© Λεωνίδας Τούμπανος
Διεύθυνση:
Tηλ:
Μοντέρνο γαλλικό μπιστρό με κάθε μία από τις λέξεις να εκφράζεται στην ολότητά της, το "Solene" είναι το τελευταίο στη σειρά από μαγαζιά που δίνουν νέα μορφή στο δρόμο που κάποτε επισκεπτόμασταν για να αγοράσουμε ψυγεία και τηλεοράσεις. Κι ίσως η φινετσάτη, αρτίστικη όψη του, με τις μαρμάρινες λεπτομέρειες, τα κομψά τραπεζοκαθίσματα, την ασπροκόκκινη σκακιέρα στο πάτωμα και τους περίτεχνους πολυελαίους στο ταβάνι, να αδικείται λιγάκι από το πόστο του στην πάντα φασαριόζικη από κίνηση οδό Δραγατσανίου – ή ακόμη περισσότερο, τώρα που τα τραπεζάκια έξω είναι μονόδρομος, από τα καγκούρικων επιπέδων ντεσιμπέλ του διπλανού bar, που κανιβαλίζει κομμάτι της γοητείας του "Solene". Όμως τι να κάνουμε, προς τα κάπου πρέπει να ξεχειλίσει η πιάτσα των Αγίων Θεοδώρων αφ’ ενός, κι αφετέρου όταν θες να είσαι στην καρδιά του hip, πρέπει μοιραία να αποδεχτείς και τους γείτονές σου…

Περισπασμών εξαιρουμένων, πάντως, το νέο αυτό στέκι του Κέντρου εκπέμπει γοητευτική ζεστασιά κι ατμόσφαιρα, όμορφα εναρμονισμένη με την αστική ζωηράδα της περιοχής, αλλά κι εμπλουτισμένη με στιλιστική φινέτσα που δε συναντάς απαραίτητα τριγύρω. Αρκετά young executive ήταν το κοινό που βρήκαμε συγκεντρωμένο στα τραπέζια του "Solene" το βράδυ Πέμπτης που το επισκεφτήκαμε, με τις ηλικίες να κινούνται κυρίως στα πρώτα, ίσως και δεύτερα -άντα, και τον ενδυματολογικό κώδικα μάλλον επηρεασμένο από τα δικηγορικά γραφεία στα βόρεια της γειτονιάς (ίσως με μια δόση από τα Ποσειδώνια που έτρεχαν εκείνες τις μέρες), να δίνει posh αβάντα στο vibe μιας Αθήνας στα πρώτα μαυρίσματα απ’ το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, γεμάτης σχέδια για το καλοκαίρι που έρχεται – μιας Αθήνας στα καλύτερά της, δηλαδή.

Το μενού, που επιμελείται ο Αλέξανδρος Τσιοτίνης και υλοποιεί με ιδιαίτερη ευχέρεια ο (επί μακρόν συνεργάτης του στο πολυβραβευμένο "CTC") Γιάννης Καπετάνιος ως head chef του "Solene", εμπνέεται από κλασικά της γαλλικής μπιστρονομίας, με έμφαση στην fine comfort πλευρά της και εμφανή τόσο τη δημιουργική ματιά, όσο και την ευφράδεια του εμπνευστή τους στα σύγχρονα γαστρονομικά ιδιώματα της ευρωπαϊκής εστίασης. Ιδιαίτερα προσεγμένη είναι δε η πρώτη ύλη – είτε μιλάμε για ταμπεραμεντόζικα τυριά – εμβλήματα του γαστρονομικού γαλλισμού, όπως το Comte ή το Camembert, είτε για αστέρια της ελληνικής γης και θάλασσας, σαν τη μοσχίδα ή την κόκκινη γαρίδα – ανεξαρτήτως του αν λάμπουν όλα όσο τους πρέπει, στα πιάτα που συμμετέχουν.

Η ελληνική μοσχίδα, για παράδειγμα, με την οποία γίνεται το ταρτάρ του "Solene", εντυπωσιάζει με το αφράτο δάγκωμα στο χοντροκομμένο κρέας, αρτυμένο με εκφραστικότητα σε οξύτητες και στρογγυλάδες κι ωραία ισορροπία στα τραγανά στοιχεία (φρυγανισμένη μπρουσκέτα και sticks πατάτας), ώστε να δίνουν τόσο – όσο ενδιαφέρον στη μπουκιά, χωρίς να την καταπιέζουν. Τα δε μύδια με café de Paris, μάλλον το καλύτερο πιάτο όλου του καταλόγου, είναι υπόδειγμα γαλλικής διατροφής, με δε-θέλεις-να-ξέρεις-πόσο βούτυρο σε κάθε κουταλιά από την πληθωρική, μαυλιστική σάλτσα, να δίνει βάθος και νοστιμιά στα αφράτα και τσουπωτά θαλασσινά.

Αντιθέτως, οι γαρίδες Κοιλάδος μάλλον δεν είναι η καλύτερη επιλογή για τη bisque με αμύγδαλο, αφού της ανάλαφρης και δροσερής σάλτσας, με την ευχάριστη καλοκαιρινή χάρη, θα της έπρεπαν πιο σφριγηλές σε δάγκωμα και λιτές σε έκφραση γαρίδες από αυτές. Τις βρήκαμε πολύ πιο ταιριαστές στην εκδοχή με τα macaroni και σάλτσα Nantua: μια παχύρευστη σάλτσα με βούτυρο καραβίδας και μπεσαμέλ. Στην απόδοση του "Solene" τη βρήκαμε λίγο υδαρή, βέβαια, με αποτέλεσμα να μην αγκαλιάζει όσο πρέπει το ωραία βρασμένο ζυμαρικό, απολαύστε όμως το πιάτο με το κουτάλι αντί για το πιρούνι, και δε θα σας λείψει τίποτε - απεναντίας, πιθανότερο είναι να σας περισσέψει η καλοκαιρινή τρούφα, που δεν προσφέρει κάτι το ιδιαίτερο στο πιάτο, πέρα από μια ωραία αφορμή για την επίδειξη γαστρονομικού σνομπισμού που είναι το να την αφήσετε στην άκρη του πιάτου.

Η γλώσσα μενιέρ, πιάτο-φετίχ της μπιστρό συνταγογραφίας, είχε προς μεγάλη μας απογοήτευση εξαντληθεί το βράδι που επισκεφθήκαμε το "Solene". Έτσι, στραφήκαμε στη μόνη άλλη ψαροφαγική επιλογή του μενού, όπου η ρουστίκ γρετζάδα ενός (ολόσωστα ψημένου) φιλέτου τσιπούρας αποδείχθηκε λιγότερο από ιδανικό ταίρι για το ενδιαφέρον υβρίδιο δυο κλασικών της Προβηγκίας: ενός λουκουμένιου ρατατούι παντρεμένου με μια βαθιά σάλτσα μπουγιαμπέσας. Παράλληλα, στο τρυφερό και ζουμερό μοσχαρίσιο φιλέτο με κρούστα μυρωδικών και σάλτσα πιπεριού, η κρούστα έγραψε καλύτερα στην κάμερα απ’ ό,τι στον ουρανίσκο, ενώ η ελαφρώς γλυκέρη σάλτσα παρέπεμπε περισσότερο σε ραφινάτη BBQ sauce, παρά στην κλασική αρωματική ένταση της sauce poivre.

Τα επιδόρπια – μαριναρισμένες φράουλες με σορμπέ βοτάνων και σιφόν κεφίρ το ένα, crème brulee με σορμπέ μάνγκο-κάρι το άλλο – ήταν αμφότερα ανάλαφρα και φινετσάτα, όμως λειψά σε φιλοδοξία και τόλμη, ιδίως δεδομένης της υπογραφής του Αλέξανδρου Κούφα, τις περίτεχνες συνθέσεις του οποίου έχουμε θαυμάσει τόσο στο "GB Roof Garden" παλιότερα, όσο και στο "CTC" τον τελευταίο χρόνο. Αυτή η απρόσμενη εγκράτεια ελπίζουμε να μην επιδεικνύεται και στα γλυκά βιτρίνας, που συμπληρώνουν με τις ζύμες και τα ψωμιά την ολοήμερη λειτουργία του "Solene" ως boulangerie, και τα οποία σίγουρα θα τιμήσουμε σε επόμενη επίσκεψη.
Η επίσκεψη του κριτικού έγινε στις 04/06.
SOLENE, Δραγατσανίου 6, Πανεπιστήμιο. Ώρες λειτουργίας (dinner): Τρι - Σαβ: 6μμ – 12μμ / Κυρ: 1μμ – 9μμ. Τιμή: €50 – 80 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους. Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι.

