Διεύθυνση:
Tηλ:
Ίσως δεν είναι το πιο τυχερό, με τόσες ταυτότητες που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, είναι όμως μάλλον το πιο όμορφο από τα μαγαζιά της πλατείας Αγίας Ειρήνης αυτό εδώ. Ο λόγος για το αρχοντικό Μιχαλόπουλου, που επί δεκαετίες στέγαζε το υφασματάδικο του Συμεωνίδη, πριν περάσει στις δαγκάνες του ευρύτερου εξευγενισμού της γειτονιάς, αρχικά στεγάζοντας το (εμβληματικό για τις χρυσές εποχές του αθηναϊκού mixology) cocktail bar "Osterman", κι αργότερα μια σειρά από εστιατόρια, άλλοτε με μικρό κι άλλοτε με μικρότερο εύρος ζωής.

Ευτύχησε, όμως, η μεγάλη, ψηλοτάβανη σάλα του με τα περίτεχνα πλακάκια και την Belle Epoque αύρα, να γνωρίσει μόνο ταιριαστές με την αριστοκρατική κοψιά του αναβιώσεις, και την ίδια χάρη έχει και στη νέα του ταυτότητα: αυτήν του εστιατορίου "1890", ως κομμάτι του ξενοδοχείου "Athens 1890 Hotel & Spa", μέλους της Aria Hotels, που απλώνεται στους επάνω ορόφους. Ήσυχη φινέτσα, ανακουφιστική ευταξία κι ηρεμία αποπνέει ο ζεστός του χώρος - αίσθηση που λειτουργεί ως πολυτέλεια από μόνη της, στο χαώδες σκηνικό της γειτονιάς.

Η νέα διακόσμηση, όμορφα εναρμονισμένη με τον εγγενή κλασικισμό του διατηρητέου κτηρίου, σέβεται την αρχική αρχοντιά του και την αναδεικνύει αγκαλιάζοντάς τη με μινιμαλιστικές γραμμές, ξύλο, ψάθα, πλούσια λευκά τραπεζομάντιλα, υφάσματα σε ζεστές αποχρώσεις, γενναιόδωρο πράσινο. Τα παλιά πλακάκια και τα ζωγραφιστά ταβάνια πλαισιώνουν τις νέες προσθήκες, οδηγώντας το βλέμμα στο βάθος, όπου μεγάλα παράθυρα καδράρουν τη χορογραφία της κουζίνας.

Εκεί, δηλαδή, όπου ο νεαρός σεφ Χρήστος Σιδηρόπουλος (βραβευμένος με Top Notch 2026 για τη δουλειά του στο "Agora" της Σύμης), μπολιάζει την εμπειρία του από σημαντικές κουζίνες Ελλάδας και εξωτερικού, με μια προσωπική ανάμνηση της ελληνικής κουζίνας. Το πάντρεμα των αναφορών του εκφράζεται μέσα από δύο μενού γευσιγνωσίας και ένα à la carte, όπου προσωπικά του αγαπημένα από τη διεθνή σκηνή στέκονται δίπλα σε κλασικά της παράδοσής μας, μεταφρασμένα σε μοντέρνα εκδοχή, με έντεχνους, ευειδείς γαλλισμούς ως βασικά εργαλεία.

Οι μπουκιές του καλωσορίσματος – μια άκρως τεχνική απόδοση της τηγανητής φέτας με μέλι (από τα best sellers της ελληνικής ταβέρνας των ‘00s), που έρχεται εδώ σε μορφή ανάλαφρης ταρτλέτ με κρέμα φέτας, μέλι και αλάτι, ή η σπανακόπιτα της μαμάς του σεφ, που αναδομείται εν είδει ζουμερού και τραγανού μπενιέ – είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα της πορείας που θέλει να χαράξει ο Σιδηρόπουλος: δυο μπιζουδάκια που δείχνουν τη φινέτσα με την οποία προσεγγίζει το θέμα του, έστω κι αν το ταρτάκι από σαλάτα του Καίσαρα, που συμπληρώνει την τριάδα των amuse, βγαίνει μάλλον εκτός πλαισίου.

Των amuse εξαιρουμένων, πάντως, ο Σιδηρόπουλος δείχνει πιο σίγουρα πατήματα όταν κινείται σε διεθνές τερέν, όπως στο λεβαντίνικων αναφορών σασίμι από αφράτο τόνο που ακολουθεί, με λαδολέμονο με ταχίνι, dashi και harissa να συνθέτουν πιάτο πιο λιχούδικο απ’ όσο του φαίνεται, κάνοντας εμφανή τη διάθεση του σεφ να σερβίρει αληθινό φαγητό σε ραφιναρισμένη μορφή. Το μοσχαρίσιο ταρτάρ, ντρεσαρισμένο με Dijon, κάπαρη, κρεμμυδάκι και κρέμα αυγού, εκφράζει την αγάπη του Σιδηρόπουλου για τις κλασικές φόρμες, όμως παρά το στακάτο δάγκωμα στο κρέας και τις ορεκτικές εντάσεις στο μαρινάρισμα, η στεγνή μπουκιά του έκανε την υπερβολικά τραγανή πατάτα που το στόλιζε να φαίνεται σχεδόν επιθετική το βράδυ της επίσκεψής μας.

Αντίθετα, λουκουμάκι ήταν η τσιπούρα σε μια ραφιναρισμένη εκδοχή του πρασοσέλινου, που γίνεται με μαγιονέζα σέλινου, σάλτσα πράσου, μανιτάρια, μύδια και σαλάτα αχλαδιού. Ωστόσο, πολύ φινετσάτη, πολύ γαλλική και ολίγον comme il faut, η σάλτσα του δεν έχει τις εντάσεις και τη φρεσκάδα του ελληνικού πρωτότυπου, που είναι κρίμα γιατί θα έδινε στο πιάτο χαρακτήρα και πυγμή.

Αντίστοιχα ήπιες ήταν οι εντάσεις και στα πολύ ανάλαφρα χειροποίητα cappelletti, τα οποία ο σεφ γεμίζει με άγρια μανιτάρια και στολίζει με αφρό από γραβιέρα Νάξου και φρέσκια τρούφα, και κάπου εδώ αρχίζει να διαφαίνεται και το βασικό ζητούμενο για την κουζίνα του "1890": αντί να αγκαλιάζει τη γρετζάδα και την πληθωρικότητα των ελληνικών αναφορών της, συχνά τις καταπιέζει σε έναν αχρείαστο κομφορμισμό, στερώντας έτσι προσωπικότητα από τα πιάτα, το μενού και εν τέλει το εστιατόριο συνολικά. Όχι τυχαία, άλλωστε, στο νόστιμο κι αφράτο ψητό φαγκρί, που ντύνεται με δροσερή σάλτσα μπουγιαμπέσας με εσπεριδοειδή και τζίντζερ, ο πουρές ελιάς, που ολοκληρώνει το πιάτο, είναι αυτός που εξυψώνει τη μπουκιά, δίνοντας μεσογειακή ένταση και νοστιμιά.

Το μοσχαρίσιο φιλέτο, πάντως, ήταν το highlight του μενού: ψημένο σε άριστο medium ώστε να κρατά τους χυμούς του, στολίζεται με πλούσια σε γεύση κι αρώματα σάλτσα από τα ζουμιά του κρέατος (ενισχυμένη με λίγο jus κοτόπουλου), και ο πουρές καρότου με κύμινο, μαζί με το "μιλφέιγ" καρότου γλασαρισμένο με σπετσερικό, ολοκληρώνουν το πιάτο.
Τα πιάτα του σεφ συνοδεύει μια εύσχημη, αλλά όχι ιδιαίτερα περιπετειώδης wine list, βασισμένη κυρίως σε ασφαλείς επιλογές από τον ελληνικό αμπελώνα, που αναμένεται να εμπλουτιστεί μελλοντικά. Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν, πάντως, τα επιδόρπια της Βάσως Γιαμουρά: με το pre-dessert της –ένα παγωτό αμυγδάλου με pesto από μυρώνια και ολόκληρα αμύγδαλα– υπογράφει το ίσως πιο γενναιόδωρο σε νοστιμιά σημείο ολόκληρου του μενού, πριν κλείσει το γεύμα με έναν αφράτο κι αρωματικό μπαμπά, με κρέμα lime και σιρόπι φράουλας.
Η επίσκεψη του κριτικού έγινε στις 05/05.
1890, Αθηναΐδος 10, Μοναστηράκι, 2103240603. Ώρες λειτουργίας (dinner): 7.30μμ – 12πμ. Τιμή: €55 – 80 / degu από €70 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους. Πρόσβαση ΑμεΑ: Ναι.

