γράφοντας ότι:

Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι προσκαλείτε αντιφρονούντες θέλοντας να αναβιώσετε τη Μπιενάλε της διαφωνίας που έλαβε χώρα το 1977 με αφορμή την 60η επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Είναι ένας ενδιαφέρων συνδυασμός.
Η φιλοξενία της επίσημης κρατικής εκπροσώπησης παράλληλα με την επιμέλεια της "διαφωνίας" ενέχει τον κίνδυνο να μετατραπεί η τελευταία σε μια επιτελεστική χειρονομία και επίδειξη αρετής, αντί για ουσιαστική θέση. Παρ’ όλα αυτά, αν όντως το εννοείται ότι προσκαλείτε καλλιτέχνες που δεν ευθυγραμμίζονται με τις κρατικές αφηγήσεις, είμαστε έτοιμες να πάρουμε τον λόγο.
Αν επιθυμείτε να στηρίξετε τη διαφωνία, θα είμαστε εκεί. Ισχυρίζεστε ότι σας απασχολεί η λογοκρισία — οι Pussy Riot είναι τόσο λογοκριμένες στη Ρωσία που έχουμε χαρακτηριστεί "εξτρεμιστική οργάνωση"· ακόμη και η επίσκεψη στην ιστοσελίδα μας ή το να κάνει κανείς like σε εικόνες της τέχνης μας ποινικοποιείται.
Ζητούμε πρόσβαση στον χώρο της Μπιενάλε στις 6, 7 και 8 Μαΐου. Δεν απαιτούμε καμία επιπλέον υποστήριξη.
Παρακαλούμε ενημερώστε μας αν αυτή η Μπιενάλε έχει χώρο για όσα ισχυρίζεται ότι προσκαλεί.
Με εκτίμηση,
Pussy Riot
Υπάρχει ουδέτερος θεσμός;

Η επίσημη θέση της Μπιενάλε είναι ότι δεν έχει την εξουσία να αποκλείσει έθνη που αναγνωρίζονται διπλωματικά από την ιταλική κυβέρνηση και ότι προωθεί τον διάλογο. Ωστόσο, οι επικριτές αντιτείνουν ότι αυτή η στάση έρχεται σε αντίθεση με ιστορικά προηγούμενα. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζουν ότι το 1974, η Μπιενάλε ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις για αλληλεγγύη στη Χιλή ενάντια στη δικτατορία του Πινοσέτ, ανασυγκροτούμενη ως πολιτικό φόρουμ, ενώ η Νότια Αφρική είχε αποκλειστεί από τη συμμετοχή για σχεδόν 30 χρόνια λόγω του απαρτχάιντ. Ας μην ξεχνάμε ότι ένας καλλιτεχνικός θεσμός δεν είναι ποτέ ένας ουδέτερος χώρος και ότι η τρέχουσα επίκληση της ουδετερότητας αποτελεί από μόνη της μια πολιτική θέση που εξυπηρετεί συγκεκριμένες κρατικές πολιτικές.
Ποιός καλλιτέχνης είναι κατάλληλος να εκπροσωπήσει τις ΗΠΑ του Τραμπ;
Μετά από μήνες καθυστερήσεων και φημών που ακολούθησαν την εκλογή Τραμπ, επιλέχθηκε για το Εθνικό Περίπτερο των ΗΠΑ ο γλύπτης Alma Allen, ένας σχετικά χαμηλών τόνων αυτοδίδακτος καλλιτέχνης που έγινε περισσότερο γνωστός μετά τη συμμετοχή του στη Whitney Biennale στη Νέα Υόρκη το 2014. Γεννημένος το 1970 Γιούτα, ο Allen ξεκίνησε πουλώντας τα έργα του στους δρόμους του Σόχο ζώντας σε καταλήψεις στη Νέα Υόρκη, αφού είχε εγκαταλείψει το λύκειο και είχε φύγει από το σπίτι του, έζησε για χρόνια σε μια απομονωμένη τοποθεσία της Καλιφόρνια μες στη φύση και εγκαταστάθηκε στην πόλη Τεπότσλαν του Μεξικού το 2017. Τα αφηρημένα, βιομορφικά γλυπτά του, από υλικά όπως η πέτρα, το ξύλο και ο μπρούντζος συνήθως ξεκινούν ως μικρές, χειροποίητες μακέτες και στη συνέχεια σμιλεύονται σε μεγάλο μέγεθος από ένα ειδικά κατασκευασμένο ρομπότ, το οποίο είναι ικανό να σμιλεύει σύμφωνα με τις οδηγίες του.
Η συμμετοχή του στη Μπιενάλε Βενετίας έχει τίτλο "Alma Allen: Call Me the Breeze" και θα την επιμεληθεί ο Jeffrey Uslip, πρώην επικεφαλής επιμελητής του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (CAM) του Σαιντ Λούις, ο οποίος παραιτήθηκε το 2016 μετά από κατηγορίες για έλλειψη φυλετικής ευαισθησίας σχετικά με έκθεση καλλιτέχνη που τα έργα του θεωρήθηκαν προσβλητικά για τη μαύρη κοινότητα. Διοργανώνεται από την επίτροπο Jenni Parido, ιδρύτρια του American Arts Conservancy, ενός οργανισμού που ιδρύθηκε μόλις νωρίτερα φέτος και του αποδίδονται στενές σχέσεις με τη διοίκηση Τραμπ.
"Φυσικά, δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες σχετικά με το ποιος υποστηρίζει τον Alen” γράφει ο J.J. Charlesworth στο άρθρο του "Με τι θα έπρεπε να μοιάζει μια έκθεση της Αμερικής του Τραμπ;” στο Art Review τον Νοέμβριο. "Ενώ οι κυρίαρχοι καλλιτεχνικοί θεσμοί της Αμερικής έκαναν τα στραβά μάτια στην ιδέα της υποβολής αίτησης, άλλοι παράγοντες παρενέβησαν και οι συντηρητικοί συσπειρώθηκαν προκειμένου να οργανώσουν ένα θεσμικό όχημα για να συμβεί αυτό.” O Charlesworth κάνει, βέβαια, το δικηγόρο του διαβόλου, επισημαίνοντας τις σύνθετες διαστάσεις του πόσο πολιτικό μπορεί να είναι ένα έργο σε μια τόσο πολιτική στιγμή, στρέφοντας την προσοχή μας ιδιαίτερα στους θεσμούς ως φρουρούς προνομίων.
"Ενώ οι κυρίαρχοι καλλιτεχνικοί θεσμοί της Αμερικής έκαναν τα στραβά μάτια στην ιδέα της υποβολής αίτησης, άλλοι παράγοντες παρενέβησαν και οι συντηρητικοί συσπειρώθηκαν προκειμένου να οργανώσουν ένα θεσμικό όχημα για να συμβεί αυτό.”
"Ενώ οι κυρίαρχοι καλλιτεχνικοί θεσμοί της Αμερικής έκαναν τα στραβά μάτια στην ιδέα της υποβολής αίτησης, άλλοι παράγοντες παρενέβησαν και οι συντηρητικοί συσπειρώθηκαν προκειμένου να οργανώσουν ένα θεσμικό όχημα για να συμβεί αυτό. (...) Ίσως το έργο του Allen να είναι κατάλληλο να εκπροσωπήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ίσως είναι απαίσιο έργο. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει;”
Με τον κόσμο της τέχνης, όπως τουλάχιστον εκφράζεται στο πλαίσιο διοργανώσεων όπως η Μπιενάλε Βενετίας να ταυτίζεται με φιλελεύθερες, προοδευτικές απόψεις, η απόπειρα της διοίκησης Τραμπ να επιβάλει νέα κριτήρια, όπως η προώθηση "αμερικανικών αξιών" και "μη πολιτικού χαρακτήρα" έργων αποτελεί μεν καταπάτηση της ελευθερίας της έκφρασης και πολιτική πράξη από μόνη της. Την ίδια στιγμή όμως σύμφωνα με τον Charlesworth "Εάν η κυβέρνηση Τραμπ ακούγεται μπερδεμένη σχετικά με το ότι θέλει μια εκπροσώπηση των ΗΠΑ στη Βενετία που να είναι ταυτόχρονα μη πολιτική και να προωθεί τις αμερικανικές αξίες, είναι επειδή η γραμμή μεταξύ της ανοιχτής πολιτικής στην τέχνη και των λιγότερο ρητών "αξιών", που δεν είναι λιγότερο πολιτικές, δεν είναι εύκολο να καθοριστεί”. Γι’ αυτό η επιλογή του Allen είναι κατά τη γνώμη του "ενδιαφέρουσα και περίπλοκη, επειδή τα γλυπτά του, ιδιοσυγκρασιακά, ιδιόρρυθμα και υπαινικτικά, δεν φαίνεται να έχουν άμεσα "πολιτικό χαρακτήρα". Και όμως, σε μια τόσο πολιτική στιγμή, μοιάζει αδύνατο να ξεφύγεις από την εμμονή με ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να να κάνει μια πολιτική δήλωση - και μάλιστα τη "σωστή", όπως αποφασίζεται από εκείνους που διατηρούν την εξουσία σε θεσμούς που, για παράδειγμα, επιλέγουν καλλιτέχνες για τη Βενετία εξαρχής.” συμπληρώνει.
Με δύο από τις γκαλερί που συνεργάζονταν με τον Allen να διακόπτουν τη συνεργασία τους μαζί του όταν ανακοινώθηκε η συμμετοχή του στη Μπιενάλε Βενετίας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν βρήκε άλλη γκαλερί, ο Charlesworth μιλά για "οστρακισμό” ενός καλλιτέχνη που "έχει υπάρξει ένα σχετικά καθιερωμένο μέλος της καλλιτεχνικής σκηνής των ΗΠΑ”, την ίδια στιγμή που "αυτό που διακυβεύεται πραγματικά είναι η διατήρηση από καθιερωμένους καλλιτεχνικούς θεσμούς του προνομίου να αποφασίζουν ποιες ατζέντες και ποιοι καλλιτέχνες πρέπει να πριμοδοτούνται. "Ίσως το έργο του Allen να είναι κατάλληλο να εκπροσωπήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ίσως είναι απαίσιο έργο. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει;"
Πολεμώντας την "ηγεμονία της Αριστεράς” στους Ιταλικούς πολιτιστικούς θεσμούς

Η συζήτηση στρέφεται, βέβαια, και στην ίδια τη θεσμική ταυτότητα της Μπιενάλε Βενετίας, αφού από το 2022 που ανέλαβε την εξουσία η κυβέρνηση Μελόνι έχει τοποθετήσει ιδεολογικούς συμμάχους σε πολιτιστικά ιδρύματα και έχει μιλήσει ανοιχτά για αναδιαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας μέσα από ένα εθνικιστικό και συντηρητικό πρίσμα. Στην κατεύθυνση της δημιουργίας μιας δεξιάς πολιτιστικής ηγεμονίας, έχει επιλεχθεί τόσο ο υπουργός Πολιτισμού της Ιταλίας Αλεσάντρο Τζούλι, δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο οποίος δεν κρύβει τις "μοναρχικές” ρίζες του, όσο και ο Πιετραντζέλο Μπουταφούκο για τη διεύθυνση της Μπιενάλε της Βενετίας.
Πριν λίγους μήνες μάλιστα οι μουσικοί της ιστορικής όπερας La Fenice της Βενετίας ξεκίνησαν απεργία αρνούμενοι να παίξουν υπό τη διεύθυνση της Μπεατρίτσε Βενέτσι, που διορίστηκε μουσική διευθύντρια, με κριτήρια που κατά τη γνώμη τους δεν είναι μουσικά.
Τίποτα δεν θεωρείται πλέον δεδομένο ή κεκτημένο, τη στιγμή που σε θεσμούς όπως η Quadriennale της Ρώμης φέτος παρουσιάστηκε αναδρομή στα εγκαίνιά της το 1931 επί Μουσολίνι, με σχετικές εικόνες του δικτάτορα, χωρίς αυτές να μπαίνουν σε κανένα πλαίσιο διερώτησης από τους επιμελητές, με αποτέλεσμα να μπορούν να διαβαστούν ακόμη και ως κληρονομιά προόδου που άφησε ο φασισμός.
Αν μη τι άλλο, μέσα σε αυτή τη συγκυρία, το Εθνικό Περίπτερο της Ελλάδας όπου φέτος ο Ανδρέας Αγγελιδάκης, σε επιμέλεια του Γιώργου Μπεκιράκη, διερευνά και κουηρεύει τη "ζωή” του Περιπτέρου σε συνάρτηση με το πολιτικό κλίμα της εποχής της γέννησής του - δηλαδή τον φασισμό - παρακολουθώντας τις ιστορικές εξελίξεις στην Ελλάδα και την Ιταλία μέσα από μικρές ιστορίες και περιστατικά που συνδέονται με τον χώρο, αποκτά μια επικαιρότητα που είχαμε καιρό να δούμε. Αναμένουμε να φανεί στην πράξη πώς θα τη χειριστεί.
Τι μπορεί να κάνει τελικά η τέχνη;

Αν κάτι προκύπτει πάντως από την όλη συζήτηση γύρω από τα εθνικά περίπτερα, πέρα από το ότι το παρωχημένο, όπως ίσως φαινόταν, καθεστώς των εθνικών περιπτέρων επανενεργοποιείται μέσα από τα νέα δεδομένα, είναι πόσο σημαντικός παραμένει ο ρόλος της τέχνης και των θεσμών της και το το επίπεδο της συμβολικής τάξης στο οποίο δρουν.
Έτσι όπως διαμορφώνεται η κατάσταση, με τις πολιτικές εξουσίες να προσπαθούν να ελέγξουν άμεσα το είδος της τέχνης που παράγεται, γίνεται ακόμη πιο επείγον να σκεφτούμε το κατά πόσο όχι τόσο τα ίδια τα έργα τέχνης μπορούν ή πρέπει να πάρουν θέση απέναντι στα πολιτικο-κοινωνικά συμφραζόμενα, αλλά το πώς μπορούν να διασφαλιστούν οι δικλίδες ασφαλείας ώστε οι θεσμοί που έχουν σημασία να μπορούν να δρουν σε ένα καθεστώς αυτονομίας και ουσιαστικής στήριξης του πολιτισμού.
Τα νέα δεδομένα που προστίθενται στη συζήτηση περί των δυνατοτήτων της τέχνης και των εργαζόμενων σε αυτή να (αντι)δράσουν μας καλούν να ξανακοιτάξουμε την κριτική των υποδομών της Marina Vishmidt και τι σημαίνει να "ξεχάσουμε τα μέσα και τα έξω" ως αυστηρά όρια και να "αναγνωρίσουμε απλώς ποιες πηγές υπάρχουν, πώς μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν, ποιές μας χρειάζονται και ποιές όχι".
Πηγαίνοντας πέρα από τη θεσμική κριτική, η αιχμή της οποίας θεωρεί ότι λειάνθηκε από τη σχεσιακή τέχνη μετατρέποντάς τη σε ένα ακόμη προϊόν, η Vishmidt προτείνει να εστιάσουμε στις υλικές υποδομές (χρήμα, χώρος, χρόνος, πρόσβαση κλπ.) των πολιτιστικών θεσμών και πώς αυτές μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν και να συνδεθούν με κοινωνικά κινήματα και αγώνες για ριζική κοινωνική αλλαγή και πολιτικές κατάργησης, πέρα από τα στενά όρια της θεσμικής αυτονομίας.
Προσπαθώντας να αναπνεύσουμε στα μαύρα αβαθή ύδατα, όπου τέχνη και χρηματοοικονομικά γίνονται ένα, όπως μας έχουν διδάξει οι Stefano Harney και Fred Moten, γνωρίζουμε ότι σε όποια θέση κι αν βρισκόμαστε, αποτελούμε μια νέα κατηγορία περιουσιακών στοιχείων τέχνης υψηλότερου ή χαμηλότερου ρίσκου.
Ενώ αντιλαμβανόμαστε ότι είναι κρίσιμο να διεκδικήσουμε ριζοσπαστικές και κριτικές καλλιτεχνικές πρακτικές και εντός των θεσμών σε μια εποχή που ο ακροδεξιός λόγος μοιάζει να κανονικοποιείται και οι πάσης φύσεως αποκλεισμοί και απώλειες δημοκρατικών κεκτημένων να πυκνώνουν, την ίδια στιγμή δεν μπορούμε παρά να αναζητούμε τρόπους να σπάσουμε αυτό το οικονομικό συμβόλαιο ξεκινώντας από την προσοχή στο ποιές από τις υποδομές μπορούμε να επαναδιεκδικήσουμε αλλιώς, μαζί με ποιους/ες και πώς.
